Η διαδρομή του Ιρανού σκηνοθέτη, κινηματογραφιστή και παραγωγού Σιαμάκ Ετεμάντι (Cavo d’Oro, Pari) είναι άρρηκτα δεμένη με την απόφαση του να ζήσει και να εργαστεί μακριά από το Ιράν, σε έναν τόπο όπου η καλλιτεχνική έκφραση μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα, πέρα από τους περιορισμούς και τη λογοκρισία της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Οι ταινίες του συχνά κινούνται ανάμεσα στη μνήμη της περσικής του καταγωγής και τη δημιουργική ελευθερία που βρήκε στην Ελλάδα.
Αυτή την εποχή το πρώτο του μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ, The Stuff We Are Made Of / Από Τι Είμαστε Φτιαγμένοι, τον έχει βάλει στο μονοπάτι της περιοδείας, για την προώθηση του ντοκιμαντέρ που προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες από τον Φεβρουάριο. Ο πόλεμος στο Ιράν τον ανησυχεί πολύ – έχει εκεί οικογένεια, παιδικούς φίλους, ανθρώπους που αγωνιούν για το συλλογικό τους αύριο.
«Ένας άνθρωπος σαν εμένα που ζει και εργάζεται στη Δύση έχει την ελευθερία να μιλήσει, να πάρει θέση, να εκφράσει σκέψεις που πολλοί μέσα στο Ιράν δεν μπορούν να διατυπώσουν δημόσια χωρίς κίνδυνο. Αυτό είναι ένα προνόμιο, αλλά και μια υποχρέωση», λέει ο Σιαμάκ Ετεμάντι.
Ο ίδιος έχει πολλά να πει: για τον «καρκίνο» από τα κύτταρα του Ιράν που είναι το θεοκρατικό καθεστώς, τους Ιρανούς που είδαν τις ζωές τους να συντρίβονται υπό τον βίαιο αυταρχισμό του, την απόλυτα συνειδητοποιημένη ματιά του ιρανικού λαού στη γεωπολιτική των συμφερόντων που έχει προκαλέσει τον πόλεμο εναντίον του Ιράν.
«Γεννήθηκα την περίοδο του Σάχη και όταν ήμουν επτά χρονών έγινε η επανάσταση. Μεγάλωσα μέσα σε μια κοινωνία που άλλαζε δραματικά, όπου η καθημερινότητα καθοριζόταν από έναν πολύ αυστηρό και ταυτόχρονα παράλογο ιδεολογικό και θρησκευτικό έλεγχο».
Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στο Ιράν, αλλά από το 1995 ζείτε στην Αθήνα. Πόσο συνειδητή και πόσο επώδυνη ήταν η απόφασή σας να φύγετε από τη χώρα σας;
Γεννήθηκα την περίοδο του Σάχη και όταν ήμουν επτά χρονών έγινε η επανάσταση. Μεγάλωσα μέσα σε μια κοινωνία που άλλαζε δραματικά, όπου η καθημερινότητα καθοριζόταν από έναν πολύ αυστηρό και ταυτόχρονα παράλογο ιδεολογικό και θρησκευτικό έλεγχο. Η γενιά των γονιών μου μιλούσε συχνά για το πόσο μετάνιωσαν την επανάσταση. Έλεγαν ότι οι ζωές τους καταστράφηκαν από αυτή την τραγωδία που ονομάστηκε Ισλαμική Επανάσταση και ότι το μόνο που ήθελαν ήταν εμείς, τα παιδιά τους, να έχουμε μια καλύτερη ζωή. Πίστευαν ότι αυτό ήταν αδύνατο όσο το ισλαμικό καθεστώς κυβερνούσε τη χώρα. Έλεγαν συχνά: «Οι δικές μας ζωές μπορεί να χάθηκαν, αλλά τουλάχιστον εσείς πρέπει να σωθείτε».
Με αυτή την έννοια, η απόφαση να φύγω δεν ήταν πραγματικά δύσκολη. Ήταν σχεδόν αυτονόητη. Ήξερα ότι αν θέλω να κάνω το σινεμά που ονειρεύομαι, έπρεπε να βρεθώ κάπου όπου θα μπορώ να μιλήσω ελεύθερα. Φυσικά, το να αφήνεις τη γλώσσα σου, την οικογένειά σου και τον τόπο όπου μεγάλωσες είναι πάντα επώδυνο. Η μετανάστευση, ακόμη κι όταν είναι εκούσια, έχει πάντα μια σκιά απώλειας. Ταυτόχρονα όμως νιώθαμε ότι κουβαλάμε μέσα μας κάτι πολύ βαθύτερο: έναν πολιτισμό που δεν εξαρτάται από κανένα καθεστώς. Ο περσικός πολιτισμός είναι διαχρονικός. Τον κουβαλάμε μέσα μας όπου κι αν βρεθούμε. Αυτή η βεβαιότητα – ότι αυτή η βαθιά πολιτισμική κληρονομιά θα παραμένει πάντα μέρος της ταυτότητάς μου και των δημιουργιών μου – έκανε την απόφαση πιο εύκολη.
«Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το έχω ζήσει εδώ και η κινηματογραφική μου πατρίδα είναι χωρίς αμφιβολία η Ελλάδα. Ταυτόχρονα όμως στον πυρήνα μου παραμένει ζωντανή η περσική ταυτότητα, ως μέρος ενός πολύ παλιού πολιτισμού που συνεχίζει να με διαμορφώνει».
Έχετε μιλήσει για τους περιορισμούς της Ισλαμικής Δημοκρατίας σε ό,τι αφορά την καλλιτεχνική έκφραση. Τι ήταν αυτό που νιώθατε ότι δεν μπορούσατε να πείτε ή να δείξετε αν παραμένατε στο Ιράν;
Ήξερα ότι το σινεμά που ήθελα να κάνω δεν θα μπορούσα να το δημιουργήσω μέσα στο καθεστώς λογοκρισίας της Ισλαμικής θεοκρατίας. Από πολύ νωρίς ένιωθα ότι οι ιστορίες που με ενδιέφεραν – οι ανθρώπινες σχέσεις, η ελευθερία του ατόμου, η επιθυμία και ο έρωτας – δεν μπορούσαν να ειπωθούν ειλικρινά μέσα σε ένα τέτοιο σύστημα. Στον κινηματογράφο στο Ιράν υπάρχουν αυστηροί κανόνες για το σώμα, για τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, για την πολιτική και τη θρησκεία. Οι παράλογες απαιτήσεις του καθεστώτος – να μη φαίνεται ούτε μια τούφα γυναικείου μαλλιού ή γυμνό δέρμα, να μην αγγίζονται άνδρες και γυναίκες – κάνουν σχεδόν αδύνατο να αφηγηθεί κανείς ιστορίες για την ερωτική επιθυμία, την οικειότητα και την ανθρώπινη εγγύτητα. Ακόμη και μια απλή σκηνή καθημερινής τρυφερότητας μπορούσε να μετατραπεί σε πολιτικό ζήτημα.
Δεν είναι μόνο το τι δείχνεις, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο κοιτάς τον κόσμο. Προσωπικά έχω μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στην εξουσία, και η ενασχόλησή μου με το σινεμά είναι, με έναν τρόπο, μια προσπάθεια απελευθέρωσης από τις εξωτερικές αλλά και τις εσωτερικές μορφές καταπίεσης και φόβου. Τίποτα από αυτά δεν ήταν πραγματικά δυνατό στο Ιράν, τουλάχιστον την εποχή που μεγάλωνα εκεί. Ο κινηματογραφικός μου τόπος τελικά έγινε η Ελλάδα, όπου σπούδασα, εργάζομαι και γύριζω τις ταινίες μου. Γιατί για μένα η τέχνη ξεκινά από την ελευθερία να κοιτάς τον άνθρωπο όπως πραγματικά είναι.

