Από τον Κάρτερ στον Τραμπ

Παραμονές των αμερικανικών προεδρικών εκλογών του 1976 είχαν καλλιεργηθεί υπερπροσδοκίες στον ελληνισμό από την αναμενόμενη εκλογή του Τζίμι Κάρτερ.

Ο τότε υποψήφιος αμερικανός πρόεδρος προβαλλόταν ως φιλέλλην και στην εκλογή του είχαν επενδυθεί πάρα πολλά.

Είχαν πεισθεί οι περισσότεροι, των πολιτικών συµπεριλαµβανοµένων, στην Ελλάδα και στην Κύπρο ότι θα υπερασπισθεί τα εθνικά µας δίκαια και πως θα ασκήσει τη µέγιστη δυνατή πίεση προκειµένου να αρθούν τα δυσµενέστατα τετελεσµένα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Ηταν τέτοιος ο παροξυσµός, που οι σκιτσογράφοι της εποχής τον αναπαριστούσαν µε φουστανέλα και τσαρούχια. Εκλεγόµενος δε, προκάλεσε ρίγη συγκινήσεως στο πανελλήνιο.

Στην Κύπρο µάλιστα ο τότε πρόεδρος αρχιεπίσκοπος Μακάριος έδωσε εντολή να ηχήσουν χαρµόσυνα οι καµπάνες στη Μεγαλόνησο, ενώ πολλές δηµόσιες υπηρεσίες κήρυξαν ηµιαργία την εποµένη της εκλογής του.

Λίγο καιρό αργότερα, στη διάρκεια του 1978, ο πρόεδρος Κάρτερ µεθόδευσε και επέβαλε την άρση του εµπάργκο όπλων στην Τουρκία, το οποίο είχε επιβληθεί το 1974 από τις ΗΠΑ λόγω της εισβολής στην Κύπρο.

Η απογοήτευση ήταν µεγάλη και έκτοτε οι κατά καιρούς καλλιεργούµενες προσδοκίες για την όποια συµβολή των Ηνωµένων Πολιτειών στην επίλυση των εθνικών µας θεµάτων αντιµετωπίζονταν µε καχυποψία.

Στην παρούσα φάση πολλοί ήταν εκείνοι που προσέβλεπαν στην αµερικανική παρέµβαση προκειµένου να καµφθεί η τουρκική επιθετικότητα. Είχε προηγηθεί άλλωστε σχετική προεργασία από την αριστερή κυβέρνηση Τσίπρα, η οποία είχε συνδεθεί, σχεδόν ταυτιστεί, µε την αµερικανική πολιτική προσδίδοντας σ’ αυτήν στοιχεία εγκυρότητας. Ολοι θυµούνται τους εναγκαλισµούς που είχε ο πρώην πρωθυπουργός µε τον Ντόναλντ Τραµπ.

Ωστόσο τα γεγονότα πρόδωσαν τις ελληνικές προσδοκίες για ακόµη µία φορά.

Στην τελευταία επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον περίσσεψαν επίσης τα θερµά λόγια.

Ο πρόεδρος Τραµπ επαίνεσε τις ελληνικές προσπάθειες εξόδου από την κρίση, εκθείασε τον έλληνα πρωθυπουργό για την πολύ καλή δουλειά που κάνει, αλλά όταν έφθασε η στιγµή να τοποθετηθεί απέναντι στην προκλητικότητα του «φίλου» του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έκανε πως δεν άκουσε ή καλύτερα προτίµησε να προσπεράσει τον σκόπελο και να σιωπήσει.

Για να µη µιλήσουµε βεβαίως για την κατά καιρούς υπεσχηµένη οικονοµική βοήθεια, για τις επενδύσεις που θα έρχονταν µαζικά από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, για την υποστήριξη εδώ και εκεί, που ωστόσο ποτέ δεν ήρθε.

Κακά τα ψέµατα, η εµπειρία των τελευταίων δεκαετιών δεν είναι η καλύτερη για τα ελληνικά συµφέροντα.

Η σχέση µε τις ΗΠΑ ήταν και παραµένει ετεροβαρής και η αµερικανική στάση επαµφοτερίζουσα.

Εδώ ο βέβαιος και ο πιστός σύµµαχος, από εδώ όλες οι διευκολύνσεις στις κρίσιµες περιόδους και φάσεις, αλλά προς τους απέναντι η προσοχή και η κάλυψη, ακόµη και σε ενέργειες και πράξεις που πολύ απέχουν από τα δυτικά δηµοκρατικά ιδεώδη και από τις διακηρυγµένες αρχές του αµερικανικού έθνους.

Ολοι µπορούν να κατανοήσουν τη γεωπολιτική σηµασία µιας µεγαλύτερης χώρας που συνορεύει µε την πιο καυτή ζώνη του πλανήτη, η οποία γεννά διαρκώς πολέµους, αναστατώσεις και απειλές για την άλλοτε µόνη υπερδύναµη σε τούτο τον τόσο ασταθή και αβέβαιο πολυπολικό κόσµο.

Ωστόσο η ελληνική αποκαρδίωση πηγάζει από την απώλεια του µέτρου και την ελλειµµατική αποτίµηση της µακρόχρονης σχέσης.

Κάτι που βεβαίως οφείλει και η ελληνική πλευρά να αξιολογήσει και να πάψει να συµπεριφέρεται ως χρήσιµος ηλίθιος.

Να απαιτήσει επιτέλους τα δέοντα και µαζί να καλλιεργήσει περισσότερο τις σχέσεις που αποδίδουν και τις συµµαχίες που πραγµατικά τιµούν και προσθέτουν στην πατρίδα και στον πολύπαθο ελληνικό λαό.

 

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk