• Αναζήτηση
  • Λάρα Φαμπιάν: «Η μουσική είναι κομμάτι του DNA μου»

    Είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς πόσο αγαπούν τη Λάρα Φαμπιάν οι θαυμαστές της.

     Είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς πόσο αγαπούν τη Λάρα Φαμπιάν οι θαυμαστές της. Αρκεί να δει στο YouΤube ένα στιγμιότυπο από παλαιότερη συναυλία της: η γεννημένη στο Βέλγιο ντίβα του τραγουδιού ετοιμάζεται να ερμηνεύσει τη μεγάλη της επιτυχία «Je t’ aime» («Σ’ αγαπώ») και τελικά της την τραγουδά το κοινό, αλλάζοντας μάλιστα το ρεφρέν σε «On t’ aime» («Σε αγαπάμε)», με την ίδια να τους ακούει και να κλαίει.

    Περισσότερα από 100 εκατομμύρια views έχει συγκεντρώσει μέχρι σήμερα αυτό το βίντεο στα διάφορα κανάλια που το έχουν ανεβάσει.

    Η Φαμπιάν κατέκτησε τον κόσμο με ορμητήριο τον Καναδά, τη δεύτερη πατρίδα της, ακολουθώντας τα χνάρια της Σελίν Ντιόν, και έχει πουλήσει περισσότερα από 20 εκατομμύρια δίσκους χάρη, κυρίως, στις δικές της δραματικές, συναισθηματικές μπαλάντες, αλλά και σε ξεχωριστές επανεκτελέσεις πολύ γνωστών τραγουδιών, όπως το «Je suis malade» της Νταλιντά ή το «Caruso» του Λούτσιο Ντάλα. Η 48χρονη σταρ αγαπάει πολύ τη χώρα μας και το δηλώνει σε κάθε ευκαιρία. Η τελευταία περιοδεία της έχει ήδη γνωρίσει μεγάλη επιτυχία όπου κι αν έχει κάνει μέχρι τώρα στάση.

    Η ίδια δηλώνει για το οπτικοακουστικό θέαμα στο οποίο πρωταγωνιστεί πως «είναι ένα show στο οποίο θα χορέψουμε, θα κλάψουμε, θα πάρουμε και θα δώσουμε αγάπη και θα γίνουμε όλοι ένα – για όσο διαρκεί…». Oλα δείχνουν πως το εγχώριο κοινό την περίμενε με προσμονή, αφού λόγω της μεγάλης ζήτησης για την επερχόμενη εμφάνισή της στο Γήπεδο του Tae Kwo Do στις 19 Μαΐου προστέθηκε και δεύτερη ημερομηνία (η 20ή Μαΐου).

