Ο Στέφανο, Ιταλός φωτογράφος τέχνης από το Λιβόρνο, μέσα στην πανδημία αποφασίζει να δουλέψει ως διανομέας φαγητού για να αυξήσει το εισόδημά του.

Αρχικά, αισθάνεται μεγάλη ελευθερία, καθώς εργάζεται χωρίς αφεντικό, χωρίς ωράριο, με άμεσες απολαβές.

Πολύ γρήγορα, όμως, η υπόσχεση αυτή μετατρέπεται σε άγχος, εξάρτηση και αβεβαιότητα απέναντι σε έναν αλγόριθμο που αποφασίζει -χωρίς εξήγηση- τις βάρδιες, επιβάλλει ποινές και επηρεάζει ακόμα και την ψυχική του υγεία.

Από αυτήν ακριβώς την καθημερινή εμπειρία των διανομέων που εργάζονται μέσα από πλατφόρμες διανομών ξεκινά το βιβλίο Αλγόριθμοι της Αντίστασης (εκδόσεις Ροπή) των Τιτζιάνο Μπονίνι και Εμιλιάνο Τρερέ που αναλύει τις πλατφόρμες όχι μόνο σαν μηχανισμούς ελέγχου, αλλά και ως χώρους που οι χρήστες έχουν τη δύναμη να αναπτύξουν μορφές αντίστασης.

«Η αφήγηση της παντοδυναμίας των αλγορίθμων οδηγεί στην αδράνεια, τον μηδενισμό και την απελπισία»

Οι Ιταλοί ακαδημαϊκοί εξετάζουν τους τρόπους που οι χρήστες οικειοποιούνται τους αλγόριθμους για να πετύχουν αυτό που θέλουν στην εργασία, τον πολιτισμό και την πολιτική. Απέναντι στο κυρίαρχο αφήγημα της παντοδυναμίας των αλγορίθμων, οι συγγραφείς αναδεικνύουν την δυνατότητα για αντίσταση των χρηστών με το να ασκούν επιρροή στο αποτέλεσμα των αλγορίθμων.

Τι σας ώθησε αρχικά να γράψετε ένα βιβλίο που αντιμετωπίζει τους αλγόριθμους όχι μόνο ως συστήματα ελέγχου, αλλά και ως πιθανά εργαλεία αντίστασης;

Όταν αρχίσαμε να σχεδιάζουμε αυτό το βιβλίο, μεταξύ του 2018 και του 2019, διαβάζαμε μόνο βιβλία που παρουσίαζαν μια μονοδιάστατη οπτική για τη δύναμη των ψηφιακών πλατφορμών, σαν εμείς οι χρήστες να ήμασταν απλώς αβοήθητα θύματα, ανίκανα να αντισταθούμε. Αυτή το αφήγημα εξακολουθεί να είναι αρκετά διαδεδομένο στα μέσα ενημέρωσης, αλλά όχι πλέον στον ακαδημαϊκό χώρο.

Υποστηρίζετε ότι οι αλγόριθμοι δεν είναι απλώς εργαλεία καταπίεσης, αλλά μπορούν επίσης να αποτελέσουν «αλγόριθμους αντίστασης». Πώς ορίζετε την «αλγοριθμική δράση» και γιατί είναι ζωτικής σημασίας να εξετάζουμε τι κάνουν οι άνθρωποι στους αλγόριθμους, αντί απλώς τι κάνουν οι αλγόριθμοι στους ανθρώπους;

Οι σπουδές πλατφορμών μας έχουν προσφέρει ισχυρά εργαλεία για την κατανόηση της αλγοριθμικής καταπίεσης — μελετητές όπως οι Noble, Eubanks και Zuboff έχουν φωτίσει τον τρόπο με τον οποίο οι αλγόριθμοι κάνουν διακρίσεις και παρακολουθούν.

Ωστόσο, εστιάζοντας τόσο έντονα στο τι κάνουν οι αλγόριθμοι στους ανθρώπους, έχει μείνει στη σκιά το αντίστροφο ερώτημα: τι κάνουν οι άνθρωποι στους αλγόριθμους; Αυτό είναι το ερώτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο του βιβλίου μας.

Ορίζουμε την «αλγοριθμική δράση» ως την ανακλαστική ικανότητα των ανθρώπων να ασκούν επιρροή στο αποτέλεσμα ενός αλγορίθμου. Αντλώντας από τη θεωρία του Giddens, υποστηρίζουμε ότι οι άνθρωποι και οι αλγοριθμικές υποδομές διαμορφώνουν αμοιβαία η μία την άλλη πλευρά σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο.

Όταν οι διανομείς της Deliveroo μαθαίνουν να ακυρώνουν βάρδιες χωρίς να χάνουν βαθμούς αξιολόγησης ή όταν οι οδηγοί της Uber συντονίζονται μέσω του Telegram για να προκαλέσουν την αύξηση των τιμών, επηρεάζουν τους αλγορίθμους.

Και ωστόσο, είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην το ρομαντικοποιούμε. Όπως μας υπενθύμισε η Ien Ang, δεν πρέπει να εξισώνουμε αβίαστα το «ενεργό» με το «ισχυρό».

Αυτό που θέλουμε είναι μια πιο ειλικρινής αφήγηση — μια αφήγηση που να λαμβάνει υπόψη τόσο το δομικό βάρος της εξουσίας των πλατφορμών όσο και την επίμονη, εφευρετική, συχνά μικροσκοπική δράση που ασκούν οι άνθρωποι στο πλαίσιο αυτών.

Είναι σημαντικό να εξετάσουμε πώς οι άνθρωποι επηρεάζουν τους αλγόριθμους για δύο λόγους. Πρώτον, για να μην πέσουμε στην ιδεολογική παγίδα που μας οδηγεί να πιστεύουμε ότι αυτές οι πλατφόρμες είναι άτρωτες, ανίκητες και πανίσχυρες. Αυτή η αφήγηση οδηγεί στην αδράνεια, τον μηδενισμό και την απελπισία. Ωστόσο, μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα, τόσο σε μικρο- όσο και σε μακρο-επίπεδο, ρυθμίζοντάς τες κατάλληλα.

Δεύτερον, μας δίνει μια πιο ρεαλιστική και λιγότερο απαισιόδοξη εικόνα για τον εαυτό μας ως ανθρώπινα όντα, καθώς δεν είμαστε εντελώς παθητικά υποκείμενα, ούτε χειραγωγούμαστε τόσο εύκολα.

«Πρέπει να εξετάζουμε τι κάνουν οι άνθρωποι στους αλγόριθμους, αντί απλώς τι κάνουν οι αλγόριθμοι στους ανθρώπους»

Στην εισαγωγή του βιβλίου, ακολουθείτε τον Στέφανο, έναν διανομέα στο Λιβόρνο, του οποίου ο αρχικός ενθουσιασμός για την πλατφόρμα μετατρέπεται σε εξάρτηση και άγχος. Γιατί επιλέξατε να ξεκινήσετε το βιβλίο με μια τέτοια ιστορία;

Επιλέξαμε τον Στέφανο ακριβώς λόγω της απλότητάς του. Είναι ένας 43χρονος φωτογράφος τέχνης από το Λιβόρνο, ο οποίος κατέβασε την εφαρμογή Deliveroo κατά τη διάρκεια του πρώτου lockdown λόγω COVID-19, αφού έχασε τη δουλειά του ως ελεύθερος επαγγελματίας.

Επισκεύασε ένα παλιό ποδήλατο και άρχισε να κάνει διανομές. Η πρώτη εβδομάδα του έδωσε την αίσθηση της ελευθερίας — κέρδισε σχεδόν 300 ευρώ, χωρίς αφεντικό, χωρίς υποχρεώσεις. Έναν μήνα αργότερα, έλεγχε με αγωνία την εφαρμογή για βάρδιες, νιώθοντας εξαρτημένος από ένα σύστημα που μόλις και μετά βίας καταλάβαινε.

Αυτό που αποτυπώνει η ιστορία του είναι ολόκληρη η πορεία της εμπειρίας με την πλατφόρμα: η αρχική γοητεία της αυτονομίας, και στη συνέχεια η σταδιακή ανακάλυψη της εξάρτησης και της αδιαφάνειας. Δεν είχε καταλάβει τον αλγόριθμο μέχρι που ένας συνάδελφος στην ομάδα WhatsApp των τοπικών διανομέων του εξήγησε ότι η απουσία του από μία βάρδια του είχε κοστίσει δύο βαθμούς αξιολόγησης. Αυτή η μικρή πτώση άλλαξε τα πάντα: χειρότερες βάρδιες, μειωμένα έσοδα, μια τιμωρία που δεν είχε ανακοινωθεί ποτέ από κανένα κανόνα. Όμως η ιστορία δεν αφορά μόνο τη θυματοποίηση.

Χωρίς εκείνη την ομάδα στο WhatsApp, μας είπε ο Στέφανο, θα είχε ήδη παραιτηθεί. Η ομάδα αυτή ήταν η πρώτη του επαφή με τη συλλογική αλγοριθμική νοημοσύνη και την αλληλεγγύη: μια κοινή, ανεπίσημη, από τη βάση προς την κορυφή γνώση για το πώς να χειριστεί κανείς ένα σύστημα που έχει σχεδιαστεί για να κρατά τους εργαζόμενους απομονωμένους και υποχωρητικούς.

Ο Τιτζιάνο Μπονίνι, ο ένας εκ των συγγραφέων του βιβλίου, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σιένα με εξειδίκευση στην κοινωνιολογία του πολιτισμού και της επικοινωνίας.

Χρησιμοποιείτε την έννοια της «Ηθικής Οικονομίας» για να εξηγήσετε τη σύγκρουση μεταξύ πλατφορμών και χρηστών. Πώς μας βοηθά αυτή η έννοια να κατανοήσουμε γιατί μια πλατφόρμα αποκαλεί μια πρακτική «gaming» (εξαπάτηση), ενώ ένας εργαζόμενος την αποκαλεί «βελτιστοποίηση» ή ακόμα και επιβίωση;

Ο Βρετανός μαρξιστής ιστορικός του πολιτισμού Έντουαρντ Πάλμερ Τόμσον υποστήριξε το 1971 ότι οι Άγγλοι που συμμετείχαν σε εξεγέρσεις για τρόφιμα στο παρελθόν δεν ήταν παράλογοι όχλοι. Ενεργούσαν σύμφωνα με μια συνεκτική ηθική αντίληψη: το ψωμί έπρεπε να έχει μια «δίκαιη τιμή» και οι έμποροι που την παραβίαζαν άξιζαν δημόσια τιμωρία. Διαχώριζε δύο ανταγωνιστικές ηθικές οικονομίες, χωρίς να χαρακτηρίζει τη μία πιο ηθική από την άλλη.

Εφαρμόζουμε αυτή τη λογική στις πλατφόρμες: οι Deliveroo, Uber και Instagram ενσαρκώνουν μια συγκεκριμένη ηθική οικονομία — νεοφιλελεύθερες αξίες ανταγωνισμού, ατομικής βελτιστοποίησης και εκμετάλλευσης δεδομένων. Όταν ένας διανομέας εκμεταλλεύεται τον αλγόριθμο για να εξασφαλίσει καλύτερες βάρδιες, η πλατφόρμα το χαρακτηρίζει ως απάτη. Όταν ένας δημιουργός περιεχομένου στο Instagram συμμετέχει σε μια ομάδα για την ανταλλαγή «likes», η πλατφόρμα το χαρακτηρίζει ως μη αυθεντική συμπεριφορά. Αλλά από τη σκοπιά των χρηστών, αυτές είναι πράξεις επιβίωσης ή δίκαιης αποζημίωσης — «δίκαιες» ή «ορθές» αντιδράσεις σε ένα σύστημα που με αυθαίρετο τρόπο μείωσε τα κέρδη ή την προβολή τους. Όπως γράφουμε στο κεφάλαιο 2: η «εξαπάτηση» είναι στα μάτια του θεατή.

«Η απομόνωση που επιβάλλουν οι πλατφόρμες δεν είναι ποτέ απόλυτη, ούτε γίνεται εύκολα αποδεκτή από τους εργαζόμενους»

Το πρόβλημα είναι ότι η εξουσία να καθορίζεται τι θεωρείται «εξαπάτηση» δεν είναι ισότιμα κατανεμημένη. Οι πλατφόρμες διαθέτουν τεράστια θεσμική εξουσία για να επιβάλλουν το δικό τους ηθικό λεξιλόγιο — μπορούν να αποκλείσουν χρήστες, να τους επιβάλλουν «σκιώδη» αποκλεισμό ή να τους επιβάλλουν κυρώσεις. Αυτό που προσπαθεί να κάνει το βιβλίο μας είναι να δώσει φωνή στην άλλη ηθική οικονομία: εκείνη που εκφράζουν οι εργαζόμενοι και οι δημιουργοί στις ομάδες τους στο WhatsApp, και να δείξει ότι αυτή η εναλλακτική ηθική οπτική δεν είναι τυχαία, αλλά βαθιά συνεκτική.

Ανακαλύψατε ότι οι διανομείς δημιουργούν «αλγοριθμικές συμμαχίες» μέσω ιδιωτικών ομάδων στο WhatsApp και το Telegram. Πώς μετατρέπονται αυτοί οι ψηφιακοί χώροι στα νέα «εργοστάσια» της οργάνωσης και της αλληλεγγύης;

Η «οικονομία της περιστασιακής απασχόλησης» (gig economy σ.σ.) σχεδιάστηκε ρητά για να αποτρέψει τη συλλογική οργάνωση. Οι εργαζόμενοι είναι απομονωμένοι, νομικά χαρακτηρίζονται ως ανεξάρτητοι εργολάβοι και ο καθένας αντιμετωπίζει τον αλγόριθμο μόνος του.

Αυτό που μας εξέπληξε κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνάς μας ήταν ότι οι εργαζόμενοι είχαν δημιουργήσει αυθόρμητα κάτι που μοιάζει με συλλογικό χώρο στον ψηφιακό κόσμο.

Οι ομάδες στο WhatsApp και το Telegram που παρατηρήσαμε μεταξύ των διανομέων από την Κίνα προς την Ιταλία λειτουργούσαν ως άτυπα συνδικάτα ενός νέου είδους — χώροι για την ανταλλαγή αυτού που ονομάζουμε «αλγοριθμικό φαντασιακό». Συλλογικές θεωρίες για το πώς λειτουργεί στην πραγματικότητα η πλατφόρμα, που χτίστηκαν μέσα από την κοινή εμπειρία και την καθημερινή δοκιμή και λάθος.

Αυτές οι ομάδες δημιούργησαν επίσης αυτό που ονομάζουμε «αλγοριθμικές συμμαχίες» — σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ ανθρώπων που οργανώθηκαν με στόχο την αντίσταση στον αλγόριθμο. Το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα είναι οι συλλογικές αποσυνδέσεις των Κινέζων και Μεξικανών διανομέων, με σκοπό να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις πλατφόρμες, ή να φουσκώσουν τεχνητά την τιμή μιας παραγγελίας, ή να εξασφαλίσουν ότι ακόμη και εκείνοι οι διανομείς που δεν είχαν λάβει καμία παραγγελία κατά τη διάρκεια της ημέρας θα μπορούσαν να κερδίσουν κάποια χρήματα. Πρόκειται για συλλογική δράση που στρέφει την ίδια την αλγοριθμική λογική της πλατφόρμας εναντίον της ίδιας της πλατφόρμας, δηλαδή αντίσταση μέσω του αλγορίθμου, όχι απλώς εναντίον του.

Ωστόσο, προσέχουμε να μην υπερβάλλουμε. Αυτές οι ομάδες είναι ευάλωτες, ευπαθείς και δεν αντικαθιστούν την επίσημη συνδικαλιστική οργάνωση. Ωστόσο, αποδεικνύουν εμπειρικά ότι η απομόνωση που επιβάλλουν οι πλατφόρμες δεν είναι ποτέ απόλυτη, ούτε γίνεται εύκολα αποδεκτή από τους εργαζόμενους.

Στο κεφάλαιο σας για τον πολιτισμό, περιγράφετε την προβολή ως πεδίο μάχης. Μήπως η προβολή —η συνεχής προσπάθεια να «γίνεσαι ορατός» στον αλγόριθμο του Instagram ή του TikTok— έχει πλέον εξελιχθεί σε μια μορφή εργασίας από μόνη της;

Υποστηρίζουμε ότι η προβολή έχει καταστεί το βασικό νόμισμα της πολιτιστικής εργασίας που διεξάγεται μέσω πλατφορμών.

Για τους μουσικούς, τους φωτογράφους και τους δημιουργούς, η προβολή δεν αποτελεί πλέον παράπλευρο προϊόν της καλής δουλειάς — είναι η ίδια η δουλειά, ή τουλάχιστον είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν. Ονομάζουμε «εργασία της προβολής» τη συνεχή, εξαντλητική προσπάθεια να γίνει κανείς αντιληπτός από τον αλγόριθμο, να κατανοήσει τις προτιμήσεις του και να οργανώσει συλλογικές πρακτικές που θα μπορούσαν να τον παρακάμψουν ή να τον ενισχύσουν.

Οι ομάδες του Instagram που μελετήσαμε το αποδεικνύουν αυτό με τον καλύτερο τρόπο. Αυτές οι κλειστές ομάδες — στο WhatsApp ή στο Telegram — συντονίζουν τη συστηματική ανταλλαγή «μου αρέσει» και σχολίων μέσα σε λίγα λεπτά από τη δημοσίευση κάθε ανάρτησης, με σκοπό να ξεγελάσουν τον αλγόριθμο αλληλεπίδρασης ώστε να προωθήσει το περιεχόμενό τους. Τα μέλη καταρτίζουν λεπτομερείς κανόνες και πρότυπα αμοιβαιότητας. Πρόκειται για οργανωμένη εργασία που διέπεται από κανόνες, ακόμα κι αν κανείς δεν την αποκαλεί έτσι. Τα μέλη νιώθουν υπερηφάνεια που καταφέρνουν να ξεγελάσουν το σύστημα, αλλά και ενοχή και εξάντληση.

Το πιο σημαντικό είναι ότι αυτό δημιουργεί μια δυναμική «αγώνα εξοπλισμών»: οι πλατφόρμες ανιχνεύουν τη συμπεριφορά των ομάδων και ενημερώνουν τους αλγόριθμούς τους· οι χρήστες προσαρμόζονται· οι πλατφόρμες προσαρμόζονται ξανά. Το κόστος της διατήρησης της ορατότητας συνεχίζει να αυξάνεται. Πρόκειται για έναν «διάδρομο ορατότητας» που ωφελεί τις πλατφόρμες πολύ περισσότερο από ό,τι τους εργαζόμενους.

