Φέι Ντάναγουεϊ: Παγωμένο βελούδο

Η ασυμβίβαστη femme fatale με τους εμβληματικούς ρόλους μεσουράνησε στα 60s και στα 70s εκπέμποντας τη γοητεία των σταρ του παλιού Χόλιγουντ.

Ο Αρθουρ Πεν που σκηνοθέτησε την κλασική αμερικανική ταινία «Μπόνι και Κλάιντ» (1967) εξήγησε κάποτε τι επιδίωκε επιλέγοντας τον Γουόρεν Μπίτι και την τότε ανερχόμενη ηθοποιό από τη Φλόριντα Φέι Ντάναγουεϊ για τους ρόλους του ζεύγους Κλάιντ Μπάροου και Μπόνι Πάρκερ, θρυλικών αμερικανών παρανόμων της εποχής της ποταπαγόρευσης. «Ηθελα να τους υποδυθούν έτσι όπως θα προτιμούσα να τους θυμάμαι και να τους θυμούνται, όχι έτσι όπως ενδεχομένως να ήταν στην πραγματικότητα». Από την πλευρά της, η Ντάναγουεϊ, μια ρομαντική εκδοχή της Μπόνι Πάρκερ στο πρότυπο της φαντασίωσης του σκηνοθέτη της, έφερε στην ηρωίδα της τη λάμψη και το στυλ μιας σταρ του κινηματογράφου της δεκαετίας του 1930, μιας γυναίκας που πολύ πιθανόν η ίδια η Μπόνι Πάρκερ να θαύμαζε. Και πράγματι, η εικόνα της Φέι Ντάναγουεϊ στο «Μπόνι και Κλάιντ» είναι εκείνη που ακόμη και σήμερα φέρνουμε αμέσως στο μυαλό μας όταν θυμόμαστε την αμερικανίδα ηθοποιό στα νιάτα της. Και όχι, δεν θέλουμε να θυμόμαστε την Ντάναγουεϊ μέσα από την γκάφα της στα Οσκαρ του 2017, όταν, χωρίς να φταίει η ίδια, διάβασε τον λάθος φάκελο (που της είχε δώσει ο Γουόρεν Μπίτι) ανακοινώνοντας το «La La Land» ως καλύτερη ταινία της χρονιάς, ενώ στην πραγματικότητα νικητής ήταν το «Moonlight». Προτιμούμε να τη θυμόμαστε ως Μπόνι Πάρκερ με το βλοσυρό ύφος, το μπερεδάκι και το αυτόματο στο χέρι. Η εικόνα μιας νεαρής γυναίκας που μύριζε θάνατο αλλά την ίδια ώρα ξεχείλιζε από ζωή, με τα πλούσια ξανθά μαλλιά της να ανεμίζουν ανέμελα και με ένα εξίσου πλούσιο μπούστο να διακρίνεται μέσα από το στενό καρό σακάκι…

Το γεγονός είναι ότι μέσω της Μπόνι Πάρκερ, η Ντάναγουεϊ έπλασε έναν παράξενο, μπορεί και λίγο «ενοχλητικό» συνδυασμό ασυγκράτητου δυναμισμού και βαθιάς απελπισίας. Φιλόδοξη στην επιφάνεια, αυτοκαταστροφική κατά βάθος. Με αυτόν τον τρόπο καθιέρωσε για τον εαυτό της μια αλησμόνητη περσόνα, μια προσωπικότητα την οποία αυτή η ηθοποιός θα υπηρετούσε με παραλλαγές αλλά πάντα με τον πιο άψογο τρόπο. Καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη ηθοποιό, σύγχρονη, παλαιότερη η μεταγενέστερή της, η Ντάναγουεϊ κατάφερε να παρουσιάσει στη μεγάλη οθόνη γυναίκες που ενώ εξ όψεως διακρίνονταν από μια αρχοντική ψυχρότητα, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο τους ήταν το άγχος που κρυβόταν μέσα τους, πίσω από τη βιτρίνα. Ενα άγχος που μπορούσε να κατασπαράξει την ψυχή τους.

