Υπάρχουν πολλά ή, πιο σωστά, υπάρχουν αμέτρητα που μπορεί να γράψει κανείς ως κατευόδιο για τον Γιώργο Παπαδάκη.

Όχι λόγω της πολύχρονης, ουρανομήκους τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής καριέρας του. Όχι τόσο εξαιτίας της αδιάλειπτης παρουσίας του για 34 χρόνια από το βήμα της εκπομπής «Καλημέρα Ελλάδα» – αυτής που θεωρούσε ως το τέταρτο παιδί του.

Και βέβαια ούτε γιατί ο ίδιος διεκδίκησε ποτέ τον ρόλο, τη ματαιοδοξία και την (αυτο)αποθέωση του σταρ της δημοσιογραφίας – ίσα ίσα που θεωρούσε ως μεγαλύτερο παράσημό του το γεγονός ότι στον πυρήνα του παρέμενε μέχρι κεραίας εκείνο που περιγράφει η φράση «άνθρωπος της διπλανής πόρτας».

Ο λόγος που εκείνα που γράφονται και θα γραφτούν για τον Γιώργο Παπαδάκη μοιάζουν απειράριθμα, ακούγονται διαφορετικά και μπορεί να φαντάζουν ακόμα και ετερόκλητα, είναι γιατί στην πραγματικότητα καθένας έχει χτίσει τη δική του, πολύ προσωπική και κυρίως οικεία σχέση με τον εκλιπόντα δημοσιογράφο.

Ο Γιώργος Παπαδάκης ήταν εκείνος τον οποίο πολλοί ακούγαμε από μια τηλεόραση που έπαιζε κάπου στο βάθος του πατρικού μας σπιτιού, όταν αγουροξυπνημένοι πίναμε άρον άρον το γάλα μας για να φύγουμε για το σχολείο. Ήταν εκεί σε κάθε πολύ πρωινό ξύπνημά μας, αλλά αργότερα και σε κάθε άγριο ξενύχτι μας. Σε χαρές και σε λύπες, σε αγωνίες και ζόρια, στα εύκολα και στα δύσκολα.

Σαν ένας απρόσκλητος αλλά καλοδεχούμενος καθημερινός επισκέπτης που, το ίδιο καλά με το να ενημερώνει και να πληροφορεί, γνώριζε και να συντροφεύει.

Γι’ αυτό και η απόφασή του να σταματήσει το «Καλημέρα Ελλάδα» και να αποχαιρετήσει την πρωινή ζώνη που ο ίδιος όρισε και διαμόρφωσε, εκτός από έκπληξη και αμηχανία, έφερε συγκίνηση και μια στιγμή εσωτερικής σιωπής σε όλους μας. Γι’ αυτό και η είδηση του θανάτου του χωνεύεται με δυσκολία.

Ο Παπαδάκης κατέκτησε το προνόμιο, μαζί και την ατυχία, να τον αντιλαμβανόμαστε ως δεδομένο. Ή, καλύτερα, ως κλασικό. Έναν άνθρωπο που θα ζει ανάμεσά μας για πάντα.

Ο μέσος Έλληνας

Αν πρέπει βέβαια να περιγράψει κανείς τον Γιώργο Παπαδάκη με μια μόνο δράκα λέξεις, τότε είναι καλύτερα να μεταφέρει τα λόγια της αγαπημένης συζύγου του, Τίνας Παπαδέλη.

Εκείνης της νεαρής συναδέλφου του την οποία γνώρισε το 1992 μέσω του Μίνωα Κυριακού και με την οποία πορεύτηκαν μαζί στη ζωή αποκτώντας τους δύο γιους τους, Φοίβο και Ιάσονα – ο δημοσιογράφος έχει έναν ακόμα γιο, τον Κωνσταντίνο, από τον πρώτο του γάμο. Ο δεύτερος γάμος του, έλεγε, ήταν το καλύτερο ρεπορτάζ της ζωής του.

Η σύζυγος του Γιώργου Παπαδάκη τον περιέγραφε πριν από λίγους μήνες ως αφοσιωμένο στη δημοσιογραφία, ακέραιο στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη ζωή και αυθόρμητο στις εκδηλώσεις, τις αντιδράσεις και το συναίσθημά του.

Ως έναν άνθρωπο απαιτητικό στη δουλειά αλλά δίκαιο, που κατάφερε όχι μόνο να εκφράσει, αλλά να ταυτιστεί με τον μέσο Έλληνα.

Με την πολυαγαπημένη του σύζυγο Τίνα Παπαδέλη, τη γυναίκα που, όπως έλεγε, έγινε το καλύτερο ρεπορτάζ της ζωής του

Για να καταλάβει κανείς τον βαθμό της εγγύτητας που πέτυχε με τον τηλεθεατή στα χρόνια της παντοκρατορίας του «Καλημέρα Ελλάδα», όταν στη δεκαετία του ’90 η εκπομπή σημείωνε ποσοστά τηλεθέασης άνω του 60% και συχνά ακόμα και άνω του 70%, φτάνει να ξεδιαλέξει μια από τις πολλές μικρές αλλά ενδεικτικές της επιδραστικότητας του Παπαδάκη ιστορίες.

Λέγεται, για παράδειγμα, πως κάποτε ένας αγρότης από τη Λάρισα τον αναζητούσε επίμονα για ημέρες στο τηλέφωνο προκειμένου να τον συμβουλευτεί για το εάν έπρεπε να προχωρήσει στην αγορά ενός οικοπέδου ή όχι. Ο Παπαδάκης ήταν ο άνθρωπός μας.

Αναπολογητικά λαϊκός

Δεν επρόκειτο για κάποιον ρόλο που επινόησε και υπηρέτησε. Ο Παπαδάκης δεν μπήκε ποτέ στη βάσανο να υποδυθεί κάποιον άλλον. Ήταν απλώς ο εαυτός του. Ένας αντιτηλεοπτικός τύπος, όπως συνήθιζε να λέει, που δεν ακολούθησε την πεπατημένη. Επέλεξε να τη δημιουργήσει για τους επιγόνους του.

Γι’ αυτό το γνήσια λαϊκό –που κατά καιρούς κρίθηκε μάλλον άδικα ή εσκεμμένα ως λαϊκίστικο– αποτύπωμά του, δεν μπορεί παρά να ανατρέξει κανείς στα παιδικά του χρόνια. Κυρίως οφείλει να επισημάνει ότι ο αείμνηστος δημοσιογράφος δεν ξέχασε ποτέ ποιος ήταν, ούτε από πού ερχόταν.

«Έλα μωρέ. Ο περιπτεράς;»

Μεγαλωμένος στον Κολωνό έως τα 2 του χρόνια και κατόπιν μέτοικος στο Χαλάνδρι, ο Παπαδάκης μεγάλωσε ωραία, όπως έλεγε, αλλά όχι πλουσιοπάροχα.

Ο πατέρας του ήταν μαρμαράς, η μητέρα του μεγάλωνε τον ίδιο και τα δύο αγαπημένα αδέλφια του: τον Μάρκο, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 49 ετών, και τη Μαρία, η οποία έπασχε από σύνδρομο Down και πέθανε στα 52 της χρόνια.

Από τα 12 του ο Παπαδάκης βγήκε στη βιοπάλη. Δεν ήταν κάτι που το έκανε ή το αφηγούνταν, όταν πια έγινε ο δημοφιλής τηλεπαρουσιαστής, μεμψιμοιρώντας. Αντιθέτως, καμάρωνε για όλες τις δουλειές που είχε κάνει. Και ήταν πολλές: γκαρσόνι, βοηθός σε οικοδομή, παιδί για όλες τις δουλειές. Μέχρι και στεφάνια σε νεκροταφεία είχε σηκώσει για το μεροκάματο.

Για μια περίοδο κουβαλούσε κιβώτια για το εργοστάσιο της ΗΒΗ, δουλειά που του κληροδότησε ένα πρόβλημα στη μέση και τον ανάγκασε να αναζητήσει πιο «ευγενείς» εργασίες.

Τότε ήταν που ξεκίνησε τις βάρδιες σε ένα περίπτερο του Χαλανδρίου. Μάλιστα, αυτή η τελευταία απασχόλησή του υπήρξε για χρόνια αφορμή για χλεύη και υποτίμηση από συναδέλφους του. Ποιος θα έπαιρνε στα σοβαρά τον «περιπτερά» δημοσιογράφο;

Στο σχολείο ο Παπαδάκης ήταν μαθητής του 15, όπως έλεγε. Οι συμμαθητές του, με κάποιους από τους οποίους συνδέθηκε με φιλία ζωής, τον θυμούνται αεικίνητο, μέσα σε όλα, καλαμπουρτζή. Ήταν η ψυχή της παρέας και έτσι έμεινε ως το τέλος.

Από το πεζοδρόμιο στη μικρή οθόνη

Ο Παπαδάκης δεν διέγραφε ούτε στρογγύλευε το παρελθόν του. Όμως δεν σνόμπαρε και δεν προσπερνούσε και όσα του έφερε απλόχερα η ζωή.

Τη δημοσιογραφική του πορεία την ξεκίνησε από την εφημερίδα «Τα ΝΕΑ», χάρη σε έναν φίλο του αδελφού του που κάλυπτε το δικαστικό ρεπορτάζ και δέχτηκε να τον αξιοποιήσει ως βοηθό του. Χωρίς λεφτά. Η αμοιβή του ήταν η εμπειρία που αποκτούσε.

Σεμίνα Διγενή, Γιώργος Παπαδάκης, Νάσος Αθανασίου. Οι στυλοβάτες της ιστορικής εκπομπής «3 στον Αέρα» της ΕΡΤ

Μπορεί την αρχή να την έκανε από τον έντυπο Τύπο, όμως τον χαρακτήρα και το όνομά του τα σμίλεψε στο ραδιόφωνο.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ανέλαβε την παρουσίαση της –ιστορικής– καθημερινής τρίωρης πρωινής εκπομπής «Κάθε Μέρα Παντού». Ήταν το εφαλτήριο για να περάσει το 1986 στην τηλεόραση, ως σάρκα από τη σάρκα του θρυλικού «Τρεις στον Αέρα».

Ο Παπαδάκης, που εμφανιζόταν ως ο ρεπόρτερ του διπλανού στούντιο, ανακαλούσε τη συμμετοχή του στην εκπομπή ως το μεγάλο του σχολείο. Η Σεμίνα Διγενή και ο Νάσος Αθανασίου (που αργότερα αντικαταστάθηκε από τον Γιάννη Δημαρά), δύο άνθρωποι που ήδη γνώριζαν από τηλεόραση, έγιναν, όπως έλεγε, οι δάσκαλοί του.

«Με ενοχλούσε όταν δεν με αναγνώριζαν»

Ήταν η εποχή που για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του έγινε θύμα της ίδιας της εικόνας του. Η απήχηση της εκπομπής και η δημοσιότητα που του έφερε δεν ήταν εύκολα διαχειρίσιμες. Το έλεγε ευθαρσώς: είχε «καβαλήσει το καλάμι».

Έμπαινε στο σούπερ μάρκετ και ήθελε να τον αναγνωρίζουν. Στην πραγματικότητα, εκείνη η περίοδος έγινε ένα μάθημα ζωής που δεν ξέχασε ποτέ: Την τηλεόραση τη χρησιμοποιείς, δεν την αφήνεις να σε χρησιμοποιήσει.

Η σχέση και η πορεία του με τον ΑΝΤ1 ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 από το ραδιόφωνο του ομίλου – προηγουμένως είχε κάνει το πέρασμα από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση στο ελεύθερο ραδιόφωνο, στον Δίαυλο 10.

Ήταν χρόνια κοσμογονίας για τα ελληνικά ΜΜΕ. Η ιδιωτική τηλεόραση βρισκόταν στη γέννησή της και αναζητούσε τα πρόσωπα που όχι απλά θα τη στελέχωναν, αλλά θα τη δημιουργούσαν. Ο Παπαδάκης βρέθηκε στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή. Αλλά πήρε και τις σωστές αποφάσεις.

Αυτό βέβαια δεν μπορούσε να το γνωρίζει όταν το 1989 αρνήθηκε την πρόταση του MEGA να παρουσιάζει ένα καθημερινό ενημερωτικό ημίωρο που θα ακολουθούσε το δελτίο ειδήσεων. Όμως επέλεξε να μείνει πιστός στον ΑΝΤ1, όπου μαζί με τον Τέρενς Κουίκ και τη Λιάνα Κανέλλη έστησαν το ενημερωτικό τμήμα του νεότευκτου τότε τηλεοπτικού σταθμού.

Ο Γιώργος Παπαδάκης υπήρξε δάσκαλος πολλών δημοσιογράφων, ανάμεσά τους η Τατιάνα Στεφανίδου και ο Νίκος Μάνεσης

Ξύπνημα στις 1:45 π.μ.

Κάτι ακόμα που δεν μπορούσε να ξέρει τότε ο Γιώργος Παπαδάκης ήταν πως από τις 28 Απριλίου του 1992 θα υιοθετούσε –εκών άκων– μια συνήθεια που θα τον συνόδευε έως το τέλος της ζωής του.

Ήταν η ημέρα της πρεμιέρας του «Καλημέρα Ελλάδα» ή, με άλλα λόγια, μια στιγμή-ορόσημο για την ελληνική τηλεόραση αλλά και για τον ίδιο. Στο πιο πρώτο, απλό και ανθρώπινο επίπεδο.

Έκτοτε ο Παπαδάκης σηκωνόταν από το κρεβάτι αυστηρά στις 1:45 τα ξημερώματα. Χωρίς ξυπνητήρι.

Θα καβαλούσε το μηχανάκι του, θα διέσχιζε τους σχεδόν άδειους δρόμους της πόλης και γύρω στις 3 το πρωί θα έκανε με τους συνεργάτες του την πρώτη δημοσιογραφική σύσκεψη της ημέρας.

Με τον έναν από τους τρεις γιους του Φοίβο Παπαδάκη

Ναι, ο Γιώργος Παπαδάκης έμεινε ως την τελευταία του ημέρα ένας χειρώνακτας της δημοσιογραφίας. Ο άνθρωπος που μπορεί να μην έφευγε τελευταίος, αλλά πήγαινε πάντα πρώτος στο γραφείο, σήκωνε τηλέφωνα, έκανε ρεπορτάζ, ζούσε για και μέσα από τη δημοσιογραφία.

Δύσκολοι αλλά απαραίτητοι αποχαιρετισμοί

Τι έκανε όταν κατάλαβε πως δεν είχε το ίδιο σφρίγος και τον ίδιο ενθουσιασμό με παλιά; Χαιρέτησε και έφυγε. Λέγοντας μάλιστα –και πιθανότατα πιστεύοντας βαθιά– πως δεν ήταν και κανένας σημαντικός άνθρωπος της τηλεόρασης.

Αλλά και έχοντας επιπλέον το σθένος να μιλά στις αποχαιρετιστήριες συνεντεύξεις του για κάποιες λάθος επαγγελματικές επιλογές του, όπως λόγου χάρη για την «Κόκκινη Κάρτα», μια εκπομπή με στοιχεία reality που παρουσίασε το 1995 στον ΑΝΤ1. «Σιχαινόμουν να πηγαίνω στη δουλειά μου», είχε πει ανακαλώντας εκείνη την περίοδο.

Ναι, ο Γιώργος Παπαδάκης υπήρξε ειλικρινής. Πολλές φορές άβολα, αμήχανα και αταίριαστα για την εποχή αλλά και για το μέσο που υπηρέτησε. Αλλά, όπως έλεγε, από το ξεκίνημά του στη μικρή οθόνη λειτούργησε απείθαρχα ως προς τους τηλεοπτικούς κανόνες και τις υποδείξεις. Και τα κατάφερε περίφημα.

Κάτι άλλο, επίσης σπάνιο κι άλλο τόσο δύσκολο, που πέτυχε ήταν να μην απασχολήσει ποτέ και να μην περιφέρει την ιδιωτική ζωή του. Για σκεφτείτε το: Πόσα γνωρίζουμε στ’ αλήθεια για τον άνθρωπο που δημιούργησε και υπηρέτησε τη μακροβιότερη εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης; Ελάχιστα.

Το πάρτι της ζωής του

Ξέρουμε, για παράδειγμα, μια από τις ιδιορρυθμίες του: ότι ήθελε τα κλιματιστικά στο στούντιό του να λειτουργούν στο φουλ, ότι ήταν ένας γενναιόδωρος αλλά ακριβοδίκαιος συνεργάτης, ότι, όπως λένε όσοι τον γνώρισαν και τον συναναστράφηκαν, από παιδί ήταν ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να κάνει ό,τι φανταζόταν στη ζωή του.

Ο Γιώργος Παπαδάκης είχε και χιούμορ. Ανεξάντλητο σε απόθεμα. Γι’ αυτό και γελούσε όταν σε συνέντευξή του πριν από λίγους μήνες θυμόταν το μεγάλο πάρτι που του είχε οργανώσει η σύζυγός του όταν έκλεισε τα 50 του χρόνια. Ήταν ο τρόπος του για να ξορκίσει, αλλά και να σαρκάσει το πικρό γεγονός πως οι δικοί του άνθρωποι, τα αδέλφια και οι γονείς του, πέθαναν πέριξ εκείνης της ηλικίας.

Τελικά ο Γιώργος Παπαδάκης έζησε άλλα 24 χρόνια. Ως το απόγευμα της Κυριακής, 4 Ιανουαρίου. Δεν ήταν πολλά. Ήταν όμως αρκετά για να τον θυμόμαστε, να τον ανακαλούμε και να τον τοποθετήσουμε μέσα μας ως τον πιο κλασικό και συνεπή παρουσιαστή της ελληνικής τηλεόρασης.

Μα πάνω απ’ όλα να τον μνημονεύουμε ως έναν καλό, «δικό μας» άνθρωπο που έσπασε το «γυαλί» και εκμηδένισε την απόσταση ανάμεσα σε εκείνον και σε μας.