• Αναζήτηση
  • «Είχε μανία με τα κουμπωμένα κουμπιά»

    Οσοι είχαν μιλήσει στο τηλέφωνο, έστω και λίγες φορές, με τον Μάνο Ελευθερίου ήξεραν τον χαρακτηριστικό τρόπο με τον οποίον τέλειωνε η συνδιάλεξη.

    Οσοι είχαν μιλήσει στο τηλέφωνο, έστω και λίγες φορές, με τον Μάνο Ελευθερίου ήξεραν τον χαρακτηριστικό τρόπο με τον οποίον τέλειωνε η συνδιάλεξη. Ακόμη και αν τον είχες πάρει για να του ζητήσεις εσύ κάτι, μία πληροφορία, ένα κείμενο, κάποιον από τους «θησαυρούς» της μνήμης του, πάντα έκλεινε με ένα στακάτο «Ευχαριστώ πολύ!».
    Ακούγοντας την αδελφή του, Λιλή Ελευθερίου, να λέει ακριβώς το ίδιο, αντιλαμβάνεται κανείς ότι δεν επρόκειτο για ιδίωμα του ποιητή αλλά για μια οικογενειακή παράδοση. Αυτή που επενδύει αξιοπρέπεια στον συντηρητισμό της επαρχίας δίνοντάς του, τελικά, θετικό και ποιητικό πρόσημο. Και που ακολουθεί τα μέλη μιας οικογένειας ακόμη κι αν έχουν ζήσει για χρόνια στις μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου.
    Η οικογένεια Ελευθερίου άρχισε να μεγαλώνει στην Ερμούπολη της Σύρου στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Πρώτος γεννήθηκε ο Μάνος το 1938 και έκανε τα πρώτα του βήματα στη ζωή στην πιο σκληρή εποχή για το νησί, στην Κατοχή – σύμφωνα με τον Μαζάουερ η Σύρος είχε, αναλογικά με τον πληθυσμό της, περισσότερους νεκρούς από ασιτία σε σχέση με την Αθήνα. Μετά γεννήθηκε η Αγγελική, μετά ο Στέλιος και τελευταία, δέκα σχεδόν χρόνια μετά τον πρωτότοκο, η ξανθομαλλούσα Λιλή. «Ολα τα αδέλφια με είχαν σαν το παιχνίδι τους» λέει σήμερα η τελευταία που έχει απομείνει από τα τέσσερα παιδιά. «Αλλά με τον Μάνο είχαμε μια ιδιαίτερη σχέση. Με αγαπούσε πολύ, καλλιεργούσε την αγάπη μου για τις τέχνες, μου μάθαινε τραγούδια. Κάπως έτσι ήμασταν άλλωστε όλοι στην οικογένεια. Η μητέρα μου ζωγράφιζε κι έμαθε από μόνη της περισσότερα γράμματα από αυτά που είχε διδαχθεί στο σχολαρχείο για να μπορεί να γράφει ποιήματα. …Από μικρό παιδί ήξερα ότι, για κάποιον λόγο που δεν μπορούσα ακόμη τότε να συνειδητοποιήσω, είχα έναν σπουδαίο αδελφό. Οχι μόνο γιατί με φρόντιζε, όπως άλλωστε όλα τα αδέλφια του, αλλά γιατί ήταν ένα ξεχωριστό παιδί. …Ονειρευόταν να γίνω μπαλαρίνα και με φώναζε Παύλοβα. Πείτε μου τώρα εσείς πώς ήξερε την Παύλοβα ένα δεκατετράχρονο παιδί εκείνη την εποχή στη Σύρο;». Το πιο συναισθηματικά φορτισμένο στιγμιότυπο που θυμάται από εκείνα τα χρόνια ήταν όταν, σε ηλικία τριών – τεσσάρων ετών, την πήρε ο αδελφός από το χέρι και κατέβηκαν στο λιμάνι για να δουν το πλοίο που θα έπαιρνε μακριά τον αριστερό πατέρα τους. «Εγώ και ο Μάνος μόνοι μας να κλαίμε στην προκυμαία και στο βάθος το πλοίο που απομακρυνόταν».

    Μετά η «Παύλοβα» μεγάλωσε, έγινε μια εξαιρετική ζωγράφος, παντρεύτηκε, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι. Με τον αδελφό της όμως διατήρησαν αυτή την ιδιαίτερη σχέση δημιουργώντας ένα είδος «μικροοικογένειας».

    «Αποδεχόμουν απόλυτα αυτό που ήταν, σεβόμουν τις μικρές ιδιοτροπίες του, θαύμαζα τις μεγάλες του αγάπες. Και προσπαθούσα να τις τροφοδοτώ. Τριγύριζα στο Παρίσι για να του βρω μια γκραβούρα, κάποιο από τα χειρόγραφα που τον ενδιέφεραν, ακόμη και τις κόλλες με τις οποίες του άρεσε να ντύνει τα τετράδιά του».

    Τα δύο αδέλφια είχαν και ένα άλλο κοινό. Την έμφυτη κομψότητα, όχι μόνο στη συμπεριφορά αλλά και στο ντύσιμο. «Εδινε ιδιαίτερη σημασία στις υφές των υφασμάτων, στο κόψιμο των ρούχων. Ενώ, για παράδειγμα, του άρεσαν πολύ τα λινά, τον ενοχλούσε που τσαλάκωναν τόσο εύκολα. Και είχε μανία με τα κουμπωμένα κουμπιά. Αν σε έβλεπε να έχεις ανοιχτά κουμπιά στο πουκάμισο ερχόταν και σου τα έκλεινε μέχρι τον λαιμό. …Είκοσι περίπου ημέρες προτού «φύγει» του είχα αγοράσει ένα μπεζ σακάκι σαφάρι. Του το πήγα σπίτι, το δοκίμασε πάνω από την πιτζάμα και, επειδή του άρεσε πολύ, δεν το έβγαλε. Συνέχισε να δουλεύει φορώντας κάτω την πιτζάμα και πάνω το σακάκι».

    Δεν μπορεί κανείς να αναφερθεί στον Μάνο και τη Λιλή Ελευθερίου χωρίς να κάνει μνεία στο χιούμορ τους. «Μου έλεγε πως αν του κάνουν προτομή στη Σύρο, να πηγαίνω κάθε βράδυ και να τη μουτζουρώνω με μαύρο σπρέι. «Εσύ στο χώμα κι εγώ στη φυλακή δηλαδή» τον πείραζα. Κάποτε όμως του είπα ότι αν έκανε την προτομή κάποιος φίλος του γλύπτης, ίσως θα έπαιρνε κάποια χρήματα, που ξέραμε ότι τα είχε απόλυτη ανάγκη. Από τότε δεν μου ξαναείπε να βανδαλίζω την τυχόν προτομή του».

    Αυτός ήταν ο Μάνος Ελευθερίου. Μια άλλη ερμηνεία του στίχου του: «Ολους που αγάπησα στη γη, νόμιζα πάντα εμένα περιμέναν».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός