Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η βουτιά των δύο 17χρονων στο κενό από την ταράτσα μιας εξαώροφης πολυκατοικίας στην Ηλιούπολη συνιστά μια οδυνηρή τομή στον χρόνο. Με την απώλεια της μίας κοπέλας και την κρίσιμη μάχη της δεύτερης στο νοσοκομείο, η κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με την ωμή πραγματικότητα μιας γενιάς που δείχνει να λυγίζει.

Η συλλογική συνείδηση καλείται να διαχειριστεί την πίεση ενός κόσμου που κινείται με ταχύτητες, οι οποίες συχνά ξεπερνούν τις αντοχές και την κατανόηση της εφηβικής ψυχής. Πίσω από τη βουβή πτώση, διαγράφεται το προφίλ μιας εφηβείας που καλείται να ισορροπήσει σε ένα περιβάλλον γεμάτο αντιφάσεις, όπου η υπερέκθεση στην ψηφιακή ζωή γεννά, παράδοξα, την πιο βαθιά αποξένωση.

Στην εποχή της ασταμάτητης διασύνδεσης, οι νέοι μεγαλώνουν μέσα σε έναν «θόρυβο» προσδοκιών και εικόνων, που συχνά λειτουργούν ως αόρατες παγίδες. Η σύγχρονη ζωή επιβάλλει μια κουλτούρα διαρκούς σύγκρισης, όπου η μοναξιά δεν κρύβεται στην απομόνωση, αλλά στην αδυναμία των εφήβων να βρουν αυθεντικά στηρίγματα, μέσα σε έναν ωκεανό από κλικ και εφήμερη αποδοχή. Το κενό της ταράτσας στην Ηλιούπολη μοιάζει να αντανακλά ένα άλλο, εσωτερικό κενό, το οποίο η ενήλικη κοινωνία συχνά δυσκολεύεται να διακρίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες των δωματίων και τις φωτεινές οθόνες.

Ωστόσο, μια κοινωνία που παρακολουθεί τους εφήβους της να «γκρεμίζονται» στο κενό, αναμετράται με την κατάρρευση των εκπαιδευτικών της δομών και των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η αντιμετώπιση αυτής της κρίσης δεν επιτρέπεται να επαφίεται στην τύχη ή στην προσωπική ανθεκτικότητα του κάθε παιδιού, ούτε να αποσιωπάται κάτω από το χαλί της κοινωνικής αδιαφορίας. Ακόμη και όταν το οικογενειακό περιβάλλον αδυνατεί να ανταποκριθεί, η προστασία των νέων παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Αποτελεί την αυτονόητη υποχρέωση κάθε κράτους, που θέλει να ονομάζεται κοινωνικό.

Είναι επιτακτική η ανάγκη για μια νέα, ειλικρινή «συμμαχία» ανάμεσα στην οικογένεια, το σχολείο και την πολιτεία, που θα λειτουργεί ως ένα ζωντανό δίχτυ προστασίας. Η οικογένεια καλείται να επανακτήσει τον ρόλο του συναισθηματικού καταφυγίου, έναν χώρο όπου η σιωπή των παιδιών αποκωδικοποιείται και μεταφράζεται σε ουσιαστικό διάλογο. Παράλληλα, το σχολείο οφείλει να απεκδυθεί τον ρόλο του στείρου μηχανισμού επιδόσεων και ανταγωνισμού, για να μετεξελιχθεί σε ένα ασφαλές λιμάνι αποδοχής και συναισθηματικής καλλιέργειας. Τέλος, η πολιτεία έχει το χρέος να ξεπεράσει τις αποσπασματικές παρεμβάσεις και να οικοδομήσει στιβαρές, μόνιμες δομές ψυχοκοινωνικής στήριξης, άμεσα προσβάσιμες σε κάθε νέο που νιώθει το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του.

Αντί για την αναζήτηση απαντήσεων εκ των υστέρων, η τραγωδία αυτή θέτει την κοινωνία προ των ευθυνών της για ουσιαστική πρόληψη. Η εφηβική απελπισία δε γεννιέται τυχαία, αλλά τρέφεται από την απουσία ορατότητας και την έλλειψη αναχωμάτων. Η θωράκιση της ψυχικής υγείας των νέων παύει να αποτελεί μια θεωρητική ανάγκη και μετατρέπεται σε έναν απόλυτο όρο για τη διαφύλαξη του μέλλοντός τους. Σε ένα περιβάλλον που συχνά κυριαρχείται από ψηφιακές ψευδαισθήσεις, η επιστροφή στις σταθερές που προσφέρουν αληθινό νόημα και ασφάλεια είναι πλέον μονόδρομος. Οφείλουμε να ενισχύσουμε τους δεσμούς που κρατούν τα παιδιά στην πραγματικότητα, προτού η απόγνωση οριστικοποιηθεί ως η μοναδική, μοιραία επιλογή.