The Project Syndicate

Η εμφάνιση του COVID-19, ενός νέου κορωνοϊού, σήμανε με τραγικό τρόπο συναγερμό για τη δημόσια υγεία. Ελπίδα όλων είναι η επιδημία να τεθεί σύντομα υπό έλεγχο, αλλά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ήδη προειδοποιεί ότι η οικονομική ανάπτυξη στην Κίνα μπορεί να επιβραδυνθεί.

Καθώς παρατηρούμε τα γεγονότα να ξεδιπλώνονται, διακρίνουμε τρεις ευρύτερες απειλές για την παγκόσμια οικονομία.

Η πρώτη απειλή αφορά προφανώς την ίδια την Κίνα. Καθώς η ακριβής προέλευση του ιού παραμένει ασαφής, είναι δύσκολο να πάρει κανείς τις σωστές αποφάσεις για να εμποδίσει τη διάδοσή του – για παράδειγμα εντείνοντας τους ελέγχους υγιεινής στις αγορές τροφίμων.

Αλλά είναι, δυστυχώς, προφανές ότι η έλλειψη διαφάνειας στην Κίνα έχει συμβάλει στην κλιμάκωση του φόβου και ήδη διαπιστώνει κανείς σημάδια πανικού σε ολόκληρο τον κόσμο.

Όπως έδειξαν οι αγορές την περίοδο 2007-2008, όταν οι ακριβείς ενδείξεις μεγάλων κινδύνων δεν είχαν γίνει καλά κατανοητές, ο κόσμος έχει την τάση να προεξοφλεί το χειρότερο. Η κάθετη πτώση των τιμών των μετοχών και άλλων περιουσιακών στοιχείων ίσως να μην παρέχει πολλή πληροφόρηση.

Ποια είναι η ακριβής θνησιμότητα του κορωνοϊού; Γιατί η θνησιμότητα διαφέρει από τόπο σε τόπο; Πώς εξηγούνται οι ηπιότερες επιπτώσεις που έχει στην ανθρώπινη υγεία ο ιός όταν ταξιδεύει μεγάλες αποστάσεις; Ποια είναι τα ακριβή αποτελέσματα από τον εγκλεισμό των ανθρώπων σε καραντίνα σε ένα κτίριο, σε ένα πρόχειρα κατασκευασμένο νοσοκομείο ή σε μια πόλη; Οι κινεζικές αρχές ασφαλώς δεν είναι σε θέση να απαντήσουν όλες αυτές τις ερωτήσεις. Και η τάση τους να αποκρύπτουν δεδομένα και ερμηνείες είναι δραματικά απογοητευτική.

Έλλειμμα ηγεσίας

Τη δεύτερη απειλή συνιστά το όλο και με οδυνηρότερο τρόπο διαπιστούμενο καθημερινά έλλειμμα αποτελεσματικής ηγεσίας στις ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν το ισχυρότερο σύστημα υγείας στον κόσμο, με κορυφαίες δυνατότητες σε ό,τι αφορά την έρευνα και την ανάπτυξη της ιατρικής επιστήμης (δημόσιο και ιδιωτικό). Και όμως, η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ μοιάζει να έχει ως πρώτη προτεραιότητα την υποτίμηση των κινδύνων και ταυτόχρονα να κρατήσει τον ιό μακριά από την αμερικανική επικράτεια – κάτι που είναι σχεδόν αδύνατο.

Ο ιδιωτικός τομέας εργάζεται σκληρά για να ανακαλύψει ένα εμβόλιο και αυτό είναι αξιέπαινο. Δυστυχώς για μια μακρά περίοδο η έλλειψη μιας σταθερής αγοράς για παρόμοια εμβόλια έχει ναρκοθετήσει τις επενδύσεις στον τομέα αυτό. Έχοντας δημιουργήσει τη μεγαλύτερη αγορά παγκοσμίως για πολλά φάρμακα, οι ΗΠΑ ευλόγως στηρίζουν την έρευνα για ένα ευρύ φάσμα σκευασμάτων. Αλλά μόνο γι’ αυτά για τα οποία υπάρχει μια μεγάλη και σταθερή ζήτηση στις ΗΠΑ.

Ακόμα και ο πιο θερμός οπαδός της ιδέας του Τραμπ «Πρώτα η Αμερική» πρέπει να παραδεχθεί ότι δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Αμερικής αν αρρώσταινε ο υπόλοιπος κόσμος. Υπάρχουν σύμμαχοι των ΗΠΑ, φίλοι και πελάτες. Επίσης, είτε μας αρέσει είτε όχι, λίγες ασθένειες θα σταματήσουν στα αμερικανικά σύνορα. Συγκεκριμένα, τα Αμερικανικά Κέντρα για τον Έλεγχο και την Πρόληψη των Ασθενειών (CDC) έχουν διευκρινίσει ότι το ερώτημα δεν είναι αν, αλλά πότε ο κορωνοϊός COVID-19 θα εξαπλωθεί στο εσωτερικό της χώρας.

Αλληλεγγύη

Ο τρίτος κίνδυνος αφορά τις αναδυόμενες αγορές και τις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι φτωχότερες χώρες έχουν ελάχιστα εφόδια για να αντιμετωπίσουν αυτού του τύπου τις επιδημίες, κι αυτό φάνηκε με την άρνηση αφρικανικών κρατών να επαναπατρίσουν πολίτες τους από την Κίνα. Τα νέα ότι ο κορωνοϊός έφθασε στην Ιταλία συγκλόνισαν τις διεθνείς χρηματαγορές. Αλλά η Ιταλία είναι μια σχετικά καλά οργανωμένη και φτωχή χώρα. Μια ζωντανή δημοκρατία διασφαλίζει τους πολίτες της (εντός και εκτός της χώρας) ότι θα αντιληφθούν σύντομα αν τα μέτρα περιορισμού και θεραπείας του ιού λειτουργούν.

Πρέπει να είμαστε πολύ πιο ανήσυχοι για τις εξελίξεις σε άλλες χώρες, όπου η διατροφή του λαού είναι χειρότερη, η ποιότητα της στέγασης χαμηλή και όπου η μετάδοση της ασθένειας μπορεί να γίνει πολύ γρηγορότερα. Αν τα συστήματα υγείας των χωρών αυτών βρεθούν υπό πίεση, οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και άλλοι πρέπει να σπεύσουν τάχιστα παρέχοντας τεχνική βοήθεια και είδη πρώτης ανάγκης. Αλλά και στον τομέα αυτό παρατηρούμε για την ώρα ανησυχητικό έλλειμμα ηγεσίας.

Φαίνεται ότι οι πιθανότητες να αποδειχθεί η ασθένεια αυτή εξίσου θανατηφόρα όπως άλλες επιδημίες που έζησαν οι πρόγονοί μας, είναι ελάχιστες. Οι ιατρικές πρακτικές και η δημόσια υγεία έχουν προοδεύσει σημαντικά έκτοτε. Τα προαναφερθέντα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης (CDC) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΕ) έχουν δώσει κατά το παρελθόν σωστά και αποτελεσματικά δείγματα αντίδρασης όταν παρέστη ανάγκη. Όμιλοι του ιδιωτικού τομέα και αφοσιωμένοι γιατροί και νοσηλευτές έχουν αποδώσει πάρα πολύ καλά κάτω από τις δυσκολότερες συνθήκες, όπως ήταν για παράδειγμα η αντιμετώπιση του ιού Έμπολα. Έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια εποχή που διαθέτει πολλούς ηρωικούς ανθρώπους.

Η αξία των γειτόνων

Παρά ταύτα, ο κορωνοϊός είναι ανησυχητικός. Οι κοινωνίες δεν φροντίζουν να έχουν πρόσβαση σε συστήματα φροντίδας της υγείας και μειώνουν τις επενδύσεις για την έρευνα στον ιατρικό τομέα, κάτι που συνιστά μείζονα κίνδυνο. Ασθένειες πάντα θα υπάρχουν και πρέπει διαρκώς να αυξάνουμε την ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε και να αντιμετωπίζουμε νεοεμφανιζόμενες απειλές.  

Ο καλύτερος δρόμος για να πορευθούμε είναι να ισχυροποιήσουμε την επιστήμη, να εκπαιδεύσουμε περισσότερους επιστήμονες και να ιδρύσουμε περισσότερα εργαστήρια. Χώρες που μπορούν να το πράξουν αυτό – όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες – πρέπει να μοιράζονται τις ιδέες και τις γνώσεις τους στον ευρύτερο δυνατό βαθμό. Η αύξηση των επενδύσεων στην επιστήμη συνιστά μια ελκυστική οικονομική πρόταση. Με δεδομένα τα υψηλά ποσοστά κοινωνικής απόδοσης, η βασική έρευνα σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων είναι περισσότερο από συμφέρουσα.

Αλλά το ζήτημα δεν είναι οικονομικό. Το πιθανότερο είναι μια μέρα ένας ή μία επιστήμονας να σώσει τη ζωή σου ή τη ζωή ενός προσφιλούς σου προσώπου επειδή εργάστηκε στην παραγωγή ενός φαρμάκου, μιας θεραπείας ή απλώς μιας ιδέας. Πρέπει να επενδύσουμε σε επιστήμονες για να σωθούμε τις ζωές τις δικές μας και των γειτόνων μας. Και πρέπει να θυμόμαστε ότι έχουμε πάμπολλους γείτονες στον απολύτως διασυνδεδεμένο κόσμο μας.

O Simon Johnson είναι Καθηγητής στο ΜΙΤ και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