Ας το συνειδητοποιήσουμε και ας αισθανθούμε περήφανοι (δεν είναι και πολλές τέτοιες αφορμές): σε οκτώ (8) διεθνώς εορταζόμενες γλώσσες, από τον τεράστιο αριθμό ομιλουμένων γλωσσών στον κόσμο, ήρθε να προστεθεί η Ελληνική. Να προστεθεί στην Αγγλική, την Γαλλική, την Ισπανική, την Ρωσική, την Κινεζική, την Αραβική, την Αφρικανική (Σουαχίλι) και την Πορτογαλική η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας («World Greek Language Day»)!
Να προστεθεί και να τιμηθεί η Ελληνική όχι διότι ομιλείται από εκατομμύρια ομιλητών όπως οι άλλες τιμώμενες γλώσσες. Να τιμηθεί ως η γλώσσα που απετέλεσε το όχημα έκφρασης ενός μεγάλου πολιτισμού, τού ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος είναι η βάση τού ευρωπαϊκού και γενικότερα τού δυτικού πολιτισμού, αυτού που άμεσα ή έμμεσα επηρέασε και τις άλλες μοφές πολιτισμού στον κόσμο. Έτσι επιβεβαιώθηκε για την γλώσσα τής (σε πληθυσμό, γεωγραφική έκταση και ομιλητές) μικρής Ελλάδας ο διάχυτος ποιητικός θαυμασμός τού Ελύτη: «Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας!»
Τί αναγνώρισαν και τίμησαν οι εκπρόσωποι των ξένων χωρών καθιερώνοντας αυτόν τον εορτασμό; Εκτίμησαν ότι η φιλοσοφία, η επιστήμη, η λογοτεχνία, το θέατρο, η ιστορία, η πολιτική, η ρητορική σε όλες τις εκφάνσεις της, κι από κοντά η τέχνη και η τεχνολογία, ο ελληνικός λόγος γενικότερα, ως καινοτόμος ανθρωποκεντρική δημιουργική σκέψη άνοιξε στον κόσμο νέους ορίζοντες. Διαμόρφωσε μια αυτόνομη πρόταση πολιτισμού σε καίριους τομείς τής αντίληψης τού κόσμου, τής ανθρώπινης ύπαρξης και τού τρόπου ζωής. Με ξεχωριστές αξίες, αρχές και ιδανικά και με κανόνες. Όπως έχει επισημάνει ο διάσημος γλωσσολόγος R.H. Robins (A short History of Linguistics 1990, σ. 13):
«H πνευµατική ζωή τής Eυρώπης στο σύνολό της –η φιλοσοφική, η ηθική, η πολιτική και η αισθητική της σκέψη– έλκει την καταγωγή από το έργο των Eλλήνων στοχαστών. Kαι σήµερα ακόµη, όλο ξαναγυρνάµε πίσω σε ό,τι έχει αφήσει η πνευµατική δραστηριότητα των Eλλήνων, αναζητώντας ερεθίσµατα και κουράγιο. Mε τους Έλληνες, όσο µε κανέναν άλλον αρχαίο ή σύγχρονο πολιτισµό, ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται µιαν αναντίρρητη πνευµατική συγγένεια».
Ωστόσο, όπως επίμονα υποστηρίζω, ο ελληνικός πολιτισμός υπήρξε κατά πολύ ένας «πολιτισμός τού γραπτού λόγου». Κυριάρχησαν σ’ αυτόν τα κείμενα, στα οποία καταγράφηκε, διασώθηκε και διαδόθηκε το ελληνικό πνεύμα. Από τα κείμενά μας γνώρισε ο κόσμος τον ελληνικό στοχασμό σε διάφορες χρονικές περιόδους. Τα κείμενα τού ελληνικού πνεύματος θαύμασε, εκτίμησε, μελέτησε, συζήτησε, μετέφρασε, δίδαξε, επηρεάστηκε και εμπνεύστηκε από αυτά. Από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τους Στωικούς, τους προσωκρατικούς, τον Πλωτίνο και τον Θεόφραστο∙από τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Πίνδαρο και την Σαπφώ από τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη και τον Αριστοφάνη∙από τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, τον Αρριανό, τον Πολύβιο και τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα∙από τον Δημοσθένη, τον Ισοκράτη και τον Λυσία∙από τον Πλούταρχο και τον Λουκιανό∙από τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό από τον Στράβωνα και τον Παυσανία από τον Αρχιμήδη, τον Ευκλείδη και τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα από τον Διονύσιο τον Θράκα, τον Απολλώνιο τον Δύσκολο και τον Ηρωδιανό. Ας είναι αυτές μερικές ενδεικτικές αναφορές.
Μιλώντας όμως για εκτεταμένο γραπτό λόγο και για κείμενα, γραμμένα όλα σε γλώσσα ελληνική (105.000.000 είναι το σύνολο των ελληνικών λέξεων σε όλους τους τύπους με τους οποίους απαντούν στα 12.000 κείμενα των 4.000 συγγραφέων που περιλαμβάνονται στο καύχημα ψηφιακής καταγραφής των ελληνικών κειμένων από τον Όμηρο μέχρι τους ιστορικούς τής Αλώσεως, στον αμερικανικό Thesaurus Linguae Graecae), δεν πρέπει να μάς διαφεύγει η προϋπόθεση για να καταστεί δυνατή η γραφή των ελληνικών κειμένων, το ελληνικό αλφάβητο. Χωρίς αυτό, την μεγαλειώδη επινόηση ενός εύκολου, λειτουργικού και οικονομικού αλφαβήτου (μόνο με 24 γράμματα), τού ελληνικού αλφαβήτου (απ’ όπου και το λατινικό) θα ήταν αδύνατη η καταγραφή τού ελληνικού πνεύματος σε γραπτό λόγο. Είναι τυχαίο που ο μεγάλος Γαλιλαίος θεωρεί το αλφάβητο ως την «μεγαλύτερη ανακάλυψη τού ανθρώπου»;
Έχει τονιστεί σωστά από τον T.S.Eliot μέχρι τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο ότι ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός ερείδεται σε τρεις πυλώνες: το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, την ρωμαϊκή πολιτειακή διοίκηση και νομοθεσία και τον Χριστιανισμό. Ωστόσο, σε σχέση με την ελληνική γλώσσα ως έκφραση τού ελληνικού πνεύματος και γενικότερα τού πολιτισμού, ήταν μακρά, δύσβατη αλλά και λαμπρή συγχρόνως η πορεία τής ευρείας επίδρασης που άσκησε σε διάφορες χρονικές περιόδους. Θα σταθούμε ενδεικτικά σε μερικούς περιόδους-σταθμούς αυτής τής πορείας τής Ελληνικής.
α) Αλεξανδρινή κοινή. Η Ελληνική με τις κατακτήσεις τού Μ. Αλεξάνδρου έφθασε μέχρι τις Ινδίες και πέρα από την επίδραση που άσκησε απέκτησε μια αίγλη που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια τής Ελλάδος. Την εκφράζει χαρακτηριστικά ο Καβάφης: «Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς». Και στην περίοδο αυτή (και στα χρόνια που ακολούθησαν) ήταν που πρωτοσυνδέθηκε η Ελληνική με την χριστιανική θρησκεία, με την γλώσσα των Ευαγγελίων, με κορύφωση τα κείμενα των επιστολών τού Αποστόλου Παύλου. Δεν υπάρχει πιο βαρύνουσα γνώμη για την δύναμη τής Ελληνικής από αυτήν τού Βυζαντινολόγου Karl Krumbacher (Το πρόβλημα της νεωτέρας γραφομένης Ελληνικής, 1905, σ. 31):
«Oὐ μόνον ὡς μέσον συνεννοήσεως σύμπαντος τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ἑλληνίζοντος κόσμου εἰς τὰ ἀπώτατα αὐτοῦ μέρη καὶ εἰς διαφορώτατα φῦλα καὶ κοινότητας ἐχρησίμευεν ἡ ζῶσα ἑλληνικὴ κοινὴ γλῶσσα τῶν ἀλεξανδρεωτικῶν καὶ ῥωμαϊκῶν χρόνων, ἀλλὰ ἦτο καὶ ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ γλῶσσα τῆς διεθνοῦς συγκοινωνίας τῶν βαρβάρων [ενν. τους μη έχοντες ως μητρική γλώσσα την Ελληνική] μετὰ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ρωμαίων, καὶ δὴ καὶ τῶν βαρβάρων πρὸς ἀλλήλους, τελευταῖον καὶ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ κράτους, ἐν ὀλίγαις λέξεσιν ἐξετέλει ἔργον παγκοσμίου γλώσσης».
