57 νεκροί. Οι περισσότεροι νέα παιδιά. Τρία χρόνια μετά. Για τους συγγενείς είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Το τραύμα παραμένει ανοιχτό. Η κυκλοφορία ενός «εντυπωσιακού» βίντεο με τις τελευταίες στιγμές των θυμάτων και ηχητική επένδυση με οιμωγές και κραυγές αγωνίας εγείρει κρίσιμα ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της σχέσης μας με το πένθος, τη μνήμη και το δημόσιο θέαμα. Ιδίως εάν το βίντεο συνδέεται με τη λειτουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού.

Πότε η μνήμη γίνεται πολιτική πράξη ευθύνης και πότε εργαλείο πολιτικής αξιοποίησης; Πόσο εύκολα στον ψηφιακό πολιτισμό μας γίνεται η μετατόπιση από το συλλογικό πένθος στο συναισθηματικό σοκ και από εκεί, στην κατανάλωση και εργαλειοποίηση της συγκίνησης;

Για τους γονείς, τα αδέλφια, τους συντρόφους η προβολή, οι οιμωγές των θυμάτων, λειτουργούν σαν έναν οδυνηρό επανατραυματισμό. Ανοίγεται μια πληγή που δεν έχει κλείσει. Και το υφέρπον διαταρακτικό ερώτημα: Ρωτήθηκαν; Συναίνεσαν; Συμμετείχαν στην απόφαση της προβολής του video για πολιτικούς σκοπούς ; Η μνήμη χωρίς τη συγκατάθεση των πιο άμεσα πληγέντων πόσο γίνεται εύθραυστη ηθικά; Πόσο εργαλειοποιείται η οδύνη τους και υπονομεύεται η έκφραση της συγκίνησης; Κάτι αντίστοιχο δεν κάνει άλλωστε η αλόγιστη μιντιακή εκμετάλλευση και θεαματικοποίηση του ανθρώπινου πόνου;

Η τραγωδία, από την αρχαιότητα, δεν ήταν ποτέ ωμή αναπαράσταση του θανάτου. Το άφατο δεν γινόταν κραυγή για εντυπωσιασμό. Γινόταν σιωπή που υποχρέωνε σε στοχασμό.

Η αξιοπρέπεια των νεκρών. Οι νεκροί δεν μπορούν να συναινέσουν στη χρήση της εικόνας τους. Ποιος αποφασίζει γιαυτούς; Η Ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα όπου οι συγγενείς θυμάτων έγιναν φορείς κοινωνικής αφύπνισης. Το τραύμα δεν σώπασε. Ζήτησε δικαιοσύνη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα Οι Μητέρες της Πλατείας του Μάη. Ένα συγκλονιστικό παράδειγμα μετασχηματισμού του συλλογικού πένθους σε δημόσια πράξη.

Οι Madres de Plaza de Mayo εμφανίστηκαν το 1977, στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Αργεντινή. Τα παιδιά τους είχαν «εξαφανιστεί» από το καθεστώς.

Στέκονταν σιωπηλές. Φορούσαν λευκά μαντήλια. Περπατούσαν κυκλικά στην πλατεία. Κρατούσαν φωτογραφίες και ονόματα.

Δεν αναπαριστούσαν το θάνατο. Δεν δραματοποίησαν τις τελευταίες στιγμές. Δεν χρησιμοποίησαν ήχους τρόμου. Η δύναμή τους ήταν η σιωπηλή επιμονή. Το πένθος τους έγινε πολιτική πράξη. Η σιωπή τους ήταν πιο εκκωφαντική από οποιαδήποτε κραυγή.

Η δράση τους εκτυλίχθηκε σε συνθήκες στρατιωτικής δικτατορίας στην Αργεντινή. Ήταν αντίσταση σε ένα καθεστώς που αρνιόταν την ίδια την ύπαρξη των παιδιών τους.

Όταν συγκρίνουμε τη χρήση του πένθους σε συνθήκες ανελευθερίας και σε δημοκρατικά περιβάλλοντα οφείλουμε να αναγνωρίζουμε ότι στη δημοκρατία η πολιτική δράση είναι δικαίωμα. Ένα δικαίωμα που φευ δεν προστατεύεται από την μιντιακή τηλε-αξιοποίηση και θεαματικοποίηση του πόνου.

Αυτή η σύζευξη μνήμης, πολιτικής δράσης και επικοινωνίας αυξάνει την ηθική και δεοντολογική πολυπλοκότητα του ζητήματος: όταν δηλαδή η μνήμη μετατρέπεται σε πλατφόρμα πολιτικού λόγου, πώς διασφαλίζεται ότι δεν υπονομεύεται ο σεβασμός προς τα θύματα και οι άνθρωποι που πενθούν; Πώς ξεχωρίζουμε ανάμεσα σε μια γνήσια δημόσια έκκληση για συμμετοχή σε διάλογο και τη χρήση του πόνου ως μέσο πολιτικής προβολής;

Όταν η μνήμη συναντά την πολιτική

Όταν η τραγωδία εντάσσεται σε ένα επικοινωνιακό πλαίσιο υψηλής δραματοποίησης, το ερώτημα δεν είναι μόνο ηθικό είναι και πολιτικό: Μήπως, άθελά μας, αναπαράγουμε μια κουλτούρα όπου η πολιτική γίνεται διαχείριση συγκινήσεων;

Όταν ο δημόσιος χώρος αποδυναμώνεται, όταν η σκέψη παγώνει, τότε η κραυγή υποκαθιστά τον λόγο και η ένταση υποκαθιστά την ευθύνη. Η δημοκρατία δεν ζει από την ένταση της στιγμής. Ζει από τη διάρκεια της ευθύνης.

Κι έπειτα; Πώς να γίνει να μην μείνεις μόνο στη συγκίνηση;

Nα μην αρκεστείς στη φλόγα; Πώς να γίνει να αντέξεις στο φως ή και στο ημίφως της σκέψης, του στοχασμού και αναστοχασμού;

Tο στοίχημα δεν είναι να καταστείλουμε το συναίσθημα, ιδίως όταν πρόκειται για πένθος. Το πένθος είναι ιερό. Το ερώτημα είναι αν θα το αφήσουμε να διαλυθεί σε στιγμιαία συγκίνηση ή αν θα το μετασχηματίσουμε σε πολιτική πράξη: σε επιμονή για θεσμική λογοδοσία, σε εγρήγορση της σκέψης, σε κοινότητα που αντλεί δύναμη, σχεδόν μαγική, από το ‘’μαζί’’.

Τα Τέμπη δεν είναι οπτικοακουστικό υλικό. Είναι ανθρώπινες ζωές που κόπηκαν βίαια και άδικα στο βωμό χρόνιων θεσμικών δυσλειτουργιών και αδιαφορίας. Η μνήμη, θεαματικοποιείται, και εργαλειοποιείται χάνει τη δύναμη της.