Η είδηση ότι ο υεμενίτης ηγέτης του αποσχιστικού Μεταβατικού Συμβουλίου του Νότου (STC), Αϊντάρους αλ Ζουμπέιντι, εγκατέλειψε την χώρα και βρίσκεται στην πρωτεύουσα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ), Άμπου Ντάμπι, μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι, δεν αφορά μόνο την Υεμένη. Είναι παράλληλα το τελευταίο κεφάλαιο στο εν εξελίξει γεωπολιτικό σίριαλ για την περιφερειακή ηγεμονία στην αραβική χερσόνησο και τη Μέση Ανατολή.

Η φυγάδευση του Ζουμπέιντι έγινε γνωστή από ανάρτηση του Τουρίκ αλ Μαλίκι, σαουδάραβα συνταγματάρχη και επικεφαλής του υπό σαουδαραβικής ηγεσίας συνασπισμού που ελέγχει μέρος της Υεμένης, στο Χ (08/01).

Σύμφωνα με το Ριάντ, ο Ζουμπέιντι έπλευσε με πλοιάριο από το Άντεν της Υεμένης προς την Μπερμπέρα της Σομαλιλάνδης (αποσχισθείσα περιοχή της Σομαλίας) και από εκεί με ρωσικό αεροπλάνο τύπου Ιλιούσιν για την σομαλική πρωτεύουσα Μογκαντίσου, υπό την επίβλεψη εμιρατιανών αξιωματούχων οι οποίοι φρόντισαν τελικός προορισμός του ταξιδιού του να είναι το Άμπου Ντάμπι.

Η αποχώρηση του Ζουμπέιντι λαμβάνει χώρα μετά από απανωτές αεροπορικές επιθέσεις του σαουδαραβικού συνασπισμού σε θέσεις αυτονομιστών στο Άντεν, που δίνουν προς ώρας τέλος στη σύγκρουση μεταξύ της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας και των αποσχιστικών δυνάμεων.

Υπενθυμίζεται πως το αποσχιστικό Μεταβατικό Συμβούλιο του Νότου, που υποστηρίζεται πολιτικά και οικονομικά από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αποτελούσε μέρος του διεθνώς αναγνωρισμένου Προεδρικού Συμβουλίου, από την συγκρότηση του τελευταίου το 2022 έως και τον περασμένο Δεκέμβριο.

Έκτοτε, αποφάσισε να αυτονομηθεί και να ενεργοποιηθεί στρατιωτικά, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της νότιας Υεμένης μέσα σε μόλις λίγα 24ωρα.

Η κατάσταση αντιστράφηκε με την ίδια ταχύτητα, αφού την τελευταία εβδομάδα μαχητές προσκείμενοι στην κυβέρνηση, με την αρωγή του Ριάντ, ανακατέλαβαν την ίδια περιοχή.

Η υφιστάμενη κατάσταση πάντως εξακολουθεί να διέπεται από ρευστότητα, αφού καμία από τις δύο πλευρές δεν δείχνει να έχει σίγουρα το «πάνω χέρι».

ΗΑΕ, Σαούντ και Χούθι

Πλήθος αναλυτών βλέπουν πίσω από την αντιπαράθεση της κυβέρνησης με τις αποσχιστικές δυνάμεις την ολοένα εντεινόμενη αντιπαράθεση ανάμεσα σε Ριάντ και Άμπου Ντάμπι.

«Όσα συμβαίνουν στην Υεμένη αποτελούν απλή επίδειξη της αυξανόμενης έντασης μεταξύ Σαουδαράβων και Εμιρατιανών» σημειώνει η Άλια Αουαντάλα, αξιωματούχος του Πενταγώνου κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν, μιλώντας στον ιστότοπο του γνωστού αμερικανού πολιτικού αναλυτή Ίαν Μπρέμερ, GZERO.

Τονίζει πως ο τρόπος που ενεργούν οι δύο πλευρές στην Υεμένη αντικατοπτρίζει τη σχέση τους συνολικά. «Τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και τα ΗΑΕ έχουν γενικά υποστηρίξει το διεθνώς αναγνωρισμένο κυβερνητικό πλαίσιο, αλλά έχουν υποστηρίξει διαφορετικές παρατάξεις εντός αυτής της ομπρέλας και έχουν αποκλίνει σε σημαντικά ζητήματα όπως η απόσχιση της νότιας Υεμένης».