Σιαμάκ Ετεμάντι @Ανδριάνα Θεοχάρη
Ζώντας στην Ελλάδα, αισθάνεστε σήμερα περισσότερο Ιρανός ή ένας δημιουργός «ενδιάμεσης ταυτότητας»;
Νομίζω ότι η ταυτότητα ενός ανθρώπου που ζει πολλά χρόνια μακριά από τη χώρα του γίνεται αναπόφευκτα πιο σύνθετη. Οι άνθρωποι της διασποράς συχνά κουβαλούν δύο κόσμους μέσα τους και προσπαθούν συνεχώς να τους συμφιλιώσουν. Με έναν τρόπο, αυτή η ενδιάμεση κατάσταση είναι και η δική μου πραγματικότητα.
Θυμάμαι μια ιστορία που με σημάδεψε και που τελικά βρήκε τον δρόμο της και στην ταινία μου «Pari». Κάποια νύχτα, σε ένα μπαρ, διάβασα τυχαία ένα ποίημα στα αγγλικά. Δεν υπήρχε όνομα συγγραφέα, αλλά ένιωσα μια βαθιά οικειότητα με το βλέμμα του κόσμου που εξέφραζε. Αργότερα ανακάλυψα ότι ήταν μια ελεύθερη μετάφραση, σχεδόν μια επανεγγραφή, ενός ποιήματος του Ρουμί από τον Αμερικανό ποιητή Coleman Barks. Η μορφή του ποιήματος δεν είχε σχεδόν καμία σχέση με το περσικό πρωτότυπο, αλλά ο πυρήνας του, η φιλοσοφία και η κοσμοθεωρία του, ήταν εκεί. Με εξέπληξε μάλιστα όταν έμαθα ότι αυτές οι ελεύθερες μεταφράσεις του Ρουμί είχαν γίνει από τα πιο εμπορικά βιβλία ποίησης στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για μένα αυτή η ιστορία ήταν συμβολική. Κάτι βαθιά περσικό είχε βρει έναν νέο τρόπο να μιλήσει σε έναν άλλο κόσμο. Με έναν τρόπο έτσι νιώθω και τη δική μου ταυτότητα. Γεννήθηκα στο Ιράν, τα φαρσί είναι η μητρική μου γλώσσα, ζω και δημιουργώ στην Ελλάδα, η νέα μου πατρίδα, και συχνά επικοινωνώ με τον κόσμο στα αγγλικά, μέσα σε ένα όλο και πιο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Δεν είναι πάντα εύκολο, γιατί η ταυτότητα του μετανάστη είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση. Νιώθω όμως τόσο Έλληνας όσο και Ιρανός. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το έχω ζήσει εδώ και η κινηματογραφική μου πατρίδα είναι χωρίς αμφιβολία η Ελλάδα. Ταυτόχρονα όμως στον πυρήνα μου παραμένει ζωντανή η περσική ταυτότητα, ως μέρος ενός πολύ παλιού πολιτισμού που συνεχίζει να με διαμορφώνει.
«Για πολλούς, το καθεστώς δεν είναι πια απλώς μια αυταρχική κυβέρνηση, αλλά ένας μηχανισμός που έχει στραφεί ολοκληρωτικά εναντίον του ίδιου του λαού του. Έτσι, η σημερινή στιγμή βιώνεται ταυτόχρονα ως τραγωδία και ως μια πιθανή ιστορική ρωγμή».
Με τον πόλεμο ΗΠΑ – Ισραήλ εναντίον του Ιράν να κλιμακώνεται, πώς βιώνετε προσωπικά αυτή τη συγκυρία;
Για μένα αυτή η συγκυρία είναι οδυνηρή, αλλά και γεμάτη αντιφάσεις. Από τη μία υπάρχει η αγωνία: κάθε μέρα σκέφτομαι την οικογένειά μου, τους συγγενείς μου, τους παιδικούς μου φίλους, όλους εκείνους που βρίσκονται μέσα στο Ιράν και ζουν αυτή την κατάσταση χωρίς καμία προστασία. Όταν μιλάμε για πόλεμο τέτοιας κλίμακας, δεν μιλάμε αφηρημένα για γεωπολιτική. Μιλάμε για πραγματικούς ανθρώπους, για σπίτια, για γειτονιές, για ζωές που διαλύονται μέσα σε λίγες ώρες. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορώ να αγνοήσω ούτε αυτό που ακούω από πολλούς ανθρώπους μέσα στη χώρα: ότι μετά από δεκαετίες καταπίεσης, και ιδίως μετά τη σφαγή του Ιανουαρίου, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει φτάσει σε ένα σημείο απόγνωσης. Για πολλούς, το καθεστώς δεν είναι πια απλώς μια αυταρχική κυβέρνηση, αλλά ένας μηχανισμός που έχει στραφεί ολοκληρωτικά εναντίον του ίδιου του λαού του. Έτσι, η σημερινή στιγμή βιώνεται ταυτόχρονα ως τραγωδία και ως μια πιθανή ιστορική ρωγμή.
Ειλικρινά, αυτό που αισθάνομαι εγώ δεν είναι σημαντικό. Δεν ζω εκεί, ούτε έχω ζήσει εκεί εδώ και δεκαετίες. Δεν έχει σημασία τι λέω εγώ, τι λέτε εσείς ή τι λένε όλοι οι «ειδικοί» και οι «ακτιβιστές» από εδώ. Σημασία έχουν οι άνθρωποι που ζουν εκεί. Είναι οι ζωές τους. Είναι το μέλλον τους. Θυμάμαι μια πολύ χαρακτηριστική κουβέντα με έναν παιδικό μου φίλο στην Τεχεράνη. Όταν του εξέφρασα τη δική μου αγωνία για τις συνέπειες του πολέμου, μου είπε ότι αυτό το καθεστώς είναι σαν τον καρκίνο της χώρας, βγαλμένο από τα κύτταρά της, και γι’ αυτό τόσο δύσκολο να θεραπευτεί. Η δική του άποψη ήταν ότι μια επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ μοιάζει με χημειοθεραπεία: σκληρή, οδυνηρή, καταστροφική, αλλά ίσως αναγκαία για να υπάρξει έστω η πιθανότητα επιβίωσης. Είναι μια κυνική εικόνα, αλλά αποτυπώνει την απόγνωση που υπάρχει. Εγώ οφείλω να τη σεβαστώ και να τη μεταφέρω στους Έλληνες συμπολίτες μου, όσο κι αν μας είναι δύσκολο να τη συλλάβουμε.
Συμμερίζεστε τους πανηγυρισμούς που είδαμε για τον θάνατο του Χαμενεΐ;
Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για τον θάνατο ενός ανθρώπου με όρους χαράς. Δεν είναι αυτό το σημείο από το οποίο ξεκινώ. Όμως θα ήταν επίσης βαθιά άδικο να αγνοήσει κανείς τι έχει συμβεί στην ιρανική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια και, πιο πρόσφατα, τις σφαγές και την ακραία κρατική βία. Μιλάμε για δεκαετίες αυταρχισμού, εκτελέσεων, βασανισμών, φυλακίσεων, συστηματικής καταστολής και μιας θεοκρατικής εξουσίας που στέρησε από εκατομμύρια ανθρώπους το δικαίωμα σε μια φυσιολογική ζωή.
