Τo ανάθεμα, «Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων» του ‘Άγγλου συγγραφέα, Σαμιουέλ Τζόνσον, συμπυκνώνει διαχρονικά με τον καλύτερο τρόπο μια αναμφισβήτητη αλήθεια, μια σκληρή πραγματικότητα. Το εθνικό φρόνημα χρησιμοποιείται από τους επίδοξους διεκδικητές του, ως πολιτικό εμπόρευμα. Και όχι ως αυθεντική έκφραση αξιών και αρχών.

Με όπλο την εθνικοφροσύνη, οι ποικιλώνυμοι εκφραστές της εκμεταλλεύονται υπαρκτά ή και ανύπαρκτα προβλήματα για να ενοχοποιήσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Αυθαίρετα κατηγορούνται για την απεμπόληση των συμφερόντων της χώρας. Μάλιστα φτάνουν στο σημείο να αμφισβητήσουν ακόμη και την εθνική τους συνείδηση, κατασκευάζοντας τον αήθη όρο εθνομηδενιστές. Ο αφορισμός είναι το προσφιλές δηλητήριο τους.

Έτσι βλέπουμε ο τυχοδιωκτισμός τους να μην έχει όρια. Αρκεί να πετύχουν τις επιδιώξεις τους. Κακοποιούν χωρίς καμμιά συστολή τα γεγονότα. Διαστρεβλώνουν την αλήθεια. Αποσιωπούν καίριες πλευρές της. Και το κυριότερο με την κινδυνολογία, την πατριδοκαπηλία την εχθροπάθεια, εκτοξεύουν ανυπόστατες κατηγορίες. Καλλιεργούν φαντασιώσεις συκοφαντώντας όλους εκείνους που δεν υπακούουν στα κελεύσματα τους.

Όπως φαίνεται, η επαναφορά της κρίσης των Ιμίων στην πολιτική επικαιρότητα, έπειτα από τριάντα χρόνια, δεν αποσκοπεί σε μια ψύχραιμη και νηφάλια αποτίμηση, πράξεων και ενεργειών που πράγματι έφεραν τις δύο χώρες, την Ελλάδα και την Τουρκία, στο χείλος μια πολεμικής σύγκρουσης. Αναμφίβολα η αξία των ιστορικών γεγονότων είναι πολλαπλά χρήσιμη, για την εθνική μας αυτοσυνειδησία. Αλλά και για την αξιοποίηση των κρίσιμων διδαγμάτων, εμβαθύνοντας περαιτέρω με τη γνώση και την εμπειρία, τη στρατηγική που χρειάζεται να ακολουθήσει η Ελλάδα, έχοντας να διαχειριστεί, νέες προκλήσεις και νέα προβλήματα.

Απεναντίας η τωρινή συζήτηση για τα Ίμια, έχει εκτροχιαστεί. Δεν πρόκειται για ένα γόνιμο και ουσιαστικό διάλογο, που θα εδράζονταν στην ανάγκη ενίσχυσης της χώρας. Αντιθέτως γίνεται εμφανής πλέον, η ετεροχρονισμένη επιδίωξη των επαγγελματιών της εθνικοφροσύνης, να πάρουν την εκδίκησή τους, όχι μόνο για τον εύστοχο και αποτελεσματικό τρόπο που χειρίστηκε την τυχοδιωκτική κρίση των Ιμίων ο Κώστας Σημίτης, αλλά και για πλήξουν την οκτάχρονη Πρωθυπουργία του.

Ακόμη και τώρα δεν έχουν συμφιλιωθεί με την επικράτησή του, πόσο μάλλον για το έργο που επιτέλεσε. Η εξήγηση για τα λυσσαλέα πυρά που δέχεται είναι ευανάγνωστη. Και αυτό γιατί όσο και αν ακούγεται υπερβολικό, οι αντίπαλοί του που βρίσκονται σε όλο το πολιτικό φάσμα δεν έχουν χωνέψει ότι η εκλογή του στην Πρωθυπουργία και η ανθεκτικότητά του, ουσιαστικά ισοδυναμούσε με πολιτισμική αλλαγή.

Ουσιαστικά σηματοδοτούσε τη ρήξη της Ελλάδας με τις εθνικιστικές εμμονές, την αδίστακτη πατριδοκαπηλία, την αντίθεση του με την υστέρηση, τον ανορθολογισμό και τον λαϊκισμό. Μάλιστα η υπεροχή του υπερέβαινε τους κομματικούς ανταγωνισμούς. Άλλωστε, γνωστή ήταν η αποδοχή που απολάμβανε από ένα ευρύτερο διακομματικό εκλογικό σώμα.

Το βέβαιο είναι ότι οι υποτελείς της εθνικοφροσύνης, όσο και αν επιχειρούν να τον πλήξουν με τα Ίμια, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να επιβεβαιώνουν τον επιζήμιο ρόλο που οι ίδιοι επιτελούν. Η ιστορική αλήθεια δεν ευνουχίζεται. Ούτε αποποιείται την ακρίβεια των γεγονότων. Η κρίση των Ιμίων δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Αλλά έκφραση μιας πολύχρονης υποβόσκουσας κρίσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Εκκολάφθηκε δε σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο, εξαιτίας της δυσκολίας του Ανδρέα Παπανδρέου να ασκήσει τα καθήκοντά του ως Πρωθυπουργός, λόγω των μεγάλων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Γνωστό είναι πως από τα Χριστούγεννα του 1995, τουρκικό σκάφος είχε προσαράξει στα Ίμια αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία. Η τότε Κυβέρνηση αντέδρασε έντονα ζητώντας από την Τουρκία να σεβαστεί το καθεστώς των Ιμίων.

Επιπροσθέτως, τα γεγονότα που μεσολάβησαν έδειξαν πως δεν ήταν καθόλου απίθανο η τουρκική πλευρά να προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την κρίσιμη συγκυρία. Η νέα κυβέρνηση υπό τον Κώστα Σημίτη, δεν είχε πάρει ακόμη ψήφο εμπιστοσύνης από την ελληνική βουλή. Πως αλλιώς να ερμηνευτούν τα όσα ακολούθησαν; Ο νεοεκλεγής Πρωθυπουργός με ψυχραιμία, προνοητικότητα και προσεκτικούς χειρισμούς, αντιμετώπισε τις τουρκικές προκλήσεις. Απέφυγε να ρίξει λάδι στη φωτιά, έχοντας επίγνωση των κινδύνων που ελλόχευαν με την πρόκληση πολεμικών επιχειρήσεων από την πλευρά της Τουρκίας.

Κάτι το οποίο ήταν εμφανές, επιδιώκοντας να ανοίξει στη συνέχεια ο δρόμος του διμερούς διαλόγου για το καθεστώς των βραχονησίδων του ανατολικού Αιγαίου. Η στιβαρή διαχείριση του Κώστα Σημίτη έσωσε την Ελλάδα από τον πόλεμο, αλλά και από τον κίνδυνο να παγιδευτεί σε διαπραγματεύσεις για τα κυριαρχικά δικαιώματα.

Πέρα όμως από τους εύστοχους και αποτελεσματικούς πρωθυπουργικούς χειρισμούς, εντούτοις υπήρξαν ανακολουθίες, δυσλειτουργίες και δυσαρμονίες

εκ μέρους αξιωματούχων, επιδεικνύοντας επιπολαιότητα και ελαφρότητα. Και το χειρότερο έδειξαν να στερούνται την αυτονόητη διαχειριστική επάρκεια.