β) Ρωμαϊκοί χρόνοι. Η ελληνομάθεια των Ρωμαίων αντέχει σε σύγκριση με την διάδοση τής εκμάθησης τής Αγγλικής σήμερα. Η γνώση των Ελληνικών αποτελούσε γνώρισμα όλων των καλλιεργημένων ανθρώπων και συνδεόταν με ανάγνωση ελληνικών κειμένων στο πρωτότυπο και σε μετάφραση. Ήταν η περίοδος που η Λατινική δέχθηκε μεγάλη γλωσσική επίδραση από την Ελληνική, η οποία έμελλε αργότερα να διοχετευθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.
γ) Βυζάντιο – Χριστιανισμός. Πολύ πριν η ελληνική γλώσσα καταστεί επίσημη γλώσσα τής Βυζαντινής αυτοκρατορίας επί Ιουστινιανού τον 6ο αιώνα, η Ελληνική γίνεται στην πράξη επίσημη γλώσσα τής χριστιανικής θρησκείας και αναδεικνύεται με τα κείμενα των Πατέρων τής Εκκλησίας (Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου τού Θεολόγου, Γρηγορίου τού Νύσσσης, Ιωάννου τού Χρυσοστόμου και άλλων), με την Θεία Λειτουργία, την βυζαντινή εκκλησιαστική υμνογραφία και το Σύμβολο τής Πίστεως, γραμμένα όλα σε γλώσσα ελληνική.
δ) Αναγέννηση. Τότε δημιουργούνται παράλληλα ρεύματα στις χώρες τής Ευρώπης λογίων και πανεπιστημίων που ανακαλύπτουν τον ανθρωπισμό μέσα από τα αρχαία ελληνικά κείμενα και τα ρωμαϊκά. Τότε μελετώνται, εκδίδονται, μεταφράζονται και διδάσκονται τα ελληνικά κείμενα και η ελληνική γλώσσα με την ενεργό παρουσία και προσωπικοτήτων λογίων από την Κωνσταντινούπολη, πριν και μετά την άλωση τής Πόλης (Μανουήλ Χρυσολωράς, Γέωργιος Πλήθων Γεμιστός, Θεόδωρος Γαζής, Ιωάννης Αργυρόπουλος, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, Κωνσταντίνος Λάσκαρης, Ιανός Λάσκαρης, Μάρκος Μουσούρος, Ζαχαρίας Καλλιέργης κ.ά.). Τότε είναι που η ελληνική γλώσσα ανθεί και πάλι παιδευτικά και επηρεάζει βαθιά και εκτεταμένα και τις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.
ε) Διαφωτισμός. Στην περίοδο αυτή, με «την επανάσταση τού νου» (Jonathan Israel) και την έκρηξη τής αναζήτησης τής αλήθειας που χαρακτηρίζεται ως «η πρώτη γνωσιακή επανάσταση» («Καρτεσιανή επανάσταση»), αναφύεται η ανάγκη εξεύρεσης όρων που θα δηλώσουν τις έννοιες που δημιουργούνται στον χώρο τής επιστήμης. Μόνιμη και κύρια πηγή για την εξεύρεση επιστημονικών όρων (είτε από υπάρχοντες είτε από το πλάσιμο νέων όρων) είναι πάλι η ελληνική γλώσσα, συχνά μάλιστα μέσω τής τεθλασμένης οδού, με την δημιουργία όρων πρώτα στην Νεολατινική από την Ελληνική κι από την Νεολατινική μετά στις άλλες γλώσσες. Μέγα πλήθος ελληνικών όρων, πρωτογενώς ή υστερογενώς (μέσω τής Νεολατινικής), περνούν και κατ’αυτή την περίοδο στις ξένες γλώσσες. Πρόκειται για χιλιάδες λέξεων που έχω ονομάσει «ελληνογενείς» και έχω περιλάβει με ετυμολογικά σχόλια στα λεξικά μου. Είναι σημαντικό ότι ακόμη και σήμερα κατά τον μεγάλο λεξικογράφο Webster (Webster’s New International Dictionary) «H Λατινική και η Eλληνική, ιδίως η Eλληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών για την δημιουργία επιστημονικών όρων». Έτσι προέκυψε και η γνωστή ρήση τής Αγγλικής, κατά την προσπάθεια αναζήτησης λέξεων για να δηλωθούν νέες έννοιες, ότι «The Greeks have a word for it».
στ) Ευρωπαϊκή Εκπαίδευση. Δεν έχει εκτιμηθεί δεόντως η μεγάλη επίδραση που ασκήθηκε και η προβολή που προέκυψε για την ελληνική γλώσσα από την διδασκαλία των ελληνικών κειμένων και τής Ελληνικής επί πολλές δεκαετίες στην Μέση Εκπαίδευση των σχολείων των ευρωπαϊκών χωρών και σε πολλά μεγάλα Πανεπιστήμια με Τμήματα Ελληνικών Σπουδών (Κλασικών Σπουδών, Μεσαιωνικών / Βυζαντινών και Νεοελληνικών) τόσο στην Ευρώπη όσο και σε άλλες Ηπείρους. Χιλιάδες νέων ανθρώπων μάθαιναν στο σχολείο τους Ελληνικά (και Λατινικά) στο πλαίσιο μιας ανθρωπιστικής εκπαίδευσης, η οποία υποχώρησε δυστυχώς τα τελευταία χρόνια στην ευρωπαϊκή Εκπαίδευση από την επικράτηση μιας χρησιμοθηρικής αντίληψης και, το κυριότερο, εις βάρος των συνεκτικών ιδεών, αξιών και αρχών τής ίδιας τής εννοίας και τού πολιτισμού τής Ευρώπης.
Από την σύντομη αδρομερή αυτή θεώρηση τής πορείας τής ελληνικής γλώσσας (σε συνάφεια πάντα με τον ελληνικό πολιτισμό στην διαδρομή τού χρόνου) προκύπτει, νομίζω, ότι η απόφαση διεθνών οργάνων να εορτάζεται η Ελληνική παγκοσμίως δεν αποτελεί καμιά χαριστική μεταχείριση αλλά μια ιστορικά και πολιτιστικά οφειλόμενη αναγνώριση τής συμβολής τής ελληνικής γλώσσας στον παγκόσμιο πολιτισμό με επίκεντρο τον άνθρωπο, ένα πολύτιμο διαχρονικό μήνυμα τού Ελληνισμού.
Δεν θέλω να περατώσω αυτό το κείμενο για τον παγκόσμιο εορτασμό τής ελληνικής γλώσσας χωρίς να μνημονεύσω (για να μείνει και στην διάθεση των αναγνωστών) την πιο βαρύνουσα -κατά την γνώμη μου- εκτίμηση για την ελληνική γλώσσα, που ανήκει στον γίγαντα τής φιλολογικής και γλωσσικής επιστήμης, τον αείμνηστο Pierre Chantraine, από τον Πρόλογο τού μεταφρασμένου πλέον στα Ελληνικά έργου του «Ετυμολογικό λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής: Ιστορία των λέξεων» (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Θεσσαλονίκη 2022, σ. 14 και 16):
«Σε αυτή την επιλογή μας [την έμφαση στην ιστορία τού λεξιλογίου] είχαμε τη δυνατότητα να επωφεληθούμε απὀ μια προνομιακή κατάσταση. Είμαστε σε θέση να παρακολουθήσουμε την ιστορία της ελληνικής γλώσσας ήδη από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. -χάρη στις μυκηναϊκές πινακίδες της Κνωσού, της Πύλου και των Μυκηνών- μέχρι τη νέα ελληνική, δημοτική ή καθαρεύουσα, σε μια συνέχεια κατά την οποία η γλώσσα δεν έχει υποστεί βαθιές αλλαγές όσον αφορά τη δομή της, παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των περιόδων».
«Η ελληνική παρουσιάζει αδιάλειπτη ιστορία και η νέα ελληνική, με τη μορφή της δημοτικής ή της καθαρεύουσας, συνεχίζει άμεσα την ελληνική του Ομήρου και του Δημοσθένη, ενώ η γλώσσα της βυζαντινής περιόδου παρέχει τον κρίκο που ενώνει τα δύο κομμάτια της αλυσίδας. […] Αναλάβαμε να παρακολουθήσουμε την ιστορία του λεξιλογίου υπογραμμίζοντας τις συνέχειες και τις παρεκκλίσεις σε μια διαχρονία η οποία, με διάφορα απρόβλεπτα γεγονότα, εκτείνεται σε σαράντα αιώνες».
Άρα ο εορτασμός τής Ελληνικής διεθνώς δεν αναφέρεται μόνο στην αρχαία μας γλώσσα, αλλά μέσω τού μοναδικού ιστορικού φαινομένου γλώσσας που χαρακτηρίζει την Ελληνική ως αδιάσπαστη συνέχεια 40 αιώνων, ο εορτασμός αφορά σε όλη την ελληνική γλώσσα, δηλ. και την Μεσαιωνική Ελληνική και την Νέα Ελληνική
*Ομοτ. καθηγητής Γλωσσολογίας και πρ. Πρύτανης του ΕΚΠΑ






