Σαράντα χρόνια νωρίτερα, ο αγαπημένος μου θείος Αλέξανδρος πέθανε από επιπλοκές της χρόνιας ηπατίτιδας Β – κίρρωση και καρκίνο του ήπατος που τον κατέβαλαν αργά, σε μια εποχή όπου το εμβόλιο προστασίας από την ηπατίτιδα Β δεν ήταν ακόμη ευρέως διαθέσιμο. Ο καθολικός εμβολιασμός νεογνών και παιδιών στην Ελλάδα ξεκίνησε στα τέλη του ’90, πολύ αργά για εκείνον. Σήμερα γνωρίζουμε πως το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β έχει ήδη αποτρέψει πάνω από 200 εκατομμύρια νέες χρόνιες λοιμώξεις και περισσότερους από 460.000 θανάτους σε όλο τον κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες.

Μερικά χρόνια αργότερα, όταν ως νέος ειδικευόμενος στις ΗΠΑ τρυπήθηκα από βελόνα, ευγνωμονούσα την επιστήμη που είχα εμβολιαστεί για ηπατίτιδα Β· οι εξετάσεις το επιβεβαίωσαν. Κάθε φορά που θυμάμαι τον θείο μου, αναλογίζομαι τη δύναμη της πρόληψης που σήμερα σώζει ολόκληρες γενιές, παρά τις πρόσφατες προσπάθειες αμφισβήτησης για το συγκεκριμένο εμβόλιο, από αυτοαποκαλούμενους ή διορισμένους «ειδικούς».

Πιο πρόσφατα, το 2025, μια μανούλα στη Ζιμπάμπουε βίωσε έναν πόνο που καμία οικογένεια δεν πρέπει να ζει. Όπως περιγράφηκε στους New York Times τον Οκτώβριο του 2025, έχασε δύο μικρά παιδιά από διφθερίτιδα – μια λοίμωξη που σχεδόν εξαλείφθηκε χάρη σε ένα εμβόλιο που υπάρχει εδώ και περίπου 85 χρόνια. Ο θάνατός τους δεν οφείλεται σε αποτυχία της επιστήμης, αλλά σε ένα σύστημα υγείας που, εξουθενωμένο από τη φτώχεια, τις εσωτερικές συγκρούσεις και την παραπληροφόρηση, δεν κατάφερε να παράσχει έγκαιρο εμβολιασμό.

Η δική της απώλεια υπενθυμίζει ότι οι ασθένειες που προλαμβάνονται με εμβόλιο παραμένουν θανατηφόρες όπου υπάρχουν κενά εμβολιαστικής κάλυψης. Όμως δεν μπορώ να πάψω να αναλογίζομαι πώς και γιατί στον Δυτικό Κόσμο, σε ευρωπαϊκές χώρες να έχουμε σημαντική αύξηση των κρουσμάτων διφθερίτιδας τα τελευταία χρόνια με εκατοντάδες περιπτώσεις νόσου που αναφέρονται από χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία και η Ελβετία, οι περισσότερες σε μετανάστες.

Αυτές οι μικρές ιστορίες – μία από το δικό μου παρελθόν και μία από το παρόν – μας βοηθούν να δούμε πιο καθαρά πού βρισκόμαστε σήμερα, πενήντα χρόνια μετά τη δημιουργία του Παγκόσμιου Προγράμματος Εμβολιασμών από τον ΠΟΥ το 1974.

Πενήντα χρόνια προόδου και μια νέα εποχή κινδύνων

Στη διάρκεια αυτών των δεκαετιών, τα εμβόλια εκτιμάται ότι έσωσαν περίπου 156 εκατομμύρια ζωές Εξάλειψαν την ευλογιά, οδήγησαν την πολιομυελίτιδα στο όριο της εξαφάνισης και μείωσαν θεαματικά νοσήματα όπως η ιλαρά, ο τέτανος και ο κοκκύτης. Τα οφέλη για την υγεία, την οικονομία και την κοινωνία είναι και παραμένουν τεράστια.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, δεκάδες εκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως δεν λαμβάνουν τους απαραίτητους εμβολιασμούς. Ασθένειες που θεωρούσαμε ξεχασμένες επανεμφανίζονται – όχι μόνο σε χώρες με αδύναμα συστήματα υγείας, αλλά και σε εύπορες κοινωνίες όπου η παραπληροφόρηση και η δυσπιστία αρχίζουν συστηματικά να ριζώνουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα περισσότερα από 2.000 κρούσματα ιλαράς στις ΗΠΑ το 2025, μια χώρα που συμπεριλαμβανόταν σε αυτές που εξάλειψαν την ιλαρά το 2000.

Το 1964, πριν την ευρεία εφαρμογή των εμβολίων, οι ΗΠΑ είχαν 450.000 περιπτώσεις ιλαράς. Οι πιο συχνές επιπλοκές της ιλαράς τότε ήταν πνευμονία, κώφωση και εκατοντάδες θάνατοι στις ΗΠΑ ανά έτος. Για να αποφευχθεί η μετάδοση της ιλαράς σε μια κοινότητα είναι απαραίτητο να είναι εμβολιασμένο άνω του 95% του πληθυσμού.

