• Αναζήτηση
  • Ρίχνουν τις ευθύνες στα αποκαΐδια…

    Το «καλοκαίρι που κάηκε η χώρα» το θυμόμαστε όλοι. Ηταν το καλοκαίρι του 2007 που η Ελλάδα βίωσε μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία της, με επίκεντρο την Ηλεία. Εντεκα χρόνια μετά, ο εφιάλτης επανέρχεται.

    Το «καλοκαίρι που κάηκε η χώρα» το θυμόμαστε όλοι. Ηταν το καλοκαίρι του 2007 που η Ελλάδα βίωσε μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία της, με επίκεντρο την Ηλεία.
    Εντεκα χρόνια μετά, ο εφιάλτης επανέρχεται. Ομως η Ανατολική Αττική θρηνεί σήμερα πολύ περισσότερα θύματα, παρά το γεγονός ότι αυτή η φωτιά, σύμφωνα με τους επιστήμονες – Ευθύμιος Λέκκας -, «ήταν 100 φορές μικρότερη από εκείνη της Ηλείας» από άποψη διαστάσεων.
    «Τους σκότωσαν» δηλώνει κατηγορηματικά στο «Βήμα» ο πρώην υπουργός Προστασίας του Πολίτη Νίκος Δένδιας που κατηγορεί τους αρμοδίους για λανθασμένη διαχείριση και μη αξιοποίηση της υποδομής που είχε εγκατασταθεί ή είχε δρομολογηθεί στη διάρκεια της θητείας του.
    Το 2007 ο Βύρωνας Πολύδωρας απέδωσε την καταστροφή στον «στρατηγό άνεμο» που δυσκόλευε το έργο της κατάσβεσης. Για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι οι ευθύνες σκοντάφτουν καταιγιστικά στο χάος και στην ασυνεννοησία των αρμόδιων αρχών. Επισήμως  ολιγωρία δεν υπήρξε, αφού ο κ. Τόσκας έχει δίπλα του 87 νεκρούς αλλά δεν «βρίσκει μεγάλα επιχειρησιακά λάθη».
    Η ιδιαιτερότητα της πυρκαγιάς, η οποία χτύπησε δύο διαφορετικές περιοχές που γειτνιάζουν, έδωσε το απίστευτο άλλοθι σε Περιφέρεια και δήμους να πετούν ο ένας το μπαλάκι στον άλλον. Το θεσμικό πλαίσιο για το σχέδιο πολιτικής προστασίας της χώρας προβλέπει ότι αν είναι δύο οι δήμοι που επηρεάζονται από την πυρκαγιά, τότε την ευθύνη για την εντολή εκκένωσης, την έχουν οι Περιφερειακές Αρχές. Τέτοια εντολή δεν υπήρξε.
    «Οι άνθρωποι πέθαναν από τις αβλεψίες των συγκεκριμένων ανθρώπων» λέει ο Νίκος Δένδιας. «Ξεκινώντας από τον γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας και την ηγεσία της Πυροσβεστικής. Τους σκότωσαν, δεν υπάρχει κανένα θέμα» επιμένει.
    Ο κ. Δένδιας εξηγεί πως «αν δεν είχαν μετακινήσει τις πυροσβεστικές δυνάμεις στη Δυτική Αττική, όχι μόνο δεν θα πέθαινε κανένας άνθρωπος, δεν θα καιγόταν κανένα σπίτι. Αυτό θα ήταν το πιο εφικτό πράγμα. Εάν είχαν χρησιμοποιήσει το σύστημα «Engage», που το έχουμε και λειτουργεί, θα έβλεπαν ότι δεν έχουν δυνάμεις και θα έδιναν εντολή εκκένωσης. Επειδή δεν θέλαμε να ξαναπάθουμε αυτό που έγινε το 2007», εξηγεί, «μελετήσαμε τι έγινε τότε και πήραμε ό,τι χρειαζόταν. Είχαμε παραγγείλει συγκεκριμένα συστήματα, το 2013, από το ΕΣΠΑ, που μας δείχνουν ηλεκτρονικά τη βέλτιστη μέθοδο διαδρομής και διάσωσης, πού θα τους πάμε τους ανθρώπους. Ο κάθε πολίτης θα ενημερωνόταν ξεχωριστά στο κινητό, μέσω των κεραιών. Το έχουμε το σύστημα, είναι το 112, έχουν αγοραστεί τα μηχανήματα, είναι στοκαρισμένα. Δεν το έχουν στελεχώσει όμως γιατί δεν υπάρχει προσωπικό στην Πολιτική Προστασία. Δεν χρειάζονται πάνω από 30 άτομα για να λειτουργήσει». Οσο για την αρμοδιότητα της εντολής για εκκένωση, «σύμφωνα με τον Νόμο 4249, αυτή ανήκει στον γραμματέα Πολιτικής Προστασίας» καταλήγει ο κ. Δένδιας.
    Πιάστηκαν στον ύπνο
    Τη μοιραία Δευτέρα 23 Αυγούστου οι αρμόδιες υπηρεσίες είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως για μεγάλο κίνδυνο πυρκαγιάς στην Αττική, με βαθμό επικινδυνότητας 4 στην κλίμακα του 5.
