Η εντυπωσιακή επιτυχία της επιχείρησης απαγωγής του προέδρου της Βενεζουέλας ανέδειξε με ιδιαίτερα ανάγλυφο τρόπο μια σειρά από δομικά χαρακτηριστικά της νέας φάσης του διεθνούς συστήματος, τα οποία έχουν αρχίσει να διαμορφώνονται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Πρώτο και καθοριστικό στοιχείο αποτελεί η συντριπτική στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ κάθε δυνητικό ανταγωνιστή τους.

Κατά την πρώτη μεταψυχροπολεμική δεκαετία κυριάρχησε η εντύπωση ότι οι ΗΠΑ λειτουργούσαν ως φάρος και προστάτης ενός νέου διεθνούς κόσμου, βασισμένου στον δυτικό φιλελεύθερο κανόνα. Μετά το 2000, ωστόσο, οι σχετικές ψευδαισθήσεις κατέρρευσαν.

Η αμερικανική αυτοκρατορική ισχύς δεν δεσμεύεται ούτε από κανόνες ούτε από κάποια συνεκτική φιλελεύθερη ιδεολογία, και ασφαλώς όχι από σταθερή προσήλωση στη δημοκρατική διακυβέρνηση.

Αντιθέτως, εδράζεται σε ωμά στρατιωτικά δεδομένα και στον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζουν οι ΗΠΑ στα διεθνή ενεργειακά και χρηματοπιστωτικά συστήματα.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ουάσιγκτον συναλλάσσεται με ένα ευρύ φάσμα πολιτικών καθεστώτων στα κράτη-πελάτες της: από προνεωτερικές μοναρχίες, στρατιωτικές δικτατορίες, κοινοβουλευτικά απαρτχάιντ και προεδρικές απολυταρχίες έως φιλελεύθερες δημοκρατίες με επίπεδα κοινωνικής ισότητας ανώτερα από εκείνα της ίδιας της Αμερικής.

Το μόνο ουσιαστικό κριτήριο είναι η συνολική συμμόρφωσή τους με τους στρατηγικούς στόχους των ΗΠΑ. Αυτό αποτελεί το δεύτερο βασικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τις δύο τελευταίες δεκαετίες και αναδείχθηκε με ιδιαίτερη ένταση κατά τη διακυβέρνηση Τραμπ.

Χαρακτηριστικό είναι ότι το ζήτημα της δημοκρατικής μετάβασης δεν περιλαμβανόταν σε καμία από τις δημόσιες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου σχετικά με τη «μετά Μαδούρο» Βενεζουέλα.

Ακόμη και η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η βραβευμένη με Νόμπελ ηγετική μορφή της αντιπολίτευσης παραγκωνίστηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Ο στόχος των ΗΠΑ δεν ήταν η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στη Βενεζουέλα. Αντιθέτως, διατυπώθηκε με σαφήνεια ότι επιδίωξη ήταν η είσοδος αμερικανικών εταιρειών στην εκμετάλλευση των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας και η ανάσχεση της κινεζικής οικονομικής διείσδυσης στη Λατινική Αμερική.

Αυτό που προκάλεσε ιδιαίτερη αμηχανία και σοκ ήταν ο έντονος «μονομερής» χαρακτήρας της πολιτικής Τραμπ, δηλαδή η ανάληψη στρατηγικών πρωτοβουλιών χωρίς διαβούλευση με συμμάχους ή πολιτικούς εταίρους.

Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν τόσο η αποχώρηση από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν κατά την πρώτη θητεία του όσο και το σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία κατά τη δεύτερη.

Παράλληλα, εντείνεται η συζήτηση για την κατάτμηση του διεθνούς συστήματος σε σφαίρες επιρροής μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων – ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας, Ινδίας και ενδεχομένως άλλων. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία, το Ιράν, η Τουρκία και η Βραζιλία απομακρύνονται σταδιακά από την αμερικανική πολιτική γραμμή, επιδιώκοντας να ασκήσουν ηγεμονικό ρόλο στις περιφέρειές τους.

Η Ουάσιγκτον ενδέχεται να αποδέχεται έναν περιορισμένο βαθμό αυτονομίας κινήσεων για τις περιφερειακές δυνάμεις στις άμεσες γεωπολιτικές τους ζώνες, χωρίς όμως να παραιτείται ποτέ από το δικαίωμα μονομερούς παρέμβασης όπου θεωρεί ότι διακυβεύονται τα συμφέροντά της. Το γεγονός ότι επιτρέπει στη Ρωσία να αποκτήσει εδάφη από την Ουκρανία και αποδέχεται τη μη ένταξη του Κιέβου στο ΝΑΤΟ δεν συνεπάγεται αποχώρηση από τον χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Υπό αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε συζήτηση για την τύχη της Ταϊβάν καθίσταται εξαιρετικά επισφαλής.

Οι επιθέσεις εναντίον της Βενεζουέλας και του Ιράν κατέδειξαν επίσης ότι η Κίνα είτε δεν μπορεί είτε δεν επιθυμεί να εμπλακεί στρατιωτικά σε συγκρούσεις μακριά από την περιφέρειά της, προκειμένου να αποτρέψει αμερικανικές επιθέσεις κατά κυβερνήσεων με τις οποίες διατηρεί στενές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις.

Παρά το γεγονός ότι Ρωσία και Κίνα προβάλλονται θεωρητικά ως πυλώνες ενός εναλλακτικού διεθνούς συστήματος –μέσω σχημάτων όπως οι BRICS ή ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης– δεν έχουν υιοθετήσει δεσμευτικές πολιτικές ασφάλειας υπέρ της Βενεζουέλας ή του Ιράν.

Τρίτο κρίσιμο στοιχείο αποτελεί η χρήση των οικονομικών κυρώσεων όχι ως αυτοτελές εργαλείο καταναγκασμού για την τήρηση διεθνών κανόνων, αλλά ως προπαρασκευαστικό στάδιο στρατιωτικής επέμβασης.

Ο παρατεταμένος οικονομικός αποκλεισμός χωρών όπως η Βενεζουέλα και το Ιράν οδηγεί στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής, στην κατάρρευση των υποδομών, στην άνθηση των παράνομων συναλλαγών και, κατ’ επέκταση, στην ενίσχυση της διαφθοράς εντός των κρατικών και επιχειρηματικών ελίτ.

Η εξωτερική παρέμβαση έρχεται στη συνέχεια να εκμεταλλευτεί τα ρήγματα που έχουν δημιουργηθεί στο κράτος και την κοινωνία, επιβάλλοντας τους όρους της υπερδύναμης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεωπολιτικό τρίγωνο Βενεζουέλας-Ιράν-Ισραήλ. Το Τελ Αβίβ ασκούσε επί μήνες πιέσεις στην Ουάσιγκτον για αμερικανική επίθεση εναντίον της Βενεζουέλας, η οποία διατηρούσε στενές πολιτικές και στρατιωτικές σχέσεις με την Τεχεράνη.

Για τη ισραηλινή Δεξιά, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θεωρείται η υπ’ αριθμόν ένα απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ, ενώ η αλλαγή καθεστώτος μέσω εξωτερικής επέμβασης προβάλλεται ως ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής της.

Ωστόσο, το σύνολο σχεδόν των κρατών της περιοχής έχει προειδοποιήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε παρατεταμένο χάος στη Δυτική Ασία, με απρόβλεπτες συνέπειες για πολλά χρόνια.

Ο Σωτήρης Ρούσσος είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Θρησκείας στη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Το βιβλίο του «Η Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στη Γάζα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έρμα