Γι’ αυτό καταλαβαίνω απολύτως το συναίσθημα ανακούφισης που εκφράζουν πολλοί Ιρανοί, τόσο στη διασπορά όσο και μέσα στο ίδιο το Ιράν. Ιδίως όταν πρόκειται για ανθρώπους που έχουν χάσει παιδιά, αδέλφια, φίλους, συντρόφους από την κρατική βία. Έχω ακόμη στο μυαλό μου την εικόνα μιας μητέρας που είχε χάσει τον γιο της στην εξέγερση «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» το 2022. Είχε πει κάποτε: «Υποσχέθηκα ότι θα χορέψω στον δρόμο τη μέρα που θα πεθάνει ο δολοφόνος του παιδιού μου». Και πράγματι, εκείνη τη μέρα χόρευε. Ποιος μπορεί να της αρνηθεί αυτό το συναίσθημα;
Άρα δεν θα το ονόμαζα τόσο χαρά όσο μια βαθιά, ιστορική ανακούφιση. Ανακούφιση γιατί για πολλούς ανθρώπους αυτός ο θάνατος συμβολίζει το τέλος μιας εποχής τρόμου. Συμμερίζομαι αυτό το αίσθημα; Ναι, στο μέτρο που κατανοώ από πού γεννιέται. Όχι ως πανηγυρισμό για τον θάνατο καθαυτό, αλλά ως κατανόηση του γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι νιώθουν ότι έφυγε από τη μέση ο άνθρωπος που ενσάρκωσε για δεκαετίες τη βία και την ταπείνωση.
«Ως καλλιτέχνες ο ρόλος μας δεν είναι να ερμηνεύουμε τα γεγονότα αλλά να τα καθιστούμε ορατά, να μεταφέρουμε φωνές πέρα από τα όρια του καθεστώτος. Ό,τι συμβαίνει στο Ιράν δεν είναι μακριά. Η σιωπή δεν θα ήταν ουδετερότητα· θα ήταν συμμετοχή στη λήθη».
Νιώθετε μία κάποια ευθύνη ως δημιουργός με ιρανικές ρίζες που ζει στη Δύση;
Νομίζω ότι η ευθύνη είναι διπλή, ίσως και αντιφατική. Από τη μία πλευρά, ένας άνθρωπος σαν εμένα που ζει και εργάζεται στη Δύση έχει την ελευθερία να μιλήσει, να πάρει θέση, να εκφράσει σκέψεις που πολλοί μέσα στο Ιράν δεν μπορούν να διατυπώσουν δημόσια χωρίς κίνδυνο. Αυτό είναι ένα προνόμιο, αλλά και μια υποχρέωση. Από την άλλη, υπάρχει και η ευθύνη της αυτοσυγκράτησης. Δηλαδή να μη μιλάς με την άνεση του ασφαλούς παρατηρητή για μια πραγματικότητα που άλλοι τη ζουν. Να μην κάνεις εύκολες γεωπολιτικές αναλύσεις από απόσταση, ούτε να φαντάζεσαι ότι ξέρεις καλύτερα από τους ανθρώπους που είναι εκεί. Αυτό που προσπαθώ να κάνω αυτές τις ημέρες είναι κυρίως να μεταφέρω όσα ακούω, ακόμη κι αν κάποιες από αυτές τις απόψεις δεν είναι ακριβώς οι δικές μου.
Η τέχνη μου είναι ο κινηματογράφος. Και ο κινηματογράφος χρειάζεται χρόνο. Οι καλλιτέχνες χρειάζονται χρόνο για να αφομοιώσουν τα γεγονότα, να τα επεξεργαστούν αισθητικά και να δημιουργήσουν κάτι που μπορεί πραγματικά να φτάσει συναισθηματικά και ουσιαστικά στο κοινό. Σε στιγμές σαν κι αυτήν όμως, δεν υπάρχει αυτός ο χρόνος. Τα γεγονότα τρέχουν πιο γρήγορα από την ικανότητά μας να τα κατανοήσουμε. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η ευθύνη ενός δημιουργού σε τέτοιες στιγμές είναι να επιμείνει στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας, να αντισταθεί στις απλουστεύσεις, να μη μετατρέψει τον πόνο ενός λαού σε σύνθημα ή σε μια εύκολη αφήγηση που εξυπηρετεί πολιτικές θέσεις.
Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει ο πόλεμος είχα γράψει ένα μικρό κείμενο σχετικά με τη θηριωδία του καθεστώτος τον περασμένο Ιανουάριο, που προσπαθούσε να αποτυπώσει ακριβώς αυτή τη θέση:
«Γράφω αυτά τα λόγια ως Ιρανός καλλιτέχνης της διασποράς, όχι ως πολιτικός εκπρόσωπος αλλά ως μάρτυρας. Όσα μοιράζομαι δεν ανήκουν στην ιδεολογία. Ανήκουν στο πένθος. Τις τελευταίες εβδομάδες έχουν βγει από το Ιράν εικόνες που αρνούνται να αποκαλύψουν ολοκληρωτικά το μέγεθος της σφαγής: ένας πατέρας που αναζητά τον γιο του ανάμεσα σε σειρές από σώματα, φωνάζοντας ξανά και ξανά το όνομά του, οικογένειες που χορεύουν στις κηδείες των παιδιών τους, όχι ως γιορτή αλλά ως πράξη αξιοπρέπειας και άρνησης. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες σκηνές αλλά για θραύσματα μιας πολύ μεγαλύτερης καταστροφής. Οι αναφορές μιλούν για δεκάδες χιλιάδες νεκρούς μέσα σε λίγες ημέρες, για πάνω από εκατό χιλιάδες τραυματίες, πολλούς μόνιμα τυφλωμένους, ενώ οι εκτελέσεις και οι θάνατοι υπό κράτηση συνεχίζονται…Ως καλλιτέχνες ο ρόλος μας δεν είναι να ερμηνεύουμε τα γεγονότα αλλά να τα καθιστούμε ορατά, να μεταφέρουμε φωνές πέρα από τα όρια του καθεστώτος. Ό,τι συμβαίνει στο Ιράν δεν είναι μακριά. Η σιωπή δεν θα ήταν ουδετερότητα· θα ήταν συμμετοχή στη λήθη.»
Από τότε μέχρι σήμερα έχουν συμβεί ακόμη περισσότερα. Αλλά νομίζω ότι αυτή η βασική ευθύνη παραμένει η ίδια, ακόμη και μέσα στον θόρυβο της πολιτικής και του πολέμου.
«Οι Ιρανοί που μιλούν μαζί μου δεν είναι αφελείς. Δεν πιστεύουν ότι οι μεγάλες δυνάμεις ενεργούν από αγάπη για τη δημοκρατία ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Καταλαβαίνουν πολύ καλά τη λογική των γεωπολιτικών συμφερόντων».
Τι άλλο σας μεταφέρουν οι δικοί σας άνθρωποι από το Ιράν;
Έχω οικογένεια, συγγενείς και παιδικούς φίλους στο Ιράν, και αυτό κάνει τα πάντα πολύ πιο άμεσα και επώδυνα. Η επικοινωνία βέβαια είναι συχνά αποσπασματική, γιατί κάθε φορά που η χώρα μπαίνει σε μια τέτοια συνθήκη, το καθεστώς περιορίζει το διαδίκτυο και τις τηλεπικοινωνίες. Ζεις με τη συνεχή αγωνία να μάθεις αν οι άνθρωποί σου είναι καλά.
Αυτό που μου μεταφέρουν από μέσα είναι ένα πολύ σύνθετο κλίμα. Δεν είναι ούτε απλός φόβος ούτε απλή οργή. Είναι ένα μείγμα τρόμου, εξάντλησης, αλλά και ελπίδας. Υπάρχει φυσικά φόβος, γιατί κανείς δεν ξέρει πού μπορεί να οδηγήσει ένας τέτοιος πόλεμος. Υπάρχει όμως και ένα πολύ βαθύ αίσθημα ότι το σημερινό καθεστώς πρέπει να τελειώσει, ακόμη κι αν η μετάβαση περάσει μέσα από πολύ βίαιες και οδυνηρές φάσεις. Αυτό είναι που νομίζω δυσκολεύει πολλές φορές ανθρώπους εκτός Ιράν να καταλάβουν την ψυχολογία της στιγμής.
