Καθώς το άγχος και το στρες κυριαρχούν όλο και περισσότερο στη σύγχρονη ζωή παθολόγοι, νευρολόγοι και ψυχίατροι συνταγογραφούν αφειδώς βενζοδιαζεπίνες, ουσίες που μπορεί μεν βραχυπρόθεσμα να ανακουφίζουν τους ασθενείς, αλλά μακροπρόθεσμα έχουν σαν αποτέλεσμα να εθίζονται σε αυτές χιλιάδες χρήστες.
Αν σε αυτό προσθέσουμε το γεγονός ότι η απεξάρτηση από τους ουσίες αυτές είναι μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία καταλαβαίνει κανείς γιατί οι ειδικοί κάνουν λόγο για μια σιωπηλή επιδημία.
«Νιώθω εθισμένη, φοβάμαι ότι δε μπορώ να απεξαρτηθώ»
«Επαθα την πρώτη κρίση πανικού τον Δεκέμβριο του 2020. Ηταν την περίοδο του Covid όταν η μητέρα μου χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο και μάς είπαν ότι έπρεπε να διασωληνωθεί. Ταυτόχρονα αντιμετώπιζα και κάποιες δυσκολίες στο εργασιακό μου περιβάλλον», αναφέρει μιλώντας στο ΒΗΜΑ η κυρία Ελευθερία Μπ., 32 ετών, ιδιωτική υπάλληλος.
«Κάποια στιγμή ένοιωσα την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή, σαν να επρόκειτο να πεταχτεί έξω από το στήθος μου. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω καλά, ένοιωθα ότι πνίγομαι, ότι ο αέρας δεν φτάνει στους πνεύμονές μου. Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν, άρχισα να ιδρώνω και το κεφάλι μου γύριζε σαν να ήμουν έτοιμη να λιποθυμήσω. Το στήθος μου πονούσε λες και με πίεζε κάτι βαρύ. Ενοιωθα ναυτία και το στομάχι μου να ανακατεύεται. Φοβόμουν ότι ή θα πεθάνω ή θα τρελαθώ», λέει.
Όπως εξηγεί οι κρίσεις άρχισαν να επαναλαμβάνονται και κάθε φορά ήταν και πιο έντονες. «Αρχισα να αποφεύγω να βγαίνω έξω, να αποφεύγω ανθρώπους και δραστηριότητες, γιατί σκεφτόμουν αν μου συμβεί εκεί, δεν θα μπορώ να φύγω. Σταμάτησα να οδηγώ, να πηγαίνω σε εστιατόρια ή να μένω μόνη. Ο φόβος του φόβου έγινε ο χειρότερος εχθρός μου. Αναγκάστηκα να απευθυνθώ σε έναν ψυχίατρο που μού έγραψε να πάρω βενζοδιαζεπίνες και συγκεκριμένα alprazolam. Ομολογώ ότι με βοήθησαν αρκετά. Εκτοτε συνέχισα να τις παίρνω και πραγματικά με βοηθούσαν. Όμως όταν αποφάσισα να τις σταματήσω ανακάλυψα ότι δεν ήταν και τόσο εύκολο. Οι φοβίες άρχισαν να επιστρέφουν. Το ίδιο και οι κρίσεις. Αυτή τη στιγμή δεν τις έχω διακόψει, αν και ακολουθώντας τις συμβουλές του γιατρού μου προσπαθώ να μη τις παίρνω τόσο συχνά. Παρ΄ όλα αυτά νοιώθω εθισμένη και φοβάμαι ότι δεν μπορώ να απεξαρτηθώ. Εχω δοκιμάσει πολλά, όπως βελονισμό, ασκήσεις αναπνοής, μακρινούς περιπάτους, αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπάρχει πάντα ο φόβος ότι οι κρίσεις θα επανέλθουν».