    Ο βασικός κορμός του σχεδίου πρόληψης πυρκαγιών σε μια «δύσκολη» μεικτή περιοχή αστικού ιστού και δάσους είναι οι ενισχυμένες περιπολίες. Ούτε αυτές υπήρξαν. Ούτε ο στοιχειώδης σχεδιασμός για την εκκένωση και τη διαφυγή του κόσμου.
    Κατόπιν εορτής, κηρύχτηκε ακόμη και η κατάσταση έκτακτης ανάγκης μετά τις 8 το βράδυ, τη στιγμή που η φωτιά είχε ξεκινήσει από τις 4.19 και μία ώρα μετά περνούσε ήδη τη λεωφόρο Μαραθώνος.
    Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι κάθε χρόνο στην έναρξη της αντιπυρικής περιόδου (τον Μάιο) η Πολιτική Προστασία εκπονεί σχέδια εκκένωσης οικισμών με ιδιαίτερη έμφαση στις μεικτές περιοχές. Κανένα από αυτά τα σχέδια δεν εφαρμόστηκε.
    Καταπέλτης για το χάος στη διαχείριση της έκτακτης κατάστασης από τον κρατικό μηχανισμό ήταν ο δήμαρχος Ραφήνας Ευάγγελος Μπουρνούς: «Κανείς δεν μας ειδοποίησε, δεν λάβαμε εντολή εκκένωσης», αν και νωρίτερα περιφερειακή σύμβουλος είχε ισχυριστεί ότι η Περιφέρεια είχε δώσει εντολή εκκένωσης.
    «Αμεσα εκκένωση έπρεπε να γίνει» δηλώνει κατηγορηματικά στο «Βήμα» ο δήμαρχος Πεντέλης Δημήτρης Στεργίου: «Η ιεράρχηση των στόχων είναι: άνθρωπος, ιδιοκτησία και σβήσιμο της φωτιάς. Πώς ιεραρχείς; Σβήνω τη φωτιά κι έχω 80 νεκρούς; Ο νόμος 4249 του 2014 είναι σαφής. Ολα αυτά έχουν διευκρινιστεί με λεπτομέρειες στην εγκύκλιο 2934 του 2015 του υπουργείου Εσωτερικών. Στείλτε ένα αντίγραφο στον κ. Ψινάκη. Από τη Μύκονο η εγκύκλιος δεν διαβάζεται».
    Να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη εγκύκλιος είναι επίσης αναρτημένη στην ιστοσελίδα της Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας με ημερομηνία 25 Μαρτίου 2018 και σε αυτήν καταγράφεται με κάθε λεπτομέρεια πώς πρέπει να γίνεται μια οργανωμένη εκκένωση μετά από ξέσπασμα πυρκαγιάς.
    Περιφέρεια: «Ψάχνουμε ψύλλους στα άχυρα»
    Στα ακραία καιρικά φαινόμενα και στην ταχύτητα της φωτιάς απέδωσε την καταστροφή ο αντιπεριφερειάρχης Ανατολικής Αττικής, Πέτρος Φιλίππου.
    «Η εκκένωση είναι ένα μέτρο προληπτικό που λαμβάνεται από πριν για να προβλέψεις μια καταστροφή» λέει στο «Βήμα». «Για παράδειγμα, πέρυσι στον Κάλαμο που δεν υπήρχαν αυτά τα μποφόρ, βλέπαμε πού πήγαιναν οι φωτιές και βγάζαμε ανακοινώσεις να φύγει ο κόσμος».
     Για την πυρκαγιά στο Μάτι ο κ. Φιλίππου εκτιμά ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να υλοποιηθεί εκκένωση. «Το συγκεκριμένο συμβάν έτσι όπως εξελίχτηκε – κι όταν ακούς τον Λέκκα που σου λέει ότι σε ένα τέταρτο κατέβηκε η φωτιά από τον Βουτζά μέχρι τον Μαραθώνα – τι πρόληψη να κάνεις; Ας πούμε ότι είμαι εγώ υπεύθυνος και βγάζω απόφαση εκκένωσης, ποιος θα την υλοποιούσε; Ηταν τέτοιο το συμβάν που υπήρχε αδυναμία διαφυγής. Είναι σαν να ψάχνουμε να βρούμε ψύλλους στα άχυρα. Δεν υπήρχε χρόνος. Επίσης υπάρχουν άνθρωποι που δεν εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. Μπορείτε να μου πείτε πρακτικά ποιος θα πήγαινε να φωνάξει στον κόσμο να φύγουν; Εδώ υπήρξε κόσμος που έφυγε για να σωθεί και η φωτιά τους έπιασε στον δρόμο και άλλοι κρύφτηκαν στο υπόγειο του σπιτιού τους και σώθηκαν».
    Σε ό,τι αφορά τη μη εντολή εκκένωσης, ο κ. Φιλίππου καταλήγει: «Πρέπει να κάνει εισήγηση εμπεριστατωμένη η Πυροσβεστική, να τη δώσει στον δήμαρχο και αν είναι δύο δήμοι, την παίρνει η Περιφέρεια και κάνει ανακοινώσεις. Ποιος πυροσβέστης θα καθόταν εκείνη την ώρα να κάνει εισήγηση; Ηταν ανεφάρμοστη οποιαδήποτε απόφαση».