«Η αλγοριθμική παιδεία δεν αποτελεί πλέον μια τεχνική δεξιότητα, αλλά μάλλον μια πολιτική αναγκαιότητα»

Ο Εμιλιάνο Τρερέ, ο δεύτερο εκ των συγγραφέων του βιβλίου «Αλγόριθμοι της Αντίστασης», διακεκριμένος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, στην Ισπανία, και αναπληρωτής καθηγητής στον τομέα της Διαχείρισης Δεδομένων και των Οικοσυστημάτων Μέσων Ενημέρωσης στο Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Αν εξετάσουμε κινήματα όπως το Indignados ή το #BlackLivesMatter, πώς έχει αλλάξει το «ρεπερτόριο διαμαρτυρίας» των διαδηλωτών στην εποχή των αλγορίθμων;

Η έννοια του «ρεπερτορίου διαμάχης» του Charles Tilly περιγράφει το ιστορικά συγκεκριμένο σύνολο μορφών συλλογικής δράσης που έχουν στη διάθεσή τους τα κινήματα σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Το επιχείρημά μας είναι ότι βιώνουμε ένα σημαντικό μετασχηματισμό αυτών των «ρεπερτορίων», ο οποίος καθοδηγείται από την αλγοριθμική λογική.

Κινήματα όπως τα Indignados και το #BlackLivesMatter ήταν από τα πρώτα που ανέπτυξαν αυτό που ονομάζουμε αλγοριθμικό ακτιβισμό: δημοφιλή hashtag, συντονισμένες αναρτήσεις, περιεχόμενο βελτιστοποιημένο για τις προτάσεις της πλατφόρμας — όλα αυτά χρησιμοποιούνται παράλληλα με τις παραδοσιακές διαδηλώσεις στους δρόμους. Ο αλγόριθμος έγινε μέρος του «ρεπερτορίου».

Αλλά αυτό είναι βαθιά αμφίρροπο. Οι πλατφόρμες επιβραβεύουν την αλληλεπίδραση και τη ραγδαία διάδοση ανεξάρτητα από το πολιτικό περιεχόμενο, πράγμα που σημαίνει ότι οι αλγοριθμικές τακτικές μπορούν να ενισχύσουν τα προοδευτικά κινήματα με την ίδια ευκολία που ενισχύουν τον ακροδεξιό λαϊκισμό ή την αυταρχική προπαγάνδα.

Αυτό το ονομάζουμε «αγνωστικισμό» του αλγοριθμικού ακτιβισμού. Τα ίδια εργαλεία είναι διαθέσιμα σε κινήματα με ριζικά αντίθετες ατζέντες. Τόσο οι Indignados όσο και η ακροδεξιά έμαθαν να εκμεταλλεύονται τα δημοφιλή θέματα.

Αυτός ο αγνωστικισμός αποτελεί ένα από τα πιο επείγοντα από πολιτική άποψη συμπεράσματά μας. Η αλγοριθμική παιδεία — η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι πλατφόρμες καθορίζουν το τι προβάλλεται — δεν αποτελεί πλέον μια τεχνική δεξιότητα, αλλά μάλλον μια πολιτική αναγκαιότητα για κάθε κίνημα που επιθυμεί να επιβιώσει και να αναπτυχθεί στο σημερινό περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης.

Είστε πολύ σαφείς όσον αφορά τη θέση σας ως λευκός, άνδρας, Ιταλός, ακαδημαϊκός πρώτης γενιάς που εργάζεται σε ιδρύματα του Βόρειου Ημισφαιρίου. Πώς αυτή η αυτογνωσία διαμόρφωσε τόσο τη μεθοδολογία όσο και τα συμπεράσματά σας;

Το δηλώνουμε ρητά στην εισαγωγή: και οι δύο είμαστε λευκοί, cisgender, Ιταλοί άνδρες, ακαδημαϊκοί πρώτης γενιάς που εργάζονται σήμερα σε ιδρύματα του Βόρειου Ημισφαιρίου. Όταν πραγματοποιήσαμε αυτή την έρευνα, είχαμε συσσωρεύσει αρκετό πολιτισμικό, κοινωνικό και οικονομικό κεφάλαιο ώστε να κάνουμε ενημερωμένες επιλογές σχετικά με τη χρήση της πλατφόρμας. Οι περισσότεροι από τους ερωτηθέντες μας δεν είχαν αυτή την πολυτέλεια — οι διανομείς που παρακολουθήσαμε δεν επέλεξαν το Deliveroo· πολλοί δεν είχαν βιώσιμη εναλλακτική λύση. Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί συστατικό στοιχείο της ερευνητικής σχέσης.

