Δεν ανασύρεται από το αρχείο και δεν διενεργείται στο εξής καμία έρευνα για τις υποκλοπές, παρά την δικαστική απόφαση, καθώς ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλας αποφάσισε ότι από τη δίκη και την δικαστική απόφαση δεν προέκυψαν νεότερα γεγονότα.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, σε μια μακροσκελέστατη ανακοίνωση με παράθεση σειρά νομικών εξηγήσεων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα στοιχεία που προέκυψαν από την πολύμηνη δίκη των τεσσάρων δεν συνιστούν νέα στοιχεία, τέτοια που θα οδηγήσουν σε ανάσυρση από το αρχείο και σε περαιτέρω έρευνα για την υπόθεση.

Μετά ταύτα ο Άρειος Πάγος δια του Εισαγγελέα του κλείνει το θέμα των υποκλοπών σε επίπεδο νέας έρευνας και το μόνο που μένει ανοικτό είναι η δίκη σε δεύτερο βαθμό των τεσσάρων και μηνύσεις που θα κατατεθούν από θύματα οι οποίες ωστόσο δεν είναι βέβαιον ότι δεν εμποδίζονται σε περαιτέρω διερεύνηση από την πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Ολόκληρη η απόφαση

Το χρονικό της απόφασης

Η κίνηση αυτή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έρχεται σε ευθεία απάντηση των ερωτημάτων που έθεσε η ίδια η δικαιοσύνη κατά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης. Παρά το γεγονός ότι το δικαστήριο «έδειξε» περαιτέρω έρευνα, η ανώτατη εισαγγελική αρχή έκρινε πως ο κύκλος των αποκαλύψεων έκλεισε οριστικά.

Τι αποφάσισε το δικαστήριο

Υπενθυμίζεται ότι οι τέσσερις κατηγορούμενοι (Félix Bitzios, Sara Aleksandra Hamou, Tal Jonathan Dilian και Ιωάννης Λαύρανος) καταδικάσθηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών έκαστος, με εκτιτέα τα 8 έτη. Κρίθηκαν ένοχοι για παράνομη παρακολούθηση, παραβίαση απορρήτου επικοινωνίας και παράνομη πρόσβαση σε συστήματα δεδομένων, σε βάρος 87 παθόντων.

Τι ζήτησε το δικαστήριο και τι απαντά ο Εισαγγελέας

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο παρέπεμψε στον Εισαγγελέα τρία επιπλέον ζητήματα:

α) εάν υπάρχουν άλλοι συμμέτοχοι (αναφέρονται ονομαστικά Rotem Farkash, Merom Harpaz, Δημ. Ξυπτεράς, Ιωάν. Ζουμπής κ.ά.),

β) εάν στοιχειοθετείται έγκλημα κατασκοπείας,

γ) εάν υπάρχει παράνομη διακίνηση λογισμικού παρακολούθησης μετά τις 9.12.2022.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απορρίπτει και τα τρία:

  • Για τους πιθανούς συμμετόχους: Τα στοιχεία που εισήγαγε το δικαστήριο δεν είναι “νέα” κατά την έννοια του νόμου. Ήταν ήδη γνωστά στον Αντεισαγγελέα Ζήση κατά την προκαταρκτική εξέταση. Ο Εισαγγελέας σημειώνει ότι ζητείται ουσιαστικά μια τρίτη έρευνα, χωρίς νέα αποδεικτικά ερείσματα.
  • Για την κατασκοπεία: Δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη “κρατικού απορρήτου” κατά την έννοια του νόμου. Ειδικά ως προς τον Χρήστο Σπιρτζή, ο οποίος κατέθεσε στη δίκη ότι στο κινητό του βρίσκονταν emails με απόρρητο περιεχόμενο, ο Εισαγγελέας επισημαίνει ότι η ύπαρξη αυτών των μηνυμάτων στη συσκευή την ημέρα της επίθεσης (Νοέμβριος 2021) δεν αποδείχθηκε ποτέ. Επιπλέον, η διατήρηση τέτοιων εγγράφων σε κινητό μετά την απώλεια της υπουργικής ιδιότητας αποκλείει εξ ορισμού τον χαρακτήρα τους ως κρατικών απορρήτων.
  • Για τη διακίνηση λογισμικού μετά το 2022: Η μαρτυρία του Παναγιώτη Κούτσιου, στην οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο, αφορούσε σύστημα ανάλυσης δεδομένων (Big Data Analysis), όχι κατασκοπευτικό λογισμικό. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία διακίνησης Predator μετά τις 9.12.2022.

Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα

Ο Εισαγγελέας επαναλαμβάνει ρητώς το εύρημα της αρχικής προκαταρκτικής εξέτασης: δεν υπήρξε εμπλοκή κρατικής υπηρεσίας (ΕΥΠ, Αντιτρομοκρατική, ΕΛΑΣ, Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη) με το Predator. Η υπόθεση παραμένει στο αρχείο ως προς κάθε άλλο πρόσωπο πέραν των τεσσάρων καταδικασθέντων.