    «Σε μισή ώρα εκκενώθηκε η Κινέτα»
    Σχέδιο εκκένωσης εφαρμόστηκε, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, στη φωτιά της Κινέτας που ξέσπασε λίγες ώρες πριν από εκείνη της Ανατολικής Αττικής. Η Κινέτα είναι μια αραιοκατοικημένη περιοχή  που απλώνεται σε μέτωπο 5 – 7 χιλιομέτρων από την Κακιά Σκάλα μέχρι τους Αγίους Θεοδώρους. Εχει 2.000 μόνιμους κατοίκους αλλά το καλοκαίρι συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό παραθεριστών.
     Ο δήμαρχος Μεγαρέων Γρηγόρης Σταμούλης, στο όρια του οποίου υπάγεται η Κινέτα, έδωσε εντολή εκκένωσης της περιοχής το μεσημέρι της περασμένης Δευτέρας. Η εντολή δόθηκε από το Συντονιστικό Τοπικό Οργανο, του οποίου την ευθύνη είχε ο δήμαρχος και όλη η επιχείρηση κράτησε περίπου μισή ώρα. 
    «Γύρω στη 1 το μεσημέρι κρίναμε ότι ο άνεμος ήταν πολύ ισχυρός και η φωτιά δεν μπορούσε να ελεγχθεί και δώσαμε εντολή εκκένωσης» λέει στο «Βήμα» ο κ. Σταμούλης. «Βλέπαμε το μέτωπο της φωτιάς πώς κινείται και εκτιμήσαμε ότι υπήρχε κίνδυνος. Θα μπορούσε η φωτιά να μην κατέβει καθόλου προς τα κάτω και να πάει κατά το βουνό. Αυτό εκτιμήσαμε, αυτό κάναμε και αποδείχθηκε σωτήριο». 
    «Οι άνθρωποι ειδοποιήθηκαν μέσω της αστυνομίας. Βγήκαν τα περιπολικά με μεγάφωνα στους δρόμους της Κινέτας και ειδοποίησαν τον κόσμο να φύγει από τα σπίτια. Βοήθησε και η Πυροσβεστική καθώς», όπως λέει ο κ. Σταμούλης, «σε μερικές περιπτώσεις κάποιοι αρνούνταν να εγκαταλείψουν τον χώρο τους. Τους βγάλαμε με το ζόρι. Αδειάσαμε όλους τους χώρους και όλα πήγαν καλά ευτυχώς».

    Το «κατηγορώ» των πολιτών

    • Κανείς δεν βρισκόταν σε κομβικά σημεία για να καθοδηγήσει με ασφάλεια όσους κινδύνευαν.
    • Οι αστυνομικοί ζητούσαν από πολίτες να κατευθυνθούν στις πλησιέστερες παραλίες που είχαν γεμίσει ασφυκτικά από κόσμο εντός και εκτός θάλασσας. Φυσικά το διαψεύδει ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ.
    • Από πολίτη που επικοινώνησε στο τηλέφωνο έκτακτης ανάγκης 112 ενημερώθηκε το απόγευμα της Δευτέρας το Λιμενικό Σώμα και ξεκίνησε η κινητοποίηση σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας.
    • Η φωτιά είχε καταστρέψει το Μάτι στις 18.30 και στις 21.31 της Δευτέρας έφτασε το πρώτο ενημερωτικό μήνυμα του Λιμενικού στα τηλέφωνα των δημοσιογράφων που ανέγραφε «3 ΠΛΣ, 1 Ν/Γ, 1 ΠΑΘ και παραπλέοντα σκάφη σπεύδουν στις ακτές της Ραφήνας προς παροχή συνδρομής σε εγκλωβισμένα άτομα λόγω εκδήλωσης πυρκαγιάς». Κάτοικοι και παραθεριστές καταγγέλλουν ότι έμειναν στις ακτές και μέσα στη θάλασσα ακόμη και 5 ώρες χωρίς καμία βοήθεια.
    • Οπως καταγγέλλει ο πρόεδρος της Ενωσης Αξιωματικών της Αστυνομίας Γιάννης Κατσιαμάκας, ουδέποτε ζητήθηκε από την Πυροσβεστική συνδρομή της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων της ΕΛ.ΑΣ. στις πυρκαγιές.
    • Αλαλούμ με τις αναφορές για αγνοουμένους, καθώς τουλάχιστον τις πρώτες ώρες πολλοί επικοινωνούσαν με το τηλεφωνικό κέντρο της Αμεσης Δράσης ή ακόμα και με τα τηλεφωνικά κέντρα Μέσων Ενημέρωσης ζητώντας πληροφορίες για τους ανθρώπους τους, γιατί το 199 της Πυροσβεστικής όπως έλεγαν, «δεν απαντούσε κανείς». Μια ημέρα αργότερα αποφασίστηκε οι αναφορές να γίνονται αποκλειστικά στο 199.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτική