Πρώτα απορρίπτονται από το κοινό και τους κριτικούς. Ύστερα περνούν σε μια φάση αδράνειας και εξαφανίζονται. Στο τέλος, όμως, γίνονται «καλτ». Και μετά το καλτ, έρχεται το remake – τουλάχιστον αυτή είναι η διαδρομή του «Faces of Death», της ταινίας τρόμου που παρουσιάστηκε ως shockumentary (ψευδοντοκιμαντέρ, καλύτερα) και «απαγορεύτηκε σε 46 χώρες».
Στο 2026 πλέον, το «Faces of Death» απασχολεί ξανά και έντονα, λόγω της νέας ταινίας που βασίζεται, φυσικά, σε αυτή του 1978. Σε σκηνοθεσία του Ντάνιελ Γκόλντχαμπερ, πρωταγωνιστούν οι Μπάρμπι Φερέιρα, Ντάκρε Μοντγκόμερι, Τζόσι Τότα, Άαρον Χόλιντεϊ, Τζερμέιν Φάουλερ και Charli XCX.
Το μετα-μυθοπλαστικό remake προκάλεσε κι αυτό αντιδράσεις, καθώς το πρώτο του τρέιλερ αφαιρέθηκε γρήγορα από το YouTube για παραβίαση των πολιτικών περί «βίαιου ή γραφικού περιεχομένου».
Παρ’ όλα αυτά, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς μια νέα ταινία που κυκλοφορεί στις αίθουσες θα μπορούσε να έχει την ίδια αποσταθεροποιητική επίδραση που είχε το πρωτότυπο του 1978 στο κοινό της οικιακής ψυχαγωγίας – κυκλοφόρησε σε κασέτα.
Τι συνέβη, όμως, πριν από 48 χρόνια και γιατί το «Faces of Death» προκάλεσε τόσο μεγάλη αναστάτωση; Ισχύει ότι οι σκηνές είναι αληθινές; Τελικά, απαγορεύτηκε σε 46 χώρες όπως τόνιζαν οι δημιουργοί του;
Για χρόνια, πολλά αναπάντητα ερωτήματα όπως τα παραπάνω περιέβαλλαν την ταινία του Τζον Άλαν Σουόρτς, όπως και των φθηνών απομιμήσεων της όπως η σειρά «Traces Of Death» (1993 έως 2000). Ας τα πάρουμε από την αρχή.
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση
Το αρχικό «Faces Of Death», που επικεντρώνεται στον παθολόγο Φράνσις Μπ. Γκρος, τον οποίο υποδύεται ο ηθοποιός Μάικλ Καρ, εντάσσεται σε μια μακρά παράδοση ψευδο-ρεαλιστικού κινηματογράφου εκμετάλλευσης (exploitation film), που περιλαμβάνει το προκλητικό ντοκιμαντέρ του 1962, «Mondo Cane». Ο Σουόρτς, σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας, το είχε αναφέρει ως κύρια επιρροή του.
Ξεκινώντας με μια σκηνή εγχείρησης ανοιχτής καρδιάς, η ταινία είναι αποφασισμένη να δοκιμάσει το κοινό της από την αρχή – βέβαια, αυτό δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με ό,τι ακολουθεί. Κατά τη διάρκεια του πρωτότυπου του 1978, οι θεατές θα εκτεθούν σε πλάνα πτωμάτων, κακοποίησης ζώων, ατυχημάτων και εκτελέσεων. Αυτό που ξεκινά ως μια φαινομενικά ψεύτικη ιστορία γίνεται ξαφνικά υπερβολικά αληθινό, προκαλώντας ένα έντονο αίσθημα εσωτερικής ανησυχίας.
Η αλήθεια είναι ότι η αρχική ταινία είναι ένα μείγμα πραγματικών πλάνων και «κινηματογράφου» – περίπου 60% αληθινή και 40% ψεύτικη. Οι σκηνές από σφαγεία και το Ολοκαύτωμα είναι γνήσιες, αλλά και πιο αμφισβητήσιμα σημεία, όπως αυτό μιας γυναίκας που πηδάει στο κενό, είναι επίσης αληθινά, έχοντας αγοραστεί από τον σκηνοθέτη από άλλες χώρες και ειδησεογραφικούς οργανισμούς. Ευτυχώς, μερικές από τις πιο οδυνηρές σκηνές είναι στημένες. Μια πρώιμη σκηνή κακοποίησης ζώων, για παράδειγμα, δεν είναι αληθινή.
