Επί δεκαετίες, η Τουρκία υπερηφανευόταν ότι, σε αντίθεση με δυτικές και άλλες προηγμένες χώρες του κόσμου, δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα υπογεννητικότητας. Οι Τούρκοι γεννούσαν παιδιά: στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αντιστοιχούσαν πάνω από 2,1 παιδιά ανά γυναίκα – ποσοστό που οι δημογράφοι θεωρούν αναγκαίο για την αναπλήρωση του πληθυσμού.
Εφέτος όμως ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δήλωσε ότι το 2026 ξεκινά η «Δεκαετία της Οικογένειας και του Πληθυσμού». Είχε προηγηθεί το 2025 ως «Έτος της Οικογένειας». Ο Ερντογάν έχει αναλάβει προσωπικά το ζήτημα της αύξησης του αριθμού των γεννήσεων, αφενός γιατί ανησυχεί για την πορεία της τουρκικής οικονομίας και αφετέρου διότι το συντηρητικό ισλαμικό του όραμα για την τουρκική κοινωνία βασίζεται στις πολυπληθείς οικογένειες.
Το 2017 έτος καμπής για τις γεννήσεις στην Τουρκία
Από το 2017, το ποσοστό των γεννήσεων στην Τουρκία έπεσε κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού. Το 2024, το τελευταίο έτος για το οποίο η τουρκική κυβέρνηση έχει δημοσιεύσει στατιστικά στοιχεία, το ποσοστό έφτασε στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο των 1,48 παιδιών ανά γυναίκα.
Οι δημογράφοι αποδίδουν το φαινόμενο σε παράγοντες που παρατηρούνται σε πολλές χώρες του κόσμου: την αστικοποίηση, τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και την αύξηση του ποσοστού των γυναικών με ανώτερη εκπαίδευση, οι οποίες επιδιώκουν να έχουν μια επιτυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία. Ωστόσο, μείζων αιτία για την υπογεννητικότητα στην Τουρκία είναι και η κατάσταση της οικονομίας, για την οποία φέρει ευθύνη ο Ερντογάν. Ο σταθερά υψηλός πληθωρισμός (περί το 30%) και οι χαμηλοί μισθοί, μεταξύ 500-900 δολαρίων (460-850 ευρώ), έχουν ως συνέπεια πολλές οικογένειες στην Τουρκία να μην μπορούν να καλύψουν τα έξοδα στέγησής τους, τη φροντίδα των παιδιών και άλλες βασικές ανάγκες.
Κίνητρα του Ερντογάν προς τις οικογένειες
Αυτόν τον μήνα, η τουρκική κυβέρνηση επέκτεινε την άδεια μητρότητας για τις μητέρες από 16 σε 24 εβδομάδες και την άδεια πατρότητας για τους πατέρες από πέντε σε δέκα ημέρες. Προβλέπεται επίσης η καταβολή 110 δολαρίων (85,9 ευρώ) στους γονείς κατά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Οι οικογένειες θα λαμβάνουν μηνιαία επιδόματα αν έχουν περισσότερα από ένα παιδιά: 33 δολάρια (28,3 ευρώ) για το δεύτερο παιδί και 110 δολάρια (94,5 ευρώ) για κάθε επόμενο.
Τα νεαρά ζευγάρια αποκτούν, επίσης, τη δυνατότητα να υποβάλλουν αίτηση για άτοκα δάνεια ώστε να καλύψουν τα έξοδα του γάμου. Όμως, πολλοί Τούρκοι γονείς που μίλησαν στο ρεπορτάζ των New York Times (17/5), χαρακτήρισαν τα κίνητρα του Ερντογάν προς τις οικογένειες υπερβολικά χαμηλά, δεδομένης της ακρίβειας που πλήττει τη χώρα.
Το πρωτοφανές παράδειγμα της Νοτίου Κορέας
Στην Νότιο Κορέα, όπου καταγράφεται ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων στον κόσμο –μόλις 0,8 παιδιά ανά γυναίκα–, μία εταιρεία, η κατασκευαστική Booyoung Group, προκειμένου να συμβάλει στην αύξηση του αριθμού των γεννήσεων, έκανε κάτι πρωτοφανές: το 2024 προσέφερε 100 εκατομμύρια νοτιοκορεατικά γουόν (68.000 δολάρια, ποσό σχεδόν διπλάσιο από το ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα της χώρας) σε κάθε εργαζόμενό της που αποκτούσε παιδί.
Τον περασμένο χρόνο, η εταιρεία ανακοίνωσε 36 γεννήσεις παιδιών –αύξηση περίπου 60% σε σχέση με τον μέσο όρο πριν από την έναρξη του προγράμματος. Το μπόνους παρέχεται από την εταιρεία επιπλέον της κάλυψης των ιατρικών εξόδων για τα παιδιά και των μελλοντικών διδάκτρων για τις σπουδές τους στο πανεπιστήμιο.
Το Δημογραφικό, ένα παγκόσμιο πρόβλημα
Η όξυνση του Δημογραφικού παγκοσμίως σημειώνεται με την έλευση του 21ου αιώνα. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι σκανδιναβικές χώρες, που είχαν σταθερή οικονομία, ισχυρά κοινωνικά δίκτυα προστασίας, αναπτυγμένες πολιτικές υπέρ της οικογένειας και τις πιο ισότιμες σχέσεις μεταξύ των φύλων, διατηρούσαν υψηλά ποσοστά γεννήσεων. Ωστόσο, μετά την οικονομική κρίση του 2008, οι γεννήσεις και στις τέσσερις σκανδιναβικές χώρες (Νορβηγία, Δανία, Σουηδία και Φινλανδία) μειώθηκαν.
Ο αριθμός των γεννήσεων εξακολούθησε να μειώνεται ακόμη κι όταν οι οικονομίες των χωρών αυτών ανέκαμψαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010. Σημειωτέον ότι σχεδόν τίποτα στις οικογενειακές πολιτικές αυτών των χωρών δεν είχε αλλάξει. Στην Ιταλία, το 2008, πριν από την οικονομική κρίση, αντιστοιχούσαν 1,5 παιδιά ανά γυναίκα και η χώρα ήταν σχετικά αισιόδοξη ως προς την αύξηση των γεννήσεων. Σήμερα, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 1,2 παιδιά.
Υπογεννητικότητα στην Ευρώπη
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, ο συνολικός δείκτης του αριθμού των γεννήσεων στην ΕΕ μειώθηκε το 2024 σε 1,34 παιδιά ανά γυναίκα, το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από τότε που άρχισαν να τηρούνται πανευρωπαϊκά στατιστικά στοιχεία. Οι υψηλότεροι δείκτες στην ΕΕ (πάντα για το 2024) παρατηρούνται στη Βουλγαρία με 1,72 παιδιά ανά γυναίκα, στη Γαλλία με 1,61 παιδιά ανά γυναίκα και την Σλοβενία με 1,52 παιδιά ανά γυναίκα.
Η μεγαλύτερη υπογεννητικότητα στην ΕΕ σημειώνεται στη Μάλτα (1,01 παιδιά ανά γυναίκα), στην Ισπανία (1,10 παιδιά ανά γυναίκα) και τη Λιθουανία (1,11 παιδιά ανά γυναίκα). Στην Ελλάδα η τάση του αριθμού των γεννήσεων είναι πτωτική εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία: Το 2010 αντιστοιχούσαν 1,48 παιδιά ανά γυναίκα, το 2020 1,39 παιδιά ανά γυναίκα και το 2024 1,20 παιδιά ανά γυναίκα.
