• Αναζήτηση
  • Η πιο δύσκολη ώρα για τον Ταγίπ Ερντογάν

    Η πιο δύσκολη ώρα είναι τώρα που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα την κατάρρευση του «οικονομικού θαύματος» πάνω στο οποίο έχτισε τη δημοφιλία του αλλά και την αποτυχία μιας εξωτερικής πολιτικής που στηρίχτηκε σε αλαζονικές και εσφαλμένες εκτιμήσεις.

    ΤοΒΗΜΑ Team

    Η πιο δύσκολη στιγμή για τον Ερντογάν δεν ήταν όταν ήταν αντιμέτωπος με το πραξικόπημα τον Ιούλιο του 2016 και κατάφερε να βγει νικητής.

    Η πιο δύσκολη ώρα είναι τώρα που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα την κατάρρευση του «οικονομικού θαύματος» πάνω στο οποίο έχτισε τη δημοφιλία του αλλά και την αποτυχία μιας εξωτερικής πολιτικής που στηρίχτηκε σε αλαζονικές και εσφαλμένες εκτιμήσεις.

    Η κατάρρευση την οποία αντιμετωπίζει η τουρκική οικονομία, με την λίρα να έχει καταβαραθρωθεί και την τουρκική κρίση χρέους να είναι έτοιμη να εκδηλωθεί στην πλήρη δυναμική της, δεν είναι το αποτέλεσμα κυρίως των αμερικανικών κυρώσεων με αφορμή την υπόθεση του αμερικανού πάστορα Άντριου Μπράνσον.

    Οι αμερικανικές κυρώσεις, πολύ σημαντικές καθαυτές και στην οικονομική και στην γεωπολιτική τους διάσταση, λειτούργησαν ως ο καταλύτης για να έρθουν εκρηκτικά στο προσκήνιο όλες οι αντιφάσεις του τουρκικού «αναπτυξιακού μοντέλου». Σαν το γνωστό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν για τα «Καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα» είναι η στιγμή που το παιδάκι φωνάζει «ο βασιλιάς είναι γυμνός».

    Οι ανοιχτές πληγές της τουρκικής οικονομίας

    Πίσω από μια εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη, που έτρεχε με ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ πάνω από 7%, υπήρχαν ανοιχτές οικονομικές πληγές.

    Το μοντέλο ανάπτυξης πάνω στο οποίο στήριξε τη δημοφιλία του όλα αυτά τα χρόνια ο Ερντογάν ήταν ένα νεοφιλελεύθερο μοντέλο, στηριγμένο όχι στη δημιουργία δυναμικής ενδογενούς ανάπτυξης, αλλά στις κατασκευές και τα φτηνό δανεισμό σε μια μεγάλη και νεανική χώρα που ρίχτηκε σε έναν παροξυσμό υπερκατανάλωσης που ταυτόχρονα τροφοδοτούσε την ονομαστική ανάπτυξη και μεγέθυνση αλλά και δημιουργούσε διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες δανεισμού από το εξωτερικό και μεγάλο βαθμό έκθεσης στις διεθνείς αγορές.

    Το αποτέλεσμα ήταν μια οικονομία η οποία παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης έχει ταυτόχρονα σημαντική υποχώρηση του μέσου ποσοστού κέρδους, αυξημένο πληθωρισμό που τον Ιούλιο έφτασε το 15,29%, το υψηλότερο ποσοστό από το 2004, σταθερά υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και ως συγκεφαλαίωση όλων των παραπάνω μια ανοιχτή κρίση χρέους.

    Το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας είναι κοντά στο 50% του ΑΕΠ, όμως πολύ μεγάλο μέρος αυτού είναι βραχυπρόθεσμο χρέος. Μεγάλο μέρος αυτού του χρέους είναι ιδιωτικό χρέος, με επιχειρήσεις και τράπεζες να έχουν μεγάλες υποχρεώσεις αποπληρωμής του μέσα στους επόμενους μήνες. Μόνο οι τράπεζες πρέπει να αποπληρώσουν 51 δισεκατομμύρια δολάρια χρέους μέσα στον επόμενο χρόνο, την ώρα που υποχωρούν τα συναλλαγματικά διαθέσιμα.

    Πολύ πριν τις αμερικανικές κυρώσεις, η Τουρκική οικονομία είχε χτυπηθεί από μια άλλη μετατόπιση της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής. Η στροφή προς υψηλότερα επιτόκια και η όλη ατμόσφαιρα εμπορικού πολέμου πλήττουν ούτως ή άλλως τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, καθώς αντιστρέφεται η τάση και κεφάλαια επιλέγουν την έξοδο από αυτές και την επιστροφή στις αναπτυγμένες οικονομίες. Η αύξηση του κόστους δανεισμού θα κάνει, επομένως, τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα.

    Οι τάσεις αυτές ήταν ενεργές και τα προηγούμενα χρόνια, αλλά ο Ερντογάν το 2016 επέλεξε να τονώσει ακόμη περισσότερο την οικονομία με μια πολιτική φτηνού δανεισμού που επέτεινε τα φαινόμενα υπερθέρμανσης της τουρκικής οικονομίας, ανέδειξε τις δομικές της αδυναμίες και την έκανε ακόμη πιο ευάλωτη σε οποιοδήποτε εξωτερικό σοκ.

    Όλα αυτά σημαίνουν ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και ανεξαρτήτως ρητορικής η τουρκική οικονομία πηγαίνει προς μια μείζονα «διόρθωση». Ήδη υπάρχουν εκτιμήσεις ότι αυτό μπορεί να σημαίνει μια συρρίκνωση της οικονομίας κατά 10%-20%.

    Το κοινωνικό κόστος θα είναι τεράστιο, όπως και ο πολιτικός αντίκτυπος. Ο Ερντογάν μπόρεσε να οικοδομήσει μια κοινωνική συμμαχία γύρω από ένα μίγμα αυταρχισμού, ισλαμικού συντηρητισμού και νεοφιλελευθερισμού πάνω σε μια επεκτεινόμενη οικονομία που επέτρεπε την αίσθηση μιας διαρκούς καταναλωτικής αναβάθμισης για σημαντικά κομμάτια της κοινωνία.

    Χωρίς το «οικονομικό θαύμα», ο ρόλος του ως αδιαμφισβήτητου ηγέτη θα τεθεί υπό αμφισβήτηση έστω και εάν αυτή τη στιγμή διαθέτει πρωτοφανή συγκέντρωση εξουσίας και δεν υπάρχει πειστικός πόλος αμφισβήτησής του.

    Τέλος του παιχνιδιού στη Συρία;

    Την ίδια στιγμή ο Ερντογάν δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο το τέλος του «οικονομικού θαύματος» αλλά και το τέλος της προσπάθειάς του να κατοχυρώσει την Τουρκία ως ισχυρή και σχετικά αυτόνομη περιφερειακή δύναμη, προσπάθεια που συμπυκνώθηκε στην επένδυση σε μια ενδεχόμενη «αλλαγή καθεστώτος» στη Συρία.

    Οι τελευταίες εξελίξεις στη Συρία, με τις κυβερνητικές δυνάμεις, με την υποστήριξη της Ρωσίας, να έχουν εκκαθαρίσει τους περισσότερους θύλακες ισλαμιστών ανταρτών και πλέον να ετοιμάζονται για την επίθεση στην τελευταία «ζώνη αποκλιμάκωσης» στην Ιντλίμπ, και τους Κούρδους να αναζητούν διαύλους συνεννόησης για την «επόμενη μέρα» με τις κυβερνητικές δυνάμεις, ιδίως εάν «επόμενη μέρα» σημαίνει και αμερικανική απεμπλοκή, σημαίνουν ότι η Τουρκία πιέζεται και στο μέτωπο της Συρίας.

    Από τη μια, γιατί χάνει την όποια διαπραγματευτική δύναμη της έδινε η όποια σχέση με ορισμένες από τις ισλαμιστικές ομάδες (ή η συμμετοχή της στη διαχείριση των «ζωνών αποκλιμάκωσης») και συνολικά η διατήρηση στρατιωτικής παρουσίας επί συριακού εδάφους. Από την άλλη, γιατί μια λύση που θα εγγυάτο την κρατική ακεραιότητα της Συρίας αλλά και θα προσέφερε περιθώρια αυτονομίας για τους Κούρδους θα επέτεινε το «υπαρξιακό άγχος» της Τουρκίας για το ενδεχόμενο μιας κουρδικής κρατικής οντότητας και συνολικά για την αναζωπύρωση του κουρδικού ζητήματος και στο έδαφός της.