Μοιραζόμαστε επίσης ένα κοινό ιστορικό ως ακτιβιστές στα μέσα ενημέρωσης και στην πολιτική στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, γεγονός που μας έκανε να είμαστε ενστικτωδώς ευαισθητοποιημένοι απέναντι σε μορφές αντίστασης που λειτουργούν κάτω από το όριο της επίσημης οργάνωσης. Αναγνωρίζουμε τη συμπάθεια που γεννά αυτό το ιστορικό. Λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη την παρατήρηση του Χάουαρντ Μπέκερ ότι «δεν μπορούμε να αποφύγουμε να πάρουμε θέση».
Από μεθοδολογική άποψη, αυτό μας ώθησε προς τη διαφάνεια και την επιστημολογική ταπεινότητα: δηλώσαμε ρητά τις θεωρητικές μας θέσεις από την αρχή και υποβάλαμε τα ευρήματά μας σε ορισμένους από τους συνεντευξιαζόμενους μας — συμπεριλαμβανομένων των κούριερ Ναντίμ και Μπρούνα από τη Φλωρεντία — για έλεγχο και διόρθωση. Αυτό που δεν μπορούμε να διασαφηνίσουμε πλήρως είναι αν η συμπάθειά μας για την αντίσταση μας οδήγησε μερικές φορές να υπερεκτιμήσουμε τη σημασία της. Ελπίζουμε ότι το πλαίσιο μας, το οποίο αναγνωρίζει ρητά ότι η ικανότητα δράσης δεν ισοδυναμεί με εξουσία, μας προστατεύει από το χειρότερο σενάριο αυτού του κινδύνου.

Ποιες ερωτήσεις άφησε αναπάντητες το βιβλίο και θα θέλατε να αναλάβουν άλλοι ερευνητές, δημοσιογράφοι ή ακτιβιστές;

Το σημαντικότερο κενό αφορά τον Παγκόσμιο Νότο. Παρότι περιλαμβάνει παραδείγματα από την Ινδία, το Μεξικό, την Κίνα και τη Μέση Ανατολή, το εμπειρικό επίκεντρο του βιβλίου παραμένει ευρωπαϊκό. Οι συνθήκες της εργασίας με περιστασιακές συμβάσεις και του ακτιβισμού σε περιβάλλοντα που διαμορφώνονται από την αποικιακή κληρονομιά ή την αυταρχική διακυβέρνηση δεν μπορούν απλώς να προσαρμοστούν σε πλαίσια που έχουν αναπτυχθεί κυρίως στην Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Χρειαζόμαστε ερευνητές που να είναι ενσωματωμένοι σε αυτά τα περιβάλλοντα — όχι μόνο για να εφαρμόζουν το πλαίσιο μας, αλλά και για να το δοκιμάζουν και να το μετασχηματίζουν.

Ένα δεύτερο κενό αφορά το τι συμβαίνει μετά τη μικροαντίσταση. Καταγράφουμε τις καθημερινές τακτικές με εθνογραφική πλούσια περιγραφή, αλλά αναφερόμαστε λιγότερο στις συνθήκες υπό τις οποίες οι τακτικές αυτές μπορούν να εξελιχθούν σε κάτι πιο διαρκές και δομικά μετασχηματιστικό. Θα θέλαμε οι συνδικαλιστές, οι ακτιβιστές και οι νομικοί –ιδίως σε χώρες όπου η οργάνωση των εργαζομένων της «gig economy» έχει ήδη αποφέρει νομικές νίκες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία– να διερευνήσουν περαιτέρω αυτό το ζήτημα.