Μετά την απάντηση της Τεχεράνης στη διπλωματική πρόταση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ — και αφού ο ίδιος χαρακτήρισε την ιρανική απάντηση «εντελώς απαράδεκτη» — κυβερνήσεις, αγορές και ενεργειακοί σχεδιαστές από τον Περσικό Κόλπο έως την Ευρώπη βρίσκονται ξανά αντιμέτωποι με το ίδιο ερώτημα: οδεύει η περιοχή προς σταθεροποίηση ή προς μια πιο μόνιμη μορφή γεωπολιτικής αβεβαιότητας;
Οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν αμέσως μετά την αμερικανική απόρριψη της ιρανικής απάντησης, υπενθυμίζοντας πόσο γρήγορα η διπλωματική ασάφεια μπορεί να μετατραπεί σε οικονομική πίεση.
Το βαθύτερο όμως ζήτημα είναι άλλο.
Η διπλωματία δεν αποτελεί πλέον απλώς το αντίθετο της αστάθειας. Όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε έναν από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων η αστάθεια διαχειρίζεται χωρίς ποτέ να επιλύεται πραγματικά.
Η πραγματική σημασία της παρούσας στιγμής ίσως βρίσκεται λιγότερο στο αν οι συνομιλίες θα συνεχιστούν και περισσότερο στο τι αποκαλύπτει η εσωτερική συζήτηση στο Ιράν για το μέλλον της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης υπό συνθήκες παρατεταμένης πίεσης.
Η πραγματική διαπραγμάτευση του Ιράν δεν είναι πλέον μόνο με την Ουάσιγκτον. Είναι ολοένα και περισσότερο με τον ίδιο του τον εαυτό.
Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν εισέρχεται σε αυτή τη φάση από θέση στρατηγικής αυτοπεποίθησης. Χρόνια κυρώσεων, στρατιωτικής πίεσης, περιφερειακού ανταγωνισμού και διπλωματικής απομόνωσης έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών της Τεχεράνης. Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι τα κράτη που βρίσκονται υπό παρατεταμένη πίεση δεν γίνονται απαραίτητα πιο συμβιβαστικά. Συχνά γίνονται πιο εσωτερικά κατακερματισμένα, πιο προσανατολισμένα στην ασφάλεια και πιο αποφασισμένα να διατηρήσουν τη στρατηγική τους αυτονομία ακόμη και όταν επιδιώκουν προσωρινή ανακούφιση.
Αυτή η αντίφαση γίνεται πλέον όλο και πιο ορατή μέσα στο ίδιο το ιρανικό πολιτικό σύστημα.
Για ένα μέρος του καθεστώτος, κάποια μορφή ελεγχόμενου διπλωματικού συμβιβασμού ίσως είναι πλέον αναγκαία για να σταθεροποιηθεί η οικονομία, να μειωθεί η εξωτερική πίεση και να προστατευθούν οι βασικοί πυλώνες του συστήματος. Για άλλους όμως, οποιοσδήποτε συμβιβασμός υπό πίεση κινδυνεύει να νομιμοποιήσει ακριβώς την αρχιτεκτονική πίεσης που η Τεχεράνη αντιμάχεται εδώ και δεκαετίες. Σε αυτή τη λογική, η διπλωματία μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο αν παρουσιαστεί όχι ως υποχώρηση αλλά ως μορφή στρατηγικής αντοχής.
Η διαίρεση αυτή είναι πολύ πιο σύνθετη από την παραδοσιακή διάκριση μεταξύ «μετριοπαθών» και «σκληροπυρηνικών». Το εσωτερικό ιρανικό debate αντανακλά πλέον αλληλοεπικαλυπτόμενα συμφέροντα μεταξύ προεδρίας, κοινοβουλίου, θρησκευτικών μηχανισμών, υπηρεσιών ασφαλείας και Φρουρών της Επανάστασης, όλοι λειτουργώντας υπό συνθήκες αυξανόμενης εξωτερικής πίεσης και εσωτερικής αβεβαιότητας.
Η περίπτωση του Ιράν αντανακλά επίσης μια ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα που αφορά όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά συνολικά τη Δύση: η παρατεταμένη πίεση μπορεί να αποδυναμώνει οικονομικά και στρατιωτικά ένα κράτος χωρίς απαραίτητα να οδηγεί σε πολιτική συνθηκολόγηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, ενισχύει τους μηχανισμούς ασφαλείας και ενθαρρύνει τη στρατηγική καθυστέρηση αντί του πραγματικού συμβιβασμού.
Αυτή η αβεβαιότητα αφορά άμεσα και την Ευρώπη.
Για την Ελλάδα ειδικότερα, η σημασία της είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Η ενεργειακή ασφάλεια, η σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου, οι θαλάσσιες εμπορικές οδοί μέσω Σουέζ και Ερυθράς Θάλασσας, αλλά και η συνολική οικονομική ανθεκτικότητα της χώρας εξαρτώνται από ένα διεθνές περιβάλλον προβλεψιμότητας. Αν όμως η διπλωματία παράγει μόνο προσωρινές παύσεις χωρίς πραγματική αποκατάσταση εμπιστοσύνης, τότε και η Ελλάδα θα χρειαστεί να προσαρμοστεί σε μια εποχή μόνιμης στρατηγικής αβεβαιότητας.
Για την Αθήνα, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Η ελληνική ναυτιλία, οι ενεργειακές υποδομές, οι εισαγωγές LNG, η Αλεξανδρούπολη, η Ανατολική Μεσόγειος και οι εμπορικές ροές μέσω Σουέζ και Ερυθράς Θάλασσας συνδέονται πλέον άμεσα με την αστάθεια στον Κόλπο. Η Ελλάδα δεν είναι απλώς παρατηρητής των εξελίξεων. Είναι μέρος της ευρύτερης γεωοικονομικής αλυσίδας που επηρεάζεται από αυτές.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα εξελίσσεται όλο και περισσότερο σε ενεργειακό και γεωστρατηγικό κόμβο για την Ευρώπη, συνδέοντας τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, τη Μεσόγειο και τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές.
Ως χώρα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ με αυξανόμενο ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα έχει συμφέρον να βλέπει την κρίση όχι μόνο ως μεσανατολικό ζήτημα, αλλά ως δοκιμασία της ευρωπαϊκής και διατλαντικής στρατηγικής ανθεκτικότητας.
Η Κίνα επίσης παρακολουθεί προσεκτικά. Για το Πεκίνο, το Ιράν αποτελεί πλέον ένα πραγματικό γεωπολιτικό εργαστήριο για το πώς η αμερικανική πίεση μπορεί να μεταβάλλει τη συμπεριφορά ενός αντιπάλου κράτους χωρίς όμως να παράγει απαραίτητα σταθερότητα ή συνθηκολόγηση.
Πολλά σενάρια παραμένουν ανοιχτά.
Η ιρανική απάντηση φαίνεται να επιβεβαιώνει μάλλον παρά να επιλύει τη βαθύτερη αμφισημία. Η Τεχεράνη επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση προς την άρση των κυρώσεων, την αποφυγή περαιτέρω επιθέσεων και την προστασία της ναυσιπλοΐας, ενώ η Ουάσιγκτον απέρριψε την απάντηση ως ανεπαρκή. Από εδώ και πέρα, είναι ακόμη πιθανές νέες συνομιλίες, παρατεταμένη ασάφεια ή και νέα κλιμάκωση.
Μια ευρύτερη συμφωνία παραμένει θεωρητικά εφικτή, αλλά δύσκολη. Οποιαδήποτε βιώσιμη συμφωνία θα απαιτούσε όχι μόνο περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα και οικονομική ανακούφιση, αλλά και ένα πολιτικό πλαίσιο που θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να παρουσιάσει τον συμβιβασμό ως συμβατό με την εθνική κυριαρχία και όχι ως υποταγή.
Το σημαντικότερο μάθημα είναι ίσως το εξής: οι διαπραγματεύσεις δεν εγγυώνται πλέον σταθερότητα. Όλο και περισσότερο αποτελούν μέρος της ίδιας της αρχιτεκτονικής πίεσης και διαχείρισης της αστάθειας.
Και ακριβώς αυτή η μετάβαση — από τη διπλωματία ως λύση στη διπλωματία ως μόνιμη διαχείριση της αστάθειας — είναι ίσως η πιο σημαντική γεωπολιτική εξέλιξη που πρέπει σήμερα να απασχολεί την Ελλάδα, την Ευρώπη και τη Δύση συνολικά.