Πράγματι, στην εκπεφρασμένη φιλοδοξία των δύο ισχυρότερων κρατών της αραβικής χερσονήσου να καταστούν περιφερειακοί ηγεμόνες, η Υεμένη ενέχει καίριο ρόλο. Για τη Σαουδική Αραβία η μακροβιότητα του καθεστώτος των Χούθι στο βορειοδυτικό τμήμα της Υεμένης είναι ήδη ένα πρόβλημα εθνικής ασφάλειας. Η σιιτική οργάνωση, που κομίζει ένα ανταγωνιστικό μοντέλο διακυβέρνησης προς την σαουδαραβική μοναρχία, είναι ένα μεγάλο πρόβλημα στο οποίο το Ριάντ δεν θα ήθελε να δει ένα δεύτερο να προστίθεται.

«Η αστάθεια στην πίσω αυλή του βασιλείου υπονομεύει τον στόχο η Σαουδική Αραβία να καταστεί ηγετική δύναμη του Κόλπου» τονίζει ο διευθυντής του Eurasia Group για τη Μέση Ανατολή, Φιράς Μακσάντ, μιλώντας προ ημερών στους Financial Times. Για τα ΗΑΕ πάλι, η προοπτική μια συμμαχική προς αυτά δύναμη να αποκτήσει τον έλεγχο της χώρας του στενού Μπαμπ ελ Μαντέμπ, που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και από το οποίο διέρχεται το 12% του θαλάσσιου εμπορίου παγκοσμίως, αποτελεί πρώτης τάξεως ευκαιρία να διευρύνουν την οικονομική τους επιρροή.

Μια πρώτη ανάγνωση του ανταγωνισμού ανάμεσα στο Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι θα προκαλούσε έκπληξη, αν σκεφτεί κανείς πως οι δύο χώρες άλλοτε πρωτοστατούσαν στον διπλωματικό αποκλεισμό του Κατάρ και αναλάμβαναν κοινή δράση κατά των κινημάτων που ενέπνεε η Ντόχα ή η Τεχεράνη.

Λίγα χρόνια αργότερα ωστόσο, οι γεμάτες προσδοκίες ηγεσίες των δύο κρατών (προσωποποιημένες στους Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στη Σαουδική Αραβία και Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ Αλ Ναχαγιάν στα ΗΑΕ) συγκρούονται για το ποιο κράτος θα αποκτήσει status μεγάλης δύναμης στον ευρύτερο ισλαμικό κόσμο.

Πέρα από τις συγκλίνουσες ανάγκες και τις αποκλίνουσες φιλοδοξίες, υπάρχει ασφαλώς και ο παράγοντας Χούθι. Oι σιίτες μαχητές έχουν υπό τον έλεγχό τους εδώ και περίπου μια δεκαετία το 30% της Υεμένης και το 60-70% του πληθυσμού της, αποτελώντας την κυρίαρχη δύναμη στρατιωτικά και πολιτικά. Είναι άλλωστε ο λόγος στον οποίο οφείλεται η ύπαρξη του Προεδρικού Συμβουλίου, του οποίου πρόθεση ήταν εξαρχής να συγκεντρώσει υπό μια ενιαία αρχή τις σκόρπιες δυνάμεις που αντιτίθενται στους Χούθι.

Σήμερα πάντως όλες οι αναφορές συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η σιιτική οργάνωση είναι η μόνη ισχυρή δύναμη της Υεμένης, κατορθώνοντας να διαχειρίζεται μια σειρά από βασικές λειτουργίες της καθημερινότητας (αστυνόμευση, φορολογία κτλ) και προβάλλοντας ως η μόνη πραγματικά αξιόπιστη εθνική δύναμη. Η αίσθηση που υπάρχει είναι πως η αποδυνάμωση του μέχρι πρότινος κοινού άξονα ανάμεσα σε ΗΑΕ και Σαουδική Αραβία ευνοεί τους Χούθι, που «τρίβουν τα χέρια τους» με μια τέτοια εξέλιξη.