Δεν νοείται τα μεγάλα Διεθνή ΜΜΕ να προβάλλουν ζωντανές εικόνες δείχνοντας τουρκικές δυνάμεις να έχουν ανακαταλάβει τα Ίμια και την ίδια στιγμή ο αρχηγός του ΓΕΕΘΑ Χρήστος Λυμπέρης να μη το γνωρίζει αμφισβητώντας την πραγματικότητα. Ήταν μάλιστα εκείνος που μαζί με τον τότε υπουργό Άμυνας Γεράσιμο Αρσένη, υποστήριζαν την ανάγκη να δοθεί πράσινο φως για βομβαρδισμούς τουρκικών δυνάμεων. Υποτιμώντας τις αναπόφευκτες επιπτώσεις μιας γενικευμένης σύρραξης.

Απέναντι στη διαγραφόμενη απειλή, ο Κώστας Σημίτης με σοβαρότητα και υπευθυνότητα στάθμισε όλα τα δεδομένα. Το δίλημμα ήταν κάτι παραπάνω από συγκεκριμένο: Ή θα ενέπλεκε τη χώρα σε πολεμική σύρραξη με βομβαρδισμούς προκαλώντας γενικευμένη κλιμάκωση, με συνέπεια ανθρώπινες απώλειες αλλά και αποδοχή του εξαναγκασμού σε διαπραγματεύσεις, αποδεχόμενος ο ίδιος την αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Ή θα επέμενε στην απαρέγκλιτη αποδοχή της πρότασής του, ζητώντας να αποσυρθούν όλες οι δυνάμεις από την περιοχή των Ιμίων. Αξιοποίησε τη διαμεσολάβηση του προέδρου των ΗΠΑ Μπίλ Κλίντον, προστατεύοντας στο ακέραιο τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Όπως ο ίδιος ο πρώην Πρωθυπουργός υποστήριξε, η συνδρομή της τότε δημοκρατικής Αμερικής υπήρξε καταλυτική, πράττοντας αυτό που είχε δεσμευτεί. Ο Κώστας Σημίτης αναγνωρίζοντας την αποφασιστική της συμβολή, δε δίστασε να πει δημοσίως ευχαριστώ στην κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Μια γενναία ενέργεια που προκάλεσε την οργή αριστερόστροφων και δεξιόστροφων δυνάμεων, αδυνατώντας να απεξαρτηθούν από τα σύνδρομα του παρελθόντος. Και το χειρότερο δεν αντιλαμβάνονται έστω και τώρα, πως με τις εμμονές και ψυχώσεις, με την εχθροπάθεια και την κινδυνολογία, αντικειμενικά εξυπηρετούν τις τουρκικές επιδιώξεις. Μάλιστα φτάνουν στο ακραίο σημείο να υιοθετούν τον τουρκικό ισχυρισμό για γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο.

Φαίνεται πλέον καθαρά πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ολοένα και περισσότερο αναδιπλώνεται, ακόμη και στα εξαιρετικά κρίσιμα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Τον αναπροσανατολισμό της επιβεβαιώνει η κάλυψη που έδωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης σε έναν άθλιο ακροδεξιό βουλευτή της Ν.Δ, ο οποίος δείχνει ότι είναι εμποτισμένος μέχρι το μεδούλι με το εθνικιστικό δηλητήριο. Αλλά και με πρωτοφανή φθόνο για τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Όποιες και αν είναι οι κατηγορίες που εκτοξεύουν, οι εκφραστές της κοινωνικής και πολιτικής υστέρησης, το έργο, η προσφορά, το ήθος, η αξία, η επάρκεια και ικανότητα του Κώστα Σημίτη, κοσμούν την πολιτική ζωή του τόπου μας. Πάντως

δίχως διάθεση υπερβολής νομίζω το ντοκιμαντέρ για τον πρώην πρωθυπουργό που έκανε το ΒΗΜΑ φαίνεται να ενόχλησε τους μισαλλόδοξους εχθρούς του.

Ο Γιώργος Πανταγιάς είναι σύμβουλος Στρατηγικής και επικοινωνίας