Εξάρτηση
Όπως εξηγεί μιλώντας στο ΒΗΜΑ ο κ Μιχάλης Μούγιας, ψυχίατρος/ψυχοθεραπευτής, «οι βενζοδιαζεπίνες όντως προκαλούν εξάρτηση. Κυκλοφορούν από τη δεκαετία του 60. Παλιότερα είχαμε τα βαρβιτουρικά τα οποία ήταν πολύ πιο εθιστικά, και γι’ αυτό απαγορεύτηκαν και πήραν τη θέση τους οι βενζοδιαζεπίνες. Ο λόγος που είναι εθιστικές οι ουσίες αυτός είναι πρώτα απ’ όλα ότι είναι πολύ αποτελεσματικά φάρμακα, δηλαδή ένας ασθενής που έχει άγχος για οποιονδήποτε λόγο, έχει μια αγχώδη διαταραχή, μια διαταραχή πανικού κλπ, παίρνοντας τα φάρμακα αυτά νοιώθει άμεση ανακούφιση. Ενας επίσης σημαντικός παράγοντας είναι ότι στις ουσίες αυτές αναπτύσσεται γρήγορα ανοχή, που σημαίνει ότι χρειάζομαι μεγαλύτερη δόση για να έχω το ίδιο αποτέλεσμα».
Ο κ Μούγιας σημειώνει ότι οι βενζοδιαζεπίνες έχουν επίδραση στους GABA υποδοχείς και με τη χρήση τους έχουμε μια σταδιακή εκφύλιση των υποδοχέων αυτών οπότε χρειάζεσαι μεγαλύτερη δόση για το ίδιο αποτέλεσμα. Οι GABA υποδοχείς είναι πρωτεΐνες στη μεμβράνη των νευρικών κυττάρων που συνδέονται με τον νευροδιαβιβαστή GABA, τον κύριο ανασταλτικό νευροδιαβιβαστή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Βοηθούν στη μείωση της νευρωνικής διέγερσης, στη χαλάρωση, στον ύπνο και στην αντιμετώπιση του άγχους.
«Ενας άλλος λόγος που οι ουσίες αυτές προκαλούν εθισμό είναι ότι είναι λιπόφυλες, δηλαδή εισδύουν στον λιπώδη ιστό οπότε μένουν μεγάλο διάστημα στον οργανισμό, γι’ αυτό και είναι πιο εύκολο να εξαρτηθούν ηλικιωμένοι άνθρωποι που έχουν μεγαλύτερο ποσοστό λιπώδους ιστού ή και οι γυναίκες για τον ίδιο λόγο», επισημαίνει ο κ Μούγιας.
«Επίσης κάνουν στερητικό σύνδρομο. Υπάρχουν περιπτώσεις ασθενών που έπαιρναν τις ουσίες αυτές, ακόμα και για λίγο καιρό και με το που σταμάτησαν άρχισαν να παρουσιάζουν συμπτώματα στέρησης, όπως ανησυχία, διαταραχές στον ύπνο, περισσότερο άγχος κλπ», συμπληρώνει.
Ο κ Μούγιας υπογραμμίζει ότι η κληρονομικότητα παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της εξάρτησης. «Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι συγγενείς πρώτου βαθμού ανθρώπων που είχαν εξάρτηση στο αλκοόλ ή σε άλλες ουσίες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν και αυτοί κάποια εξάρτηση. Επίσης έχουν μεγάλη πιθανότητα εξάρτησης γυναίκες που έχουν χρόνιες διαταραχές με το άγχος, όπως επίσης και άτομα με σύνδρομο μετατραυματικού στρες, με διαταραχές προσωπικότητας, με οριακή διαταραχή, καθώς επίσης και άνθρωποι που κάνουν χρήση άλλων ουσιών», αναφέρει.