    Κυρία Φαμπιάν, ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε τη λέξη «Ελλάδα»; «Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι ο πολιτισμός. Πέραν της φυσικής ομορφιάς της χώρας, η εικόνα που έχω για την Ελλάδα κυριαρχείται από την κουλτούρα και τον πολιτισμό που τη χαρακτηρίζουν. Και με αυτό δεν αναφέρομαι σε κάποια στερεοτυπική απεικόνιση με κίονες δωρικού ρυθμού και αρχαία θέατρα. Μιλάω για τη λογοτεχνία του Καζαντζάκη και του Ελύτη, τη μουσική του Θεοδωράκη, τη φωνή των φίλων μου, της Νάνας Μούσχουρη, του Γιώργου Περρή και του Μάριου Φραγκούλη, το σινεμά του Κώστα Γαβρά και του Τεό Αγγελόπουλου. Μιλάω για ένα περήφανο έθνος, πλούσιο με την πραγματική έννοια του όρου».
    Ερχεστε στη χώρα μας κάποιους μήνες μετά την κυκλοφορία του τελευταίου άλμπουμ σας, με τίτλο «Camouflage». Πείτε μας λίγα λόγια για τη δημιουργία του. «Πρόκειται για τον 13ο δίσκο μου. Και όπως είχε συμβεί και με τις προηγούμενες δουλειές μου, είναι ένα πολύ σύγχρονο άλμπουμ. Είχα ήδη πειραματιστεί με τον ηλεκτρονικό ήχο στο «Le Secret». Στο «Camouflage» η ηλεκτρονική μουσική συνδυάζεται με τον φυσικό ήχο, αλλά, ταυτόχρονα, οι ενορχηστρώσεις αφήνουν χώρο για τα φωνητικά. Η δημιουργία του υπήρξε μια πολύ οργανική, ομαλή και ήρεμη διαδικασία. Ευχαριστήθηκα κάθε βήμα της. Μπορώ να πω πως είναι το αγαπημένο μου άλμπουμ μέχρι σήμερα».
    Είστε επίσης κριτής στην καναδέζικη βερσιόν του γνωστού τάλεντ σόου «The Voice». Θα πηγαίνατε σε έναν τέτοιο διαγωνισμό αν ξεκινούσατε τώρα την καριέρα σας; Τι συμβουλεύετε τους διαγωνιζομένους; «Οταν ξεκίνησα την καριέρα μου, πριν από περίπου 20 χρόνια, δεν υπήρχαν στην τηλεόραση τέτοιου τύπου διαγωνισμοί και σόου ταλέντων. Αν ξεκινούσα σήμερα, φυσικά και θα ελάμβανα μέρος. Αυτά τα σόου μπορούν να αποδειχθούν εξαιρετικά χρήσιμα για έναν καλλιτέχνη, καθώς του παρέχουν άμεση προβολή σε ένα μεγάλο κοινό. Κάτι τέτοιο έχει βεβαίως νόημα όταν ο αντικειμενικός σου στόχος είναι να παρουσιάσεις τη μουσική σου και όχι απλώς να γίνεις διάσημος. Το κλειδί για την επιτυχία παραμένει η καθαρότητα. Οι θεατές μπορούν να αναγνωρίσουν την ειλικρίνεια και αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ της αγνής αλήθειας και της εφήμερης επιθυμίας για αναγνωρισιμότητα. Οι μόνες συμβουλές που θα έδινα σε κάποιον διαγωνιζόμενο είναι να είναι ο εαυτός του, να δώσει ό,τι καλύτερο μπορεί και να το χαρεί».
    Βέλγιο, Ιταλία, Καναδάς. Σας ενώνουν ισχυροί δεσμοί με τις τρεις αυτές χώρες. Πώς έχουν διαμορφώσει την προσωπικότητά σας; «Συνδέομαι με καθεμία από αυτές τις χώρες με άλλον τρόπο, καθώς έχουν διαμορφώσει το ποια είμαι ως καλλιτέχνιδα και ως γυναίκα. Η Ιταλία είναι η χώρα της μητέρας μου, την έχω ταυτίσει με τα παιδικά μου χρόνια, αλλά και η πατρίδα του συζύγου μου. Αυτό που με ενώνει με την Ιταλία είναι βαθύ και προσωπικό. Το Βέλγιο είναι η χώρα του πατέρα μου, το μέρος στο οποίο γεννήθηκα και ενηλικιώθηκα, και ακόμη το θεωρώ σπίτι μου. Ο Καναδάς είναι η πατρίδα που επέλεξα, κάτι που οι περισσότεροι δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε. Εμένα μου δόθηκε η ευκαιρία να διαλέξω η ίδια το μέρος που θα λέω πατρίδα όταν αποφάσισα να μετακομίσω εκεί και να αποκτήσω αργότερα την υπηκοότητα. Υπάρχει μέσα μου κάτι από την κουλτούρα και τη νοοτροπία και των τριών αυτών χωρών».
    Το μικρό σας όνομα το πήρατε ως φόρο τιμής στην ηρωίδα του βιβλίου «Δόκτωρ Ζιβάγκο» του Μπορίς Παστερνάκ. Ποια είναι, αλήθεια, η σχέση σας με τη λογοτεχνία; «Μου αρέσει πάρα πολύ το διάβασμα. Περνάω πάρα πολύ χρόνο σε αεροπλάνα, αεροδρόμια και ξενοδοχεία και πάντα ψάχνω για αξιόλογες προτάσεις βιβλίων. Και ως δημιουργός έχω ανάγκη τη λογοτεχνία, μου είναι απαραίτητη διότι αποτελεί για μένα μια σημαντική πηγή έμπνευσης».
    Ποιο ενδεχόμενο σας τρομάζει πιο πολύ: να χάσετε τη φωνή σας ή να χάσετε τη λαχτάρα σας για το τραγούδι; «Εξαιτίας ενός δυσάρεστου περιστατικού που συνέβη πριν από μερικά χρόνια, παραλίγο να χάσω όχι τη φωνή, αλλά την ακοή μου για ένα μικρό διάστημα και κατά συνέπεια δεν μπορούσα όχι μόνο να τραγουδήσω, αλλά ούτε και να επικοινωνήσω με την κόρη μου μέσω του λόγου. Ηταν μια πολύ τρομακτική εμπειρία – αν και ομολογώ πως δεν εγκατέλειψα καθόλου την αισιοδοξία μου, τη σιγουριά ότι θα γινόμουν καλά. Και έγινα. Οσον αφορά τη θέληση για το τραγούδι, δεν μπορώ να με φανταστώ να τη χάνω. Θα μπορούσα ίσως να σκεφτώ ότι θα έρθει η στιγμή που θα σταματήσω να κάνω περιοδείες ή να ηχογραφώ νέο υλικό. Υπάρχουν πολλές επαγγελματικές παράμετροι όταν είσαι ανεξάρτητος καλλιτέχνης και κυκλοφορείς ο ίδιος τη μουσική σου, οι οποίες προκαλούν πράγματι άγχος και θα ήμουν ευτυχής αν κατάφερνα να τις ξεφορτωθώ. Αλλά το τραγούδι; Ποτέ! Η μουσική είναι κομμάτι του DNA μου, είναι αυτό που είμαι. Θα ήταν σαν να δήλωνα παραίτηση από την επιθυμία να επικοινωνώ με τους ανθρώπους, θα ήταν σαν να αρνούμαι τον εαυτό μου. Δεν υφίσταται καν αυτή η επιλογή».
    Μια και αναφέρατε προηγουμένως την κόρη σας, τι της τραγουδάτε όταν την καληνυχτίζετε; «Η κόρη μου είναι ήδη 10 ετών, ο καιρός των νανουρισμάτων έχει περάσει ανεπιστρεπτί… Ομως εγώ μεγάλωσα με ένα ιταλικό νανούρισμα, το οποίο τραγουδούσα για πολλά χρόνια στην κόρη μου, μέχρι που μια ημέρα άρχισε να το τραγουδάει εκείνη σε εμένα».
    Με ποιους καλλιτέχνες