Tα πρόσφατα στοιχεία του πληθωρισμού από την Eurostat αποτυπώνουν μια σαφή ελληνική ιδιαιτερότητα: σε βασικές κατηγορίες τροφίμων, οι τιμές στην Ελλάδα αυξάνονται με ρυθμούς αισθητά υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για ένα μοτίβο που διατρέχει το καθημερινό «καλάθι» των νοικοκυριών.

Τα προϊόντα όπου η Ελλάδα ξεπερνά την Ευρώπη

Η μεγαλύτερη πίεση καταγράφεται στο κρέας, που είναι αυτή τη στιγμή ο βασικός φορέας ακρίβειας. Το σύνολο του κρέατος αυξάνεται κατά 13,2% στην Ελλάδα, όταν στην ΕΕ η αύξηση περιορίζεται στο 5,0%. Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα στο μοσχάρι, με άνοδο 26,0% έναντι 14,2% στην Ευρώπη, αλλά και στο αρνί και κατσίκι (+12,3% έναντι +8,0%). Ακόμη και στο χοιρινό , η Ελλάδα κινείται στο +5,0%, σχεδόν τριπλάσια αύξηση από την ΕΕ (+1,7%).

Στα γαλακτοκομικά, η απόκλιση είναι εξίσου αποκαλυπτική. Το γιαούρτι, προϊόν-πυλώνας της ελληνικής διατροφής, αυξάνεται κατά 11,5%, όταν στην Ευρώπη η άνοδος είναι μόλις 1,5%. Το φρέσκο πλήρες γάλα ακολουθεί με +8,2% στην Ελλάδα, έναντι +4,9% στην ΕΕ.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το βούτυρο: ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι τιμές υποχωρούν κατά 6,2%, στην Ελλάδα καταγράφεται αύξηση 5,3%, δηλαδή αντίθετη πορεία από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίστοιχα, στα φρούτα, οι ελληνικές τιμές αυξάνονται κατά 9,0%, όταν στην ΕΕ η αύξηση περιορίζεται στο 2,7%, με έντονη μεταβλητότητα μέσα στο έτος.

Οι αδυναμίες

Γιατί συμβαίνει αυτό; Η εξήγηση δεν βρίσκεται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά σε έναν συνδυασμό διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής αγοράς.

Πρώτον, η Ελλάδα έχει χαμηλή αυτάρκεια σε κρίσιμα τρόφιμα και πρώτες ύλες, ιδίως στο κρέας, στις ζωοτροφές και σε γαλακτοκομικά συστατικά. Αυτό σημαίνει ότι κάθε διεθνής ανατίμηση μεταφέρεται ταχύτερα και πιο έντονα στο τελικό ράφι.

Δεύτερον, το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό: ενέργεια, μεταφορές, χρηματοδότηση και μικρή κλίμακα παραγωγής συμπιέζουν τα περιθώρια των παραγωγών, οι οποίοι δεν μπορούν να απορροφήσουν τις αυξήσεις και τις μετακυλίουν στον καταναλωτή.

Τρίτον, η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται από περιορισμένο ανταγωνισμό σε ορισμένους κρίκους της αλυσίδας – από τη μεταποίηση έως το λιανεμπόριο. Αυτό εξηγεί γιατί οι αυξήσεις περνούν γρήγορα, αλλά οι μειώσεις όχι. Το φαινόμενο της ακαμψίας τιμών είναι εμφανές: όταν τα διεθνή κόστη υποχωρούν, η αποκλιμάκωση στην Ελλάδα είναι αργή ή μερική.

Τέταρτον, η φορολογική επιβάρυνση, με ΦΠΑ 13% στα τρόφιμα και υψηλούς έμμεσους φόρους σε ενέργεια και μεταφορές, λειτουργεί ως «πολλαπλασιαστής» κάθε αύξησης κόστους.

Προφανώς και η επιμονή της ακρίβειας στα τρόφιμα στην Ελλάδα δεν είναι απλώς αντανάκλαση διεθνών εξελίξεων. Είναι αποτέλεσμα δομικών χαρακτηριστικών της ελληνικής αγοράς: χαμηλή αυτάρκεια, υψηλό κόστος παραγωγής, ακαμψία τιμών και περιορισμένος ανταγωνισμός. Γι’ αυτό και, ακόμη και όταν η Ευρώπη βλέπει αποκλιμάκωση, το ελληνικό ράφι συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά

Πηγή: ot.gr