Περιπλάνηση και φυγή

Ηταν εξάλλου αυτό το άγχος που ώθησε την Ντάναγουεϊ να ξεφύγει από τον τόπο της, το Μπάσκομ της Φλόριντα, «έναν τόπο που δεν ήταν καν τόπος, παρά ένας δρόμος, ένα πρατήριο βενζίνης και πολλή, πολλή σκόνη», όπως η ίδια είχε κάποτε πει. Ο παππούς της ήταν αγρότης και ο πατέρας της γλίτωσε από μια παρόμοια ζωή ακολουθώντας στρατιωτική καριέρα (έφθασε ως τον βαθμό του ανθυπασπιστή). Η Ντάναγουεϊ ταξίδεψε και έζησε σε όλον τον κόσμο, από το Τέξας στη Γερμανία και από εκεί στο Γουισκόνσιν. Τα παιδικά της χρόνια ήταν μια διαρκής περιπλάνηση σε ξένα σπίτια, ξένα κρεβάτια, δίπλα σε ξένους ανθρώπους. Από μικρή ονειρευόταν μια ζωή ήσυχη και ταυτοχρόνως λαμπερή. «Ηθελα πολλά φώτα με χαμηλόφωνες κουβέντες. Ηθελα ευγένεια».

Το θέατρο της ταίριαζε περισσότερο, είχε πει, από τους σταρ του σινεμά θαύμαζε μόνο μία, την Γκρέτα Γκάρμπο. Εν τέλει, η ίδια έγινε επίσης σταρ του σινεμά, αν και από το θέατρο ξεκίνησε και εκεί αργότερα διέπρεψε υποδυόμενη ηρωίδες όπως η Μπλανς Ντιμπουά από το «Λεωφορείον ο πόθος» του Τενεσί Γουίλιαμς.

Είναι κατά κάποιον τρόπο ειρωνεία που το «Μπόνι και Κλάιντ», η ταινία που για αυτή την ηθοποιό σήμανε την αφετηρία μιας θαυμαστής καριέρας, λανσαρίστηκε την εποχή που ανθούσε ο νέος, πρωτοποριακός, επαναστατικός και θεματικά πολύ πιο σκεπτόμενος από εκείνον του παρελθόντος αμερικανικός κινηματογράφος της δεκαετίας του 1960. Ενώ σε συνεντεύξεις που έδινε τότε η Ντάναγουεϊ κατέκρινε τις στιλπνές ταινίες της «Χρυσής Εποχής» του Χόλιγουντ όταν τις συνέκρινε με τις αναδυόμενες «ταινίες μηνύματος» της δικής της γενιάς, ήταν από την αρχή ξεκάθαρο ότι πρόβαλλε μια γοητεία που ταίριαζε περισσότερο σε μια περασμένη εποχή παρά στη δική της.

Η πρόβλεψη της Κρόφορντ

Ακόμα και ο τύπος ομορφιάς της Ντάναγουεϊ διέφερε από τις γυναίκες ηθοποιούς στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Οχι πάρα πολύ ψηλή, αλλά αδύνατη και λυγερή – οπότε έδειχνε ψηλή. Με στιλπνά – άλλοτε ξανθά, άλλοτε καστανά – μαλλιά, με καθαρή επιδερμίδα, με αλφαδιασμένα ζυγωματικά, με μεγάλα μάτια που σε μαγνήτιζαν με το διαπεραστικό βλέμμα τους, με υπέροχα φρύδια που της πρόσθεταν αυστηρότητα, με αποφασιστικό στόμα, με βαθιά φωνή και με καλά «ακονισμένες» γωνίες στο πρόσωπο. Με όλα αυτά τα φυσικά χαρίσματα στη διάθεσή της, η Ντάναγουεϊ θύμιζε έντονα σταρ του παρελθόντος, ηθοποιούς όπως η Γκρέις Κέλι, η Ντέμπορα Κερ, η Μαρλένε Ντίτριχ και, κυρίως, η μία και μοναδική Τζόαν Κρόφορντ, την οποία τελικά η Ντάναγουεϊ υποδύθηκε στη βιογραφική ταινία «Mommie Dearest» («Αποκαλύψεις για μια γυναίκα») το 1981. Μόνο οι εσωτερικές διακυμάνσεις της Ντάναγουεϊ την έκαναν διαφορετική από τις γυναίκες του παρελθόντος, όπως και από τις σύγχρονές της.