«Κατ’ αρχήν το πρώτο που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή, δηλαδή όταν χορηγούμε αυτές τις ουσίες είναι πολύ σημαντικό να ξεκινάμε με χαμηλές δόσεις. Επίσης δεν θα πρέπει να χορηγούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ιδιανικά θα πρέπει να χορηγούνται για μια δύο – εβδομάδες, το πολύ ένα μήνα ώστε να υποχωρήσουν τα συμπτώματα άγχους και στη συνέχεια να συνεχίσουμε με μια πιθανόν άλλη αγωγή, συνήθως
αντικαταθλιπτικά. Επίσης πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στο πώς θα τις διακόψουμε. Δηλαδή πρέπει να τις διακόπτουμε στα αρχικά στάδια όταν ακόμα είναι νωρίς και δεν έχει δημιουργηθεί εξάρτηση. Ακόμα είναι πολύ σημαντικό να ενημερώνεται ο ασθενής σωστά για την επίδραση και τους πιθανούς κινδύνους των χαπιών. Δηλαδή να ξέρει ο ασθενής ότι το φάρμακο αυτό θα τον βοηθήσει, αλλά θα πρέπει να το πάρει για πολύ μικρό διάστημα. Και επίσης σημαντικό είναι το follow up, να παρακολουθείται ο ασθενής από τον γιατρό», λέει ο κ Μούγιας.
Απεξάρτηση
Όπως σημειώνουν οι ειδικοί η απεξάρτηση από τις βενζοδιαζεπίνες είναι μια δύσκολη διαδικασία που απαιτεί ιατρική επίβλεψη, υπομονή και ολοκληρωμένη υποστήριξη. Τα κύρια προβλήματα περιλαμβάνουν τα έντονα συμπτώματα στέρησης και τον κίνδυνο υποτροπής. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, τρέμουλο, εφίδρωση, ναυτία ή και μυϊκούς σπασμούς. Επίσης ο χρήστης μπορεί να νοιώθει έντονο άγχος, αϋπνία, ευερεθιστότητα, κατάθλιψη, αίσθημα αποπροσανατολισμού και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και ψυχωσικά επεισόδια.
Λόγω της έντασης των συμπτωμάτων στέρησης, πολλοί επανέρχονται στη χρήση για να ανακουφιστούν. Η διαδικασία απεξάρτησης μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση, ιδιαίτερα αν τα συμπτώματα επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα. Όπως λένε οι ειδικοί η ταυτόχρονη χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα και να περιπλέξει την απεξάρτηση. Να σημειωθεί ότι τα ποσοστά επιτυχίας της διακοπής κυμαίνονται από 15 – 50%.
Ο Τζόρνταν Πίτερσον, Καναδός κλινικός ψυχολόγος, καθηγητής ψυχολογίας και συγγραφέας έχει αναφερθεί εκτενώς στον αγώνα του για απεξάρτηση από τις βενζοδιαζεπίνες, και συγκεκριμένα την κλοναζεπάμη, την οποία του συνταγογράφησαν για τη διαχείριση του άγχους. Το 2019, η κατάσταση επιδεινώθηκε λόγω προσωπικών και επαγγελματικών πιέσεων, καθώς και της διάγνωσης της συζύγου του με καρκίνο. Η προσπάθειά του να διακόψει τη χρήση των φαρμάκων οδήγησε σε σοβαρά συμπτώματα στέρησης, όπως έντονο άγχος, αϋπνία και νευρολογικές επιπλοκές.
Οι ειδικοί λένε ότι είναι απαραίτητο η απεξάρτηση να γίνεται υπό την καθοδήγηση ψυχιάτρου ή ειδικού, με σταδιακή μείωση της δόσης (συνήθως 10-25% κάθε 1-2 εβδομάδες). Όπως επισημαίνουν η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT) μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση του άγχους και στην ανάπτυξη μη φαρμακευτικών στρατηγικών αντιμετώπισης. Επίσης η συμμετοχή σε ομάδες υποστήριξης ή προγράμματα αποκατάστασης μπορεί να ενισχύσει την ψυχολογική ανθεκτικότητα. Τέλος, τεχνικές όπως η γιόγκα ή η φυσική άσκηση μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση των συμπτωμάτων.






