Χθες ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αναγνώρισε για πρώτη φορά, ότι έχει και προσωπικό λόγο για την απόφαση του να επιτεθεί στο Ιράν. «Τον πρόλαβα πριν με προλάβει [ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεϊ]», δήλωσε ο Τραμπ σε συνέντευξη το βράδυ της Κυριακής, στο δίκτυο ABC, αναφερόμενος στην απόπειρα των Ιρανών να τον δολοφονήσουν το 2024.
Η πρόθεση του Ιράν να δολοφονήσει τον Τραμπ
Η πρόθεση του Ιράν να δολοφονήσει τον Τραμπ χρονολογείται από την εποχή της αεροπορικής επιδρομής των Ηνωμένων Πολιτειών που είχε διατάξει ο αμερικανός πρόεδρος και η οποία είχε ως αποτέλεσμα, τον θάνατο, στις 3 Ιανουαρίου 2020 στη Βαγδάτη, του ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί, αρχιτέκτονα των ιρανικών επιθέσεων στη Μέση Ανατολή.
Τρεις μέρες μετά τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές της 5ης Νοεμβρίου 2024, τις οποίες κέρδισε ο Τραμπ, οι ΝΥΤ ανέφεραν ότι σύμφωνα με ομοσπονδιακούς εισαγγελείς στο Μανχάταν, Ιρανοί απεργάζονταν σχέδιο δολοφονίας του Τραμπ. Ένας εκ των Ιρανών που μετείχαν στη συνωμοσία, είχε πει ότι τον Σεπτέμβριο του 2024, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του είχε αναθέσει να εκτελέσει σχέδιο της δολοφονίας του Τραμπ.
Η αποχώρηση Τραμπ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν
Το καλοκαίρι του 2024, εν μέσω προεκλογικής εκστρατείας, αμερικανοί αξιωματούχοι ασφαλείας εξέφραζαν έντονη ανησυχία ότι το Ιράν έμοιαζε να κλιμακώνει τα σχέδια για βία εντός των Ηνωμένων Πολιτειών, μεταξύ άλλων και κατά του Τραμπ. Και αυτό, διότι κατά την πρώτη του προεδρική θητεία, ο αμερικανός προέδρος είχε αποχωρήσει από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, του 2015, η οποία υποχρέωνε την Τεχεράνη να περιορίσει τις δραστηριότητες της ως προς την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Ο Τραμπ είχε επίσης επιβάλει στο Ιράν κυρώσεις, μεταξύ άλλων, και στις πωλήσεις πετρελαίου και στο τραπεζικό σύστημα, αποδυναμώνοντας, σε μεγάλο βαθμό, την ιρανική οικονομία.
Οι πιέσεις από Σαουδική Αραβία και Ισραήλ
Ωστόσο ακόμη και για τα δεδομένα του προέδρου Τραμπ, ο οποίος πολιτεύεται με κριτήριο το προσωπικό του όφελος και, σε αυτή τη δεύτερη θητεία του, και την υστεροφημία του, ο προσωπικός λόγος που επικαλέστηκε για το πλήγμα κατά του Ιράν, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει επαρκώς την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Τεχεράνης. Οι πιέσεις της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ στις ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την εξαιρετική πληροφόρηση από τις μυστικές υπηρεσίες που είχαν οι ΗΠΑ, σχετικά με το σημείο στο οποίο βρίσκονταν συγκεντρωμένη η ιρανική ηγεσία και ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεϊ, το περασμένο Σάββατο στην Τεχεράνη, είναι ορισμένοι από τους παράγοντες που διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο στην απόφαση του Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν.
Η προτροπή της Σαουδικής Αραβίας στην επίθεση στο Ιράν
Σύμφωνα με την Washington Post (28-2-2026), η οποία επικαλείται τη μαρτυρία τεσσάρων ατόμων με γνώση του θέματος, καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεβρουαρίου, ο ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, είχε πολλές προσωπικές τηλεφωνικές συνομιλίες με τον αμερικανό πρόεδρο, κατά τη διάρκεια των οποίων, τον προέτρεπε να επιτεθούν οι ΗΠΑ στο Ιράν, παρότι ο ίδιος, δημοσίως, είχε ταχθεί υπέρ της διπλωματικής λύσης στο ζήτημα του ιρανικού πυρηνικού οπλοστασίου. Σε συνομιλίες του με αμερικανούς αξιωματούχους, ο σαουδάραβας ηγέτης προειδοποιούσε ότι το Ιράν θα έβγαινε ισχυρότερο και πιο επικίνδυνο, αν οι ΗΠΑ δεν επετίθεντο τώρα που είχαν συγκεντρώσει τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στη Μέση Ανατολή από την εποχή της εισβολής στο Ιράκ το 2003. Οι ίδιες πηγές ανέφεραν στην εφημερίδα ότι ανάλογες πιέσεις άσκησε και ο υπουργός Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας, και αδελφός του μονάρχη, Χαλίντ μπιν Σαλμάν, σε συναντήσεις που είχε με αμερικανούς αξιωματούχους στην Ουάσινγκτον τον Ιανουάριο.
Η «διφορούμενη» στάση του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ερμηνεύεται από το γεγονός ότι ο σαουδάραβας ηγέτης θέλησε να αποφύγει αντίποινα του Ιράν εναντίον των πετρελαϊκών υποδομών της χώρας του, καθώς η Τεχεράνη αποτελεί τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή και εχθρό του Ριάντ στην περιοχή. Επιπλέον, το Ριάντ όφειλε να τηρεί προσεκτική στάση δεδομένου ότι στη σουνιτική Σαουδική Αραβία, υπάρχουν και σιιτικές μειονότητες (όπως σιιτικό είναι, κατά κύριο λόγο, το Ιράν) στις πετρελαιοπαραγωγικές περιοχές της χώρας.
Προσωπική πίεση Νετανιάχου στον Τραμπ
Παρότι σε χθεσινή συνέντευξή του στο δίκτυο Fox, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, χαρακτήρισε «γελοίους» τους ισχυρισμούς ότι το Ισραήλ έσυρε τις ΗΠΑ σε πόλεμο με το Ιράν, οι ΝΥΤ ( 2-3-2026) ανέφεραν ότι ο ίδιος άσκησε επί μήνες, προσωπική πίεση στον Τραμπ, φροντίζοντας ώστε οι διπλωματικές συνομιλίες να μην υπονομεύσουν τα σχέδια για στρατιωτική επιχείρηση.
Όταν ο Νετανιάχου εισήλθε στο Οβάλ Γραφείο στις 11 Φεβρουαρίου, ο στόχος του ήταν σαφής: να διατηρήσει τον Τραμπ δεσμευμένο σε στρατιωτική δράση κατά της Τεχεράνης, παρότι οι ΗΠΑ είχαν μόλις ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με το Ιράν για τα πυρηνικά, υπό τη διαμεσολάβηση του Ομάν. Επί σχεδόν τρεις ώρες, οι δύο ηγέτες συζήτησαν πιθανές ημερομηνίες για επίθεση και τις περιορισμένες προοπτικές μιας διπλωματικής λύσης. Ο Νετανιάχου είχε θέσει για πρώτη φορά το ενδεχόμενο πλήγματος σε ιρανικές βάσεις πυραύλων κατά την επίσκεψή του στο Μαρ-α-Λάγκο, τον περασμένο Δεκέμβριο. Δύο μήνες αργότερα, εξασφάλισε κάτι πολύ σημαντικότερο: έναν πανίσχυρο εταίρο – τις ΗΠΑ- στην εκστρατεία για την ανατροπή της ιρανικής ηγεσίας.