Υπογεννητικότητα και στις ΗΠΑ
Η ίδια καθοδική τάση παρατηρήθηκε και στις ΗΠΑ, όπου οι γεννήσεις έχουν μειωθεί κατά 23% από το 2007, παρά τα υψηλά ποσοστά μετανάστευσης μέχρι και το 2024. Ο αριθμός των γεννήσεων έχει επίσης μειωθεί στις χώρες της Ανατολικής Ασίας, παρότι οι κυβερνήσεις των χωρών της περιοχής έχουν διαθέσει τεράστια χρηματικά ποσά για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Σύμφωνα με την Αμερικανίδα Άννα Λούι Σάσμαν, δημοσιογράφο και συγγραφέα του βιβλίου που θα κυκλοφορήσει σύντομα με τίτλο Inconceivable: The Impossibility of Family in an Age of Uncertainty (σε ελεύθερη απόδοση: «Ασύλληπτο: Το αδύνατο του να κάνεις οικογένεια σε μια εποχή αβεβαιότητας»), η μείωση του αριθμού των γεννήσεων παγκοσμίως δεν δικαιολογείται μόνο από την «οικονομική δυνατότητα» των ανθρώπων να αποκτήσουν και να μεγαλώσουν παιδιά – μια έκφραση που αναφέρεται συχνά ως εξήγηση του γιατί οι άνθρωποι επιλέγουν να κάνουν μικρότερες οικογένειες. Η κρατική υποστήριξη προς τους γονείς μπορεί να βοηθήσει, όμως οι άνθρωποι αποκτούν λιγότερα παιδιά τόσο σε χώρες που προσφέρουν ελάχιστη βοήθεια όσο και σε εκείνες που φημίζονται για τα γενναία οικογενειακά επιδόματα.
Το κοινό χαρακτηριστικό που παρατηρούν οι μελετητές του φαινομένου της υπογεννητικότητας σε διαφορετικές χώρες, κουλτούρες και διαφορετικά πολιτικά περιβάλλοντα, είναι το αίσθημα των νέων ανθρώπων ότι το μέλλον είναι υπερβολικά αβέβαιο για να αναλάβουν τη δια βίου δέσμευση να γίνουν γονείς.
Η θεωρία της αίσθησης ανασφάλειας
Κατά τη Σάσμαν, «η θεωρία της αίσθησης ανασφάλειας» δικαιολογεί τη δημογραφική κρίση. Το μέλλον ποτέ δεν ήταν εξασφαλισμένο, γράφει σε δοκίμιό της στους ΝΥΤ, όμως σήμερα αισθανόμαστε ότι ζούμε σε μια εποχή πρωτοφανούς αβεβαιότητας. Στις ΗΠΑ, η διάρκεια του χρόνου παραμονής στην ίδια θέση εργασίας έχει μειωθεί και η αστάθεια των εισοδημάτων έχει αυξηθεί.
Το προσδόκιμο ζωής, άλλοτε σε αδιάκοπη ανοδική πορεία, έχει μειωθεί για γυναίκες και άνδρες με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Παράλληλα, πολλές από τις δυνάμεις στις οποίες βασίζεται η αμερικανική οικονομία, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η μετανάστευση και το παγκόσμιο εμπόριο, προκαλούν αίσθημα ανησυχίας και αστάθειας. Η κλιματική κρίση επιδεινώνεται, ενώ και το πρόβλημα της στέγασης οξύνεται.
Δύο γενιές τραυματισμένες: Millennials και Gen Z
Επιπλέον, οι δύο γενιές που βρίσκονται σήμερα σε ηλικία τεκνοποίησης φέρουν τα ψυχολογικά και οικονομικά τραύματα της εποχής κατά την οποία ενηλικιώθηκαν. Οι μεγαλύτεροι millennials (οι γεννημένοι μεταξύ 1981-1996) εισήλθαν στην αγορά εργασίας κατά τη διάρκεια της ύφεσης του 2008· πολλοί εξ αυτών είδαν τους γονείς τους να χάνουν τη δουλειά ή το σπίτι τους.
Πολλά μέλη της Gen Z (οι γεννημένοι μεταξύ 1997-2012), που είδαν τη ζωή τους να ανατρέπεται από την πανδημία του κορωνοϊού, καλούνται τώρα να ανταγωνιστούν την τεχνητή νοημοσύνη για την πρώτη τους θέση εργασίας. Και το γεγονός ότι τις ΗΠΑ κυβερνά ο Ντόναλντ Τραμπ, ένας άνθρωπος προσηλωμένος στη δημιουργία χάους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, δεν βελτιώνει την κατάσταση.