Οι Ιρανοί που μιλούν μαζί μου δεν είναι αφελείς. Δεν πιστεύουν ότι οι μεγάλες δυνάμεις ενεργούν από αγάπη για τη δημοκρατία ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Καταλαβαίνουν πολύ καλά τη λογική των γεωπολιτικών συμφερόντων. Αλλά πολλοί λένε: αν αυτή τη στιγμή η αποκαθήλωση του καθεστώτος συμπίπτει με τα συμφέροντα άλλων δυνάμεων, τότε ας γίνει. Αύριο θα παλέψουμε και για το επόμενο βήμα. Η κουβέντα με τον παιδικό μου φίλο, και η μεταφορά του για τον καρκίνο που σας ανέφερα νωρίτερα, είναι χαρακτηριστική. Άρα το κλίμα που μου μεταφέρουν δεν είναι εθνική συσπείρωση γύρω από το καθεστώς. Είναι κυρίως αμφισβήτηση, οργή και η ελπίδα ότι ίσως, μέσα από αυτό το χάος, ανοίξει ένας δρόμος για το τέλος του.
Θα τολμούσατε μια ευχή ή μια εκτίμηση για το μέλλον του Ιράν;
Παρά τα πάντα, ναι, παραμένω συγκρατημένα αισιόδοξος. Όχι επειδή αγνοώ τη δυσκολίες, αλλά επειδή ξέρω πόσο βαθιά έχει αλλάξει η ιρανική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια. Είναι μια κοινωνία νέα, μορφωμένη, βαθιά πολιτικοποιημένη, πολύ πιο υποψιασμένη απέναντι σε κάθε μορφή αυταρχισμού. Νομίζω ότι η εμπειρία αυτών των δεκαετιών θεοκρατικής δικτατορίας έχει κάνει πολλούς Ιρανούς πιο άγρυπνους απέναντι στον κίνδυνο να αντικατασταθεί μια δικτατορία από μια άλλη. Η ευχή μου είναι να μπορέσει το Ιράν να περάσει σε μια μορφή ζωής πιο ελεύθερη, πιο δημοκρατική, πιο φυσιολογική. Η εκτίμησή μου είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας θέλει ακριβώς αυτό: όχι απλώς μια αλλαγή εξουσίας, αλλά μια χώρα όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να ζουν χωρίς φόβο, χωρίς θεοκρατικό έλεγχο, χωρίς τη μόνιμη ταπείνωση της καθημερινότητας.
Κρατώ επίσης μέσα μου κάτι βαθύτερο, που δεν είναι πολιτική ανάλυση αλλά ιστορική πίστη. Το Ιράν ως κράτος και ως πολιτισμός έχει επιβιώσει χιλιάδες χρόνια, έχει περάσει εισβολές, καταστροφές, σκοτεινές περιόδους, και παρ’ όλα αυτά δεν έσβησε. Ο περσικός πολιτισμός υπήρξε πάντα ένας φάρος μέσα στα σκοτάδια της ιστορίας. Εμείς οι Ιρανοί κουβαλάμε ακόμη αυτή τη μνήμη και αυτή τη βαθιά πολιτισμική συνέχεια. Πιστεύω λοιπόν ότι αυτός ο πολιτισμός θα μας βγάλει και από αυτή τη σκοτεινή παρένθεση της θεοκρατικής δικτατορίας. Δεν ξέρω πόσο γρήγορα θα γίνει, ούτε με ποια ακριβή πολιτική μορφή. Ξέρω όμως ότι η δύναμη που το ζητά υπάρχει ήδη παντού μέσα στην ιρανική κοινωνία, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε όλη τη χώρα. Και αυτό, για μένα, είναι ο πιο σοβαρός λόγος για να ελπίζει κανείς.






