Η είδηση ότι το «νούμερο δύο» στην στρατιωτική ιεραρχία της Κίνας ελέγχεται για διαφθορά, πειθαρχικά παραπτώματα και συνδέεται με διαρροή πληροφοριών στις ΗΠΑ μπορεί να ερμηνευθεί ως επιβεβαίωση των ισχυρισμών για εκτεταμένη διαφθορά στις τάξεις της πολεμικής μηχανής του ασιατικού «γίγαντα».

Ταυτόχρονα όμως, αποκαλύπτει μια σειρά από μικρές συγκρούσεις και μεγάλα διλήμματα γύρω από την υψηλή στρατηγική του Πεκίνου.

Ενδοκομματική σύγκρουση

H ανακοίνωση του Υπουργείου Άμυνας της Κίνας το Σάββατο (24/01) ήταν λακωνική και ανέφερε πως οι αρχές διερευνούν τον στρατηγό Ζανγκ Γιουσία, αντιπρόεδρο της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής (ΚΣΕ), καθώς και τον στρατηγό Λιου Ζενλί, επίσης μέλος της CMC και επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού για ««σοβαρές παραβιάσεις πειθαρχικού και νομικού χαρακτήρα». Δεδομένου ότι η διαδικασία της έρευνας κατά πολιτικών ή στρατιωτικών αξιωματούχων σπανίως οδηγεί σε αθώωση, η μοίρα των δύο στρατηγών θεωρείται προδιαγεγραμμένη.

Στην περίπτωση μάλιστα του Ζανγκ, η αμερικανική εφημερίδα Wall Street Journal, παραπέμποντας σε επίσημη ενημέρωση που προηγήθηκε της προαναφερθείσας ανακοίνωσης, υποστηρίζει πως η έρευνα εις βάρος του οφείλεται σε διαρροή πληροφοριών για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας στην Ουάσιγκτον αλλά και σε χρηματισμό του από κομματικά στελέχη που προσέβλεπαν στην ανέλιξή τους. Οι αποπομπές των δύο υψηλόβαθμων στρατηγών έρχονται λίγους μήνες μετά την αποπομπή εννέα στρατηγών, ύποπτων για σοβαρά οικονομικά εγκλήματα και διαφθορά.

Ως αποτέλεσμα σήμερα η ΚΣΕ, που ξεκίνησε την τρέχουσα θητεία της το 2022 με επτά μέλη, να αριθμεί μόλις δύο. Τον κινέζο πρόεδρο, ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) και επικεφαλής της επιτροπής, Σι Τζινπίνγκ και τον Ζανγκ Σενγκμίν, στρατηγό που ηγείται του κλάδου.

Πυραυλική Δύναμης και επιβλέπει τον στρατιωτικό μηχανισμό κατά της διαφθοράς.

Δεν θα πρέπει ωστόσο να παραμερίζεται το πολιτικό κίνητρο. Το ρεπορτάζ της WSJ αναφέρεται άλλωστε «σε προσπάθεια των στρατηγών να δημιουργήσουν πολιτικές κλίκες», φράση που παραπέμπει σε υπονόμευση της ισχύος του Σι.

«Αυτή η κίνηση είναι άνευ προηγουμένου στην ιστορία του κινεζικού στρατού και αντιπροσωπεύει την ολοκληρωτική εξόντωση της ανώτατης διοίκησης», τονίζει ο Κρίστοφερ Τζόνσον, πρώην αναλυτής της CIA, μιλώντας στους New York Times. Και εκτιμά ότι η απομάκρυνση ενός μέχρι πρότινος στενού συμμάχου του Σι όπως ο Ζανγκ δείχνει την πρόθεση του ισχυρού άνδρα της Κίνας να προωθήσει μια νεότερη ηλικιακά γενιά στελεχών, ακριβώς επειδή δεν εμπιστεύεται την παλιότερη φουρνιά στρατιωτικών αξιωματούχων, που διατηρεί ισχυρά ερείσματα στους μηχανισμούς του κράτους και του κόμματος.

Εισβολή στην Ταϊβάν;

Υπάρχουν στο μεταξύ μεγαλύτεροι γρίφοι προς επίλυση. Μια ενδεχόμενη εισβολή της Κίνας στην Ταϊβάν -αρκετά πιθανή μέσα στο 2027 σύμφωνα με τον διοικητή του Στόλου Ινδοειρηνικού Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, Τζον Ακιλίνο- είναι πολύ πιθανό να επηρεαστεί από τις εξελίξεις στο πεδίο της στρατιωτικής ηγεσίας. Υπάρχουν δυο αντίθετες απόψεις ανάμεσα στους αναλυτές και τους σινολόγους για το τι σημαίνει η εκκαθάριση των στρατηγών σχετικά με την Ταϊβάν, την οποία το Πεκίνο θεωρεί κομμάτι της Κίνας.

Η μία άποψη θεωρεί εξαιρετικά παράτολμη την προετοιμασία μιας τόσο απαιτητικής στρατιωτικής επιχείρησης όσο η εισβολή στην Ταϊβάν υπό τις παρούσες συνθήκες. «Με μόλις δύο ενεργά μέλη στην Στρατιωτική Επιτροπή, κάθε έννοια ιεραρχικής κλίμακας είναι αναποτελεσματική», παρατηρεί μιλώντας στην ιαπωνική εφημερίδα Japan Times ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Κίνας του πανεπιστημίου Bucknell, Τζίτσουν Τζου, θεωρώντας πως η συγκυρία καθίσταται εξαιρετικά δυσμενή. Και ο ειδικός στη μελέτη των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων, Σου-τζου Γιούν, αναφέρει στους New York Times ότι «πρόκειται για μεγάλο πλήγμα στο ηθικό του στρατού» και ότι «θα μεσολαβήσουν τουλάχιστον πέντε χρόνια για να αντικατασταθεί η υφιστάμενη ιεραρχία και να προωθηθούν αξιόμαχα στελέχη στη θέση όσων αποχώρησαν».

Η αντίθετη προσέγγιση θεωρεί τυχόν εμπλοκή στην Ταϊβάν ως μια φυγή προς τα εμπρός για την κινεζική ηγεσία, η οποία κουβαλάει τα δικά της άγχη σχετικά με την πρόοδο της χώρας και κατά συνέπεια, της πολεμικής βιομηχανίας της. «Η έλλειψη ανεξάρτητης ηγεσίας στο στράτευμα θα μπορούσε να σημαίνει ότι ο στρατός είναι πιο εύκολο να συμφωνήσει σε μια ριψοκίνδυνη εισβολή εάν τη διατάξει ο Σι» επισημαίνει το ρεπορτάζ των Japan Times και παραπέμπει στην εκτίμηση του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σινγκαπούρης, Ίαν Τσονγκ: «Διαρκής έγνοια του Σι είναι η επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στον διοικητικό επαγγελματισμό και το πολιτικό του συμφέρον. Αυτό είναι το ερμηνευτικό κλειδί της συμπεριφοράς του στην Ανατολική Κινεζική Θάλασσα, στη Νότια Κινεζική Θάλασσα και φυσικά στην Ταϊβάν».