Οι αντιδράσεις

Το πρώτο «Faces Of Death» (ακολούθησαν και σίκουελς) ήταν απαγορευμένο στη Γερμανία μέχρι το 2022. Αποτέλεσε επίσης αντικείμενο διαμάχης στην πατρίδα του Σουόρτς, την Καλιφόρνια, το 1985, όταν δύο μαθητές του Λυκείου μήνυσαν το σχολείο τους αφού ο δάσκαλος των μαθηματικών τούς έβαλε, για κάποοιο λόγο, να δουν την ταινία· τα παιδιά κέρδισαν αποζημίωση 100.000 δολαρίων.
Μάλιστα, η ταινία κατηγορήθηκε ότι ενέπνευσε δύο πραγματικές δολοφονίες: μια ανθρωποκτονία το 1986 από έναν 14χρονο με ρόπαλο του μπέιζμπολ στη Μασαχουσέτη και μια διπλή δολοφονία το 1988 στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Και στις δύο περιπτώσεις, η σύνδεση της ταινίας με εγκλήματα οδήγησε σε αυξημένες πιέσεις για λογοκρισία ή ολική απαγόρευσή της.
Λόγω του σκληρού περιεχομένου της, λοιπόν, απαγορεύτηκε και λογοκρίθηκε σε πολλές χώρες. Η ταινία συχνά διαφημίζεται ως «Απαγορευμένη σε 46 χώρες», αλλά αυτός ο ισχυρισμός ήταν υπερβολικός για λόγους μάρκετινγκ.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, βέβαια, η ταινία διώχθηκε ποινικά και προστέθηκε στη λίστα των «video nasties», καθώς κρίθηκε ότι παραβίαζε τον Νόμο περί Άσεμνων Δημοσιευμάτων του 1959. Το 2003, επιτράπηκε η κυκλοφορία της ταινίας σε DVD, ωστόσο απαιτήθηκαν περικοπές διάρκειας 2 λεπτών και 19 δευτερολέπτων.
Στην Αυστραλία, παρά την απαγόρευση, κυκλοφόρησαν αρκετές πειρατικές βιντεοκασέτες (VHS), ενώ η απαγόρευση άρθηκε το 2007. Ωστόσο, τα σίκουελ της παραμένουν απαγορευμένα στη χώρα. Την ίδια τύχη είχε το «Faces of Death» και στη Νέα Ζηλανδία.
Το «Faces of Death» στο σήμερα
View this post on Instagram
Μοιάζει περίεργο που κάτι τόσο ισχυρά ενοχλητικό όσο το «Faces Of Death» έγινε remake στις μέρες μας. Η αλήθεια είναι όμως πως δύσκολα θα αγγίξει τις ίδιες ευαίσθητες χορδές με τις προκλητικές εικόνες του. Ζούμε, άλλωστε, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Μια βόλτα σύντομη βόλτα στα social media είναι αρκετή για να καταλάβουμε πως η έκθεσή μας σε σκληρές εικόνες, αληθινές ή μη, είναι καθημερινή. Αυτόματα, λοιπόν, η έκθεση αυτή στερεί από τους θεατές το απαραίτητο μυστήριο που έκανε την αρχική ταινία τόσο ανησυχητική.
Το «Faces of Death» του Σουόρτς ήταν τρομακτικό επειδή εκμεταλλευόταν αποτελεσματικά τους προ-διαδικτυακούς φόβους ότι αυτό που έβλεπες θα μπορούσε να είναι αληθινό, κατέρριπταν τα πνευματικά σου όρια, και σε έκαναν να αμφισβητείς τη μικρή εσωτερική φωνή που σε προειδοποιούσε: «Είναι μόνο μια ταινία».
Πλέον, γνωρίζεις πολύ καλά πως ναι, πρόκειται για ταινία κι αν όχι, τότε για ένα βίντεο που δημιουργήθηκε με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης.