Και ίσως να μην είναι τυχαίο που η ίδια η Τζόαν Κρόφορντ είχε επισημάνει στην αυτοβιογραφία της τη δυναμική τής Ντάναγουεϊ: «Από όλες τις νέες ηθοποιούς, μόνο η Φέι Ντάναγουεϊ έχει το ταλέντο και το κουράγιο για να καταφέρει να γίνει μια πραγματική σταρ» γράφει σε ένα κεφάλαιο. Η Κρόφορντ, πολύ πιθανόν να μη συμφωνούσε με το τελικό αποτέλεσμα του «Mommie Dearest» (μια πραγματικά κακή ταινία), είχε όμως τη διαύγεια και την εμπειρία ώστε να ξεχωρίσει μια πραγματική σταρ όταν την έβλεπε. Γιατί αν δεν είχε υπάρξει η Ντάναγουεϊ, τότε θα μπορούσες να πεις ότι το καλούπι από το οποίο είχε «βγει» μια Τζόαν Κρόφορντ, είχε πια σπάσει.

Η επιτυχία με τη μορφή του αμερικανικού ονείρου ήρθε πολύ γρήγορα στη ζωή της, αλλά η Φέι Ντάναγουεϊ την αντιμετώπισε πραγματιστικά και προσγειωμένα. Υπήρξαν ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε – ο «Παράνομος» («The Ηappening», 1967), ο «Θαλασσόλυκος της χήρας» («The Εxtraordinary Seaman», 1969) – που δεν ήταν επιλογές της ιδίας, ακριβώς επειδή η προσοχή της δεν ήταν στραμμένη μόνο σε αυτά που έκανε. Εξάλλου, είχε πει ότι μπορούσε να παρασυρθεί από μια σκηνοθεσία περισσότερο από όσο πίστευε, γιατί «το παν εξαρτάται από τον σκηνοθέτη».

Ο «πονοκέφαλος» του σκηνοθέτη

Παρ’ όλα αυτά, από πολύ νωρίς η Ντάναγουεϊ, άγνωστη ακόμη, τόλμησε να έρθει αντιμέτωπη με την αυθεντία και να διεκδικήσει τα δικαιώματά της πηγαίνοντας κόντρα σε σκηνοθέτες που θεωρούνταν κατεστημένο στο Χόλιγουντ. Ο Οτο Πρέμινγκερ, για παράδειγμα. Εκείνος την ανακάλυψε στο θέατρο σε μια παράσταση off-Broadway και την προσέλαβε πρώτος για τον κινηματογράφο στην ταινία «Οταν ο νόμος προστάζει» («Ηurry Sundown»), παραγωγής 1967 (την ίδια χρονιά που η Ντάναγουεϊ γύρισε και το «Μπόνι και Κλάιντ»). Αλλά ήταν η Ντάναγουεϊ που έλαβε τελικά νομικά μέτρα εναντίον του όταν ένιωσε ότι ο Πρέμινγκερ θα την εγκλώβιζε σε μια κατάσταση αποπνικτική με την οποία δεν συμφωνούσε καθόλου. Ο λόγος ήταν το συμβόλαιο άλλων πέντε ταινιών που ο σκηνοθέτης ήθελε να υπογράψει μαζί του. Ομως εκείνη την εποχή, στα sixties, η παράδοση της υπογραφής συμβολαίων των ηθοποιών με τα στούντιο σιγά-σιγά έκλεινε τον κύκλο της. Η Ντάναγουεϊ, όπως πολλοί της γενιάς της (η Τζέιν Φόντα, ο Ντάστιν Χόφμαν και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ), ήθελε την ανεξαρτησία της προκειμένου να κάνει τα πράγματα που η ίδια ονειρευόταν.

Η λέξη «δυσκολία» είναι αλληλένδετη με την επαγγελματική πορεία της Ντάναγουεϊ. Οταν ο Τζορτζ Σ. Σκοτ, ίσως ο πιο «δύστροπος» ηθοποιός που έχει περάσει ποτέ από το Χόλιγουντ, εκείνος που αρνήθηκε να παραλάβει το Οσκαρ α΄ ανδρικού ρόλου για τον «Πάτον» (1970), έφτασε στο σημείο μετά τα γυρίσματα της ταινίας «Ο μαύρος χρυσός» (1973) να πει για την Ντάναγουεϊ ότι ήταν «περισσότερο δύσκολη απ’ όσο περίμενε», τότε αμέσως καταλαβαίνεις τι πραγματικά σήμαινε Φέι Ντάναγουεϊ στην εποχή της μεγάλης δόξας της, από το 1967 έως το 1977. Ο ιδιότροπος χαρακτήρας της ερχόταν συχνά σε συμφωνία με τις ηρωίδες που ενσάρκωνε.

Στη βιογραφία του, «Πολάνσκι», ο σκηνοθέτης Ρόμαν Πολάνσκι αναφέρεται στην Ντάναγουεϊ περιγράφοντας ένα περιστατικό από τα γυρίσματα της «Τσάιναταουν» 1974), μίας από τις καλύτερες ταινίες και των δύο. Λίγο προτού ξεκινήσει το γύρισμα μιας περίπλοκης σκηνής, ο πολωνός σκηνοθέτης παρατήρησε ότι μια τρίχα εξείχε από την καλοχτενισμένη κόμη της ηθοποιού και έφεγγε ενοχλητικά στο κάδρο. Αυθορμήτως ο Πολάνσκι τράβηξε την τρίχα αφαιρώντας την από το κεφάλι της Ντάναγουεϊ. Αν μπορούσε να διανοηθεί τη συνέχεια δεν θα το είχε κάνει. Γιατί αυτό που σύμφωνα με τον Πολάνσκι ακολούθησε ήταν μια απερίγραπτη έκρηξη οργής που έκανε άνω-κάτω τα πλατό και κόστισε την πρόσκαιρη διακοπή των γυρισμάτων.

Η μεγάλη στιγμή με τον Μακ Κουίν

Το σκάκι συνέβαλε αρκετά στη δημιουργία του μύθου της «Υπόθεσης Τόμας Κράουν» (1968). Να φλερτάρει κανείς επιδιδόμενος σε κάποιο άθλημα είναι κατανοητό, αλλά να φλερτάρει παίζοντας… σκάκι, ακούγεται κάπως παράξενο. Το σκάκι απαιτεί ελάχιστες κινήσεις του σώματος και πολλές του μυαλού. Η Βίκι Αντερσον κατάφερε να συνδυάσει και τα δύο. Ηξερε φυσικά ότι ο κ. Τόμας Κράουν δεν ήταν απλώς ο βασικός ύποπτος αλλά ο εγκέφαλος της υπόθεσης κλοπής που εκείνη, μια ντετέκτιβ ασφαλιστικής εταιρείας, είχε αναλάβει να εξιχνιάσει. Ηξερε επίσης ότι η ψυχρή ομορφιά, το μεγάλο ατού της, ήταν κατά κάποιον τρόπο ευάλωτη μπροστά στα θέλγητρα του αινιγματικού αντιπάλου της. Φέρνοντας με αισθησιακό τρόπο τα πιόνια στα πλούσια χείλη της την ώρα που εκείνος απολάμβανε το ποτό και τα πανάκριβα πούρα του, η Βίκι Αντερσον έμοιαζε με αλεπού πιασμένη στη φάκα. Οι όροι αλλάζουν στη σκηνή του σκακιού. Ο κυνηγός μετατρέπεται σε θήραμα και ο πραγματικός νικητής λέγεται έρωτας. Ωσπου να έλθει όμως το (άδοξο;) τέλος μιας ερωτικής σχέσης της οποίας το μέλλον δεν προσδιορίζεται ποτέ, ο Τομ και η Βίκι, ή καλύτερα, ο Στιβ Μακ Κουίν και η Φέι Ντάναγουεϊ, θα έχουν παίξει σωστά τους κανόνες που απαιτεί το παιχνίδι (και δεν αναφέρομαι μόνο στο σκάκι). Ο Μακ Κουίν, cool και ατάραχος όπως πάντα, δεν μας επιτρέπει να «διαβάσουμε» το βλέμμα του. Κερδίζει τις εντυπώσεις με ευκολία. Με την Ντάναγουεϊ, όμως, τα πράγματα λειτουργούν κάπως διαφορετικά: το λαμπαδένιο κορμί της είναι καλυμμένο από τα πιο ακριβά, κομψά και στυλάτα ρούχα της εποχής και ο φακός του Χάσκελ Γουέξλερ τη «συλλαμβάνει» σε πόζες που παραπέμπουν σε φωτογραφίσεις γυναικείων περιοδικών. Συνδυάζοντας απαράμιλλα την κομψότητα με τον τσαμπουκά, αυτή η γυναίκα δεν θυμίζει ντετέκτιβ ασφαλιστικής εταιρείας αλλά πνευματώδη κούκλα από εντιτόριαλ μόδας, η οποία ποτέ δεν ζητά από τον φαλλοκρατικό περίγυρό της (τον Κράουν, τους αστυνομικούς, τους συναδέλφους της) να της κάνουν τη χάρη και να την πάρουν στα σοβαρά. Γνωρίζει πώς να επιβληθεί και ούτε καν το συζητάει.