Infodemic, misinformation, disinformation και τα αντι-επιστημονικά κινήματα έναντι της αληθινής επιστήμης

Η πανδημία επιτάχυνε αυτό που πλέον ονομάζουμε επιδημική υπερπληθώρα πληροφοριών (infodemic), δηλαδή μια πλημμύρα αληθινών, λανθασμένων και ενίοτε σκόπιμα ψευδών πληροφοριών, που ταξιδεύουν με ταχύτητα φωτός στα κοινωνικά δίκτυα. Αντι-επιστημονικές ομάδες, πολλές φορές χωρίς πραγματική γνώση ή ευθύνη, χρησιμοποιούν φόβο, παραπλανητικές ιστορίες και συναισθηματικές αφηγήσεις για να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κόσμου. Διαδίδουν είτε λανθασμένες, ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες χωρίς πρόθεση (misinformation), είτε σκόπιμα (disinformation). Χαρακτηριστικό προσωπικό παράδειγμα που συνέβη πριν λίγες ημέρες στο νοσοκομείο: ένας άνδρας ηλικίας περίπου 40 ετών με πλησίασε ανήσυχος: «Γιατρέ, έκανα τρεις δόσεις· (εννοούσε το εμβόλιο της COVID-19) κινδυνεύω;».

Η ανησυχία του δεν προήλθε από την επιστήμη αλλά από ψευδείς διαδικτυακούς ισχυρισμούς (ελπίζω χωρίς πρόθεση) για «ξαφνικούς θανάτους». Καμία σοβαρή μελέτη δεν επιβεβαίωσε τέτοιες υποθέσεις. Η επιστημονική αλήθεια; Μια τετραετής μελέτη στη Γαλλία με στοιχεία από περίπου 30 εκατομμύρια ανθρώπους έδειξε ότι τα εμβόλια για την COVID-19 όχι μόνο δεν αύξησαν καθόλου τον κίνδυνο θανάτου, αλλά όσοι εμβολιάστηκαν, είχαν περίπου 25% μικρότερη πιθανότητα θανάτου αυτή την περίοδο. Τα σύγχρονα εμβόλια (όπως αυτά της γρίπης, του RSV, τα επικαιροποιημένα COVID-19) έχουν αποδεδειγμένα εξαιρετικό προφίλ ασφάλειας.

Οι συχνότερες αντιδράσεις είναι ήπιες και παροδικές: πόνος στο χέρι, κόπωση, χαμηλός πυρετός. Οι σοβαρές επιπλοκές παραμένουν εξαιρετικά σπάνιες και παρακολουθούνται εντατικά από διεθνή συστήματα επιτήρησης. Η ειλικρινής ενημέρωση για τους μικρούς αυτούς κινδύνους – σε σύγκριση με τους πολύ μεγαλύτερους κινδύνους από τις νόσους που προλαμβάνουν και ιδιαίτερα για τους αυξημένου κινδύνου πληθυσμούς – είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης.

Πληθυσμοί ευάλωτοι στην ψευδή πληροφόρηση και την παραπληροφόρηση

Ορισμένες ομάδες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στην παραπληροφόρηση: νέοι γονείς που αναζητούν καθοδήγηση στο διαδίκτυο, άτομα που βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στα κοινωνικά δίκτυα, κοινότητες με ιστορική δυσπιστία προς τους θεσμούς, αλλά και άνθρωποι με περιορισμένη πρόσβαση σε αξιόπιστες πηγές υγείας. Ακόμη και επαγγελματίες υγείας μπορεί, άθελά τους, να συμβάλουν στη σύγχυση ενώ οι ίδιοι πρέπει πρώτα να εμβολιάζονται όχι μόνο για την προστασία τους αλλά και για την αποτροπή μετάδοσης μέσα στα ιατρεία και τα νοσοκομεία.

Πώς ξαναχτίζεται η εμπιστοσύνη – ένα συλλογικό καθήκον

Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι μόνο να έχουμε σωστά επιστημονικά δεδομένα, αλλά και να το επικοινωνούμε με τρόπο ανθρώπινο και κατανοητό. Η εμπιστοσύνη χτίζεται όταν ο εμβολιασμός συνδέεται με όσα έχουν πραγματική σημασία: την προστασία της οικογένειας, την ομαλή λειτουργία, την υγεία και τη συνοχή της κοινωνίας.

Η διατήρηση των επιτευγμάτων των τελευταίων πέντε δεκαετιών απαιτεί συλλογική προσπάθεια: στήριξη της επιστημονικής γνώσης, αντίσταση στην ψευδή πληροφόρηση και την παραπληροφόρηση, ενδυνάμωση των επαγγελματιών υγείας και σταθερή επένδυση στο σύστημα υγείας. Το κράτος οφείλει να εξασφαλίζει την πρόσβαση στον εμβολιασμό σε όλες τις ηλικίες, να επενδύει στη Δημόσια Υγεία και να στηρίζει σταθερά την πρωτοβάθμια φροντίδα. Οι επαγγελματίες υγείας χρειάζονται υποστήριξη, εργαλεία και εκπαίδευση ώστε να απαντούν με ενσυναίσθηση και σαφήνεια.

Η αξία του εμβολιασμού το 2025 είναι βαθιά προσωπική αλλά και παγκόσμια. Τα εμβόλια εξακολουθούν να είναι από τα ασφαλέστερα και αποτελεσματικότερα μέσα που διαθέτει η ιατρική. Προστατεύουν ζωές και προλαμβάνουν ανείπωτες απώλειες. Οφείλουμε ως κοινωνία να τα στηρίξουμε με την επιστημονική κοινότητα στην πρώτη γραμμή αυτής της προσπάθειας. Αν το καταφέρουμε, ιστορίες όπως οι προσωπικές ιστορίες που ανέφερα θα ανήκουν στο παρελθόν. Αν όχι, η ιστορία θα επαναλαμβάνεται – κάθε φορά με μια νέα αποτρέψιμη σοβαρή νόσο ή ακόμη τραγικότερα με έναν δυνητικά αποτρέψιμο θάνατο.

*Σωτήρης Τσιόδρας, Καθηγητής Παθολογίας Λοιμώξεων Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής Δ’ Παθολογικής Κλινικής Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αττικόν, Προέδρος Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Δημόσιας Υγείας