    Και όλα αυτά την ώρα που η αμερικανική πλευρά, όσο αντιφατική και εάν είναι η δική της στάση, σπεύδει να στείλει το πιο ισχυρό μήνυμα προς την Τουρκία ότι δεν είναι τόσο εύκολο να έχει μια à la carte σχέση με Δύση, όπου τη μία στιγμή θα είναι μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και την άλλη θα κάνει «διπλωματία ομήρων» απέναντι στην υπερδύναμη. Και το κάνει υπενθυμίζοντας ότι η «διπλωματία των δασμών και των κυρώσεων» μπορεί να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο.

    Σε αυτό το φόντο η Τουρκία σπρώχνεται προς την αναζήτηση τακτικών στηριγμάτων στη Ρωσία. Όμως, η τελευταία προσανατολισμένη στο να κατοχυρώσει ότι μπόρεσε να επιλύσει τη συριακή κρίση δεν είναι απαραίτητα διατεθειμένη να καλύψει όλες τις τουρκικές απαιτήσεις, προσφέροντας στην καλύτερη των περιπτώσεων εγγυήσεις για έναν έντιμο συμβιβασμό.

    Η Κίνα αγοράζει, αλλά φτηνά

    Όλα αυτά φέρνουν την Τουρκία σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η οικονομική κατάρρευση εκ των πραγμάτων θα επηρεάσει τη δυνατότητα της Τουρκία να κάνει τις ίδιες «προβολές ισχύος», ακόμη και εάν επιλέξει να το κάνει τακτικά ως αντιστάθμισμα.

    Προφανώς και δεν παύει να είναι μια μεγάλη χώρα, με μεγάλο και νεανικό πληθυσμό και μεγάλο βάθος ως αγορά. Όμως, η διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου δεν θα είναι τόσο εύκολη και θα υπάρξει κοινωνικό και πολιτικό κόστος.

    Όλα αυτά αποτυπώνονται και στο ερώτημα του διεθνούς προσανατολισμού της. Ο Ερντογάν μπορεί να επιδιώκει ως αντιστάθμισμα στον ακυρωμένο «ευρωπαϊκό δρόμο» την ένταξη στις BRICS, αλλά αυτό δεν ακυρώνει το βαθμό έκθεσης στις αγορές, τις πολυεπίπεδες θεσμικές, πολιτικές και οικονομικές διασυνδέσεις με τη Δύση και τα ανοιχτά ερωτήματα για το κοινωνικό μοντέλο.

    Η Κίνα μπορεί να έχει και πόρους και διάθεση να επενδύσει και να αγοράσει κατά προτίμηση φτηνά, ιδίως από τη στιγμή αρκετές τουρκικές εταιρείες και περιουσιακά στοιχεία είναι υποτιμημένα εξαιτίας της κατάρρευσης της λίρας και των τιμών των μετοχών. Από τα λιμάνια μέχρι τις τηλεπικοινωνίες υπάρχουν περιθώρια για μεγάλες επενδύσεις και η κινεζική πλευρά έχει καταστήσει σαφή την επιθυμία της. Όμως, είναι ένα ερώτημα πώς θα συνδυαστεί μια τυχόν κινεζική «επενδυτική εισβολή» με το αφήγημα Ερντογάν για μια ισχυρή και αυτοδύναμη Τουρκία.

    Ο Ερντογάν έχει επιδείξει και μεγάλη ικανότητα αντοχής και δυνατότητα επιβίωσης. Όμως, αυτή τη στιγμή, κατά μια ιδιότυπη ιστορική σύμπτωση, ο κολοφώνας της ισχύος του συμπίπτει με τη μεγαλύτερη κρίση του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου πάνω στο οποίο στηρίχτηκε.

     

    Κόσμος