Ηταν άραγε απαραίτητο το ριμέικ του 1999; Δεν ξέρω. Μου άρεσε όταν το είδα, αλλά η πρωτότυπη ταινία είναι τόσο στυλάτη που αντέχει ακόμα και σήμερα. Το σίγουρο είναι ένα: αν η «χημεία» ανάμεσα στον Μακ Κουίν και την Ντάναγουεϊ ήταν το βασικό ατού στον πρώτο «Κράουν», ο Πιρς Μπρόσναν και η Ρενέ Ρούσο της καινούργιας ταινίας φαντάζουν απογοητευτικά κοινοί, σε ένα φιλμ του οποίου η υπεροχή έγκειται στο «lifestyle» (στοιχείο που ενώ υπήρχε και στην πρώτη ταινία, ήταν μέρος του συνόλου).

Από τα «πέτρινα χρόνια» στο Οσκαρ

Η σύντομη κάμψη της Φέι Ντάναγουεϊ ως ατραξιόν των ταμείων μετά την επιτυχία του «Μπόνι και Κλάιντ» και της «Υπόθεσης Τόμας Κράουν» γίνεται αμέσως κατανοητή αν κοιτάξουμε τις ίδιες τις ταινίες της. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στα πρώτα χρόνια της αμέσως επόμενης, οι ταινίες της φάνηκαν να «πατούν» πολύ σωστά πάνω στην πηγαία ομορφιά της, αλλά δεν μπόρεσαν να φωτίσουν τις εσωτερικές εντάσεις της. Ο Ελία Καζάν προσπάθησε αλλά απέτυχε να τη μετατρέψει σε σύμβολο της επαναστατημένης νιότης που απελευθερώνει τον μεσήλικα Κερκ Ντάγκλας από το αστικό κελί του στον «Συμβιβασμό» (1969). Η ιδέα να συμπρωταγωνιστήσει με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στους «Εραστές» (1968) ήταν καλή, αλλά ο Βιτόριο Ντε Σίκα χειρίστηκε άνευρα το ζευγάρι και η ταινία έμεινε στην ιστορία ως η αφετηρία μιας σύντομης σχέσης των δύο ηθοποιών και εκτός πλατό. Ο Τζέρι Σάτσμπεργκ, επίσης σύντροφός της για ένα διάστημα, ο οποίος την είχε φωτογραφίσει για το «Newsweek» όταν τον Μάρτιο του 1968 η Ντάναγουεϊ φιγουράρισε στο εξώφυλλο του περιοδικού με τίτλο «The New American Beauties», εκμεταλλεύτηκε την ομορφιά της για να τη μεταμορφώσει σε ένα μοντέλο με σκοτεινό παρελθόν στην «Κρυφή ζωή ενός μανεκέν» (1970). Αυτή όμως ήταν μια ιδανική ευκαιρία ώστε η Ντάναγουεϊ να προβάλει το ταλέντο της σε ρόλους που κρύβουν μια συναισθηματική αστάθεια, δεδομένου ότι εκεί υποδύεται μια γυναίκα η οποία έχει υποστεί νευρικό κλονισμό. Αλλά η έμφαση δόθηκε στην τεχνική της κάμερας και όχι στον χαρακτήρα της Ντάναγουεϊ, παρότι πάνω σε αυτόν είναι δομημένη ολόκληρη η ταινία, η οποία ωστόσο αργότερα επανεκτιμήθηκε (μάλιστα, η Ντάναγουεϊ και ο Σάτσμπεργκ είχαν φιλοξενηθεί στο 42ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2001 προκειμένου να παραστούν σε μια ειδική προβολή αυτού του παραγνωρισμένου φιλμ, αλλά και της μικρού μήκους ταινίας με τίτλο «The Yellow Βird» που σκηνοθέτησε η ίδια η Ντάναγουεϊ).

Ακόμη και στο αρχετυπικό αμερικανικό είδος κινηματογράφου, το γουέστερν, η Ντάναγουεϊ δεν μπόρεσε να βρει το καταφύγιό της κατά τη διάρκεια της περιόδου της κρίσης της. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 έπαιξε σε δύο, στο «Μεγάλο ανθρωπάκι» και στον «Doc» – γυρισμένα από καλούς σκηνοθέτες, αποφασισμένους όμως να αναστρέψουν με κυνισμό τους μύθους του είδους και τους ήρωες του Φαρ Ουέστ (μια γενικότερη τάση του Χόλιγουντ στα 70s). Δεν είναι αδιάφορες ταινίες. Τουναντίον, ειδικά το «Μεγάλο ανθρωπάκι», που έφερε την Ντάναγουεϊ ξανά στο πλευρό του Αρθουρ Πεν, θεωρείται ένα από τα πιο αντιηρωικά και φιλοϊνδιάνικα γουέστερν όλων των εποχών. Ομως ήταν μια ταινία πάνω στον Ντάστιν Χόφμαν και η Ντάναγουεϊ που υποδύεται μια νυμφομανή κρατά έναν μάλλον διακοσμητικό ρόλο. Στο «Doc» του Φρανκ Πέρι τη βρίσκουμε να υποδύεται την αλκοολική σύντροφο του Ντοκ Χόλιντεϊ (Στέισι Κιτς). Αδιάφορος ρόλος, η Ντάναγουεϊ είναι περισσότερο μια ατραξιόν για την εμπορικότητα της ταινίας (που τελικά δεν είχε).

Η ανάκαμψη άρχισε να έρχεται λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η Ντάναγουεϊ χρειαζόταν επειγόντως όχι απλώς μια μεγάλη επιτυχία αλλά μία που πραγματικά θα την ωφελούσε. Κέρδισε δύο. Τις «Τρεις μέρες του Κόνδορα» (1974), μια ταινία όμως που υπήρξε «όχημα» του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, και την «Τσάιναταουν» του Πολάνσκι, επίσης παραγωγής 1974, από την οποία όντως η Ντάναγουεϊ επωφελήθηκε τρομερά: η femme fatale που έπλασε σε εκείνο το φιλμ ήταν μεταξένια και συγχρόνως ατσάλινη, δυναμική αλλά και εύθραυστη, με τα σκοτεινά μυστικά που είχε φυλαγμένα στην ντουλάπα της την οποία προσπαθούσε να ξεκλειδώσει ο ιδιωτικός ντετέκτιβ του Τζακ Νίκολσον. Ο ρόλος την οδήγησε στα Οσκαρ, αλλά θα χρειαζόταν να περιμένει λίγο ακόμα για το πολυπόθητο βραβείο. Τα γυρίσματα ήταν εφιάλτης, αλλά ακόμα και σήμερα η Ντάναγουεϊ πιστεύει ότι με τον Πολάνσκι πέτυχε την καλύτερη ερμηνεία της ζωής της.

Αλλά και πάλι, η ανάκαμψή της είχε σύντομη διάρκεια, γιατί μετά το Οσκαρ που κέρδισε το 1977 για το «Δίκτυο», όπου υποδύθηκε μια αδίστακτη παραγωγό της τηλεόρασης, η πορεία της Φέι Ντάναγουεϊ δεν είχε τη συνέχεια που κανείς θα περίμενε. Αν και δεν σταμάτησε ποτέ να παίζει, οι ταινίες της δεν έκαναν πλέον αίσθηση, παρότι με κάποιους ρόλους, όπως της αλκοολικής στο «Barfly» (1987), έδειχνε ότι είχε το τσαγανό να τσαλακωθεί. Κλείνοντας, θα πω και τούτο: υποθέτω ότι αρκετοί θα έμειναν μουδιασμένοι στη θέα της Ντάναγουεϊ στο ριμέικ της «Υπόθεσης Τόμας Κράουν», όπου κρατά έναν διακοσμητικό, τιμής ένεκεν, ρόλο, λες και προσπαθούσε να μας θυμίσει ότι αυτή ήταν η πρώτη διδάξασα. Πολύ αμφίβολο το αν ο Στιβ Μακ Κουίν, αν ζούσε, θα έκανε το ίδιο…

Δείτε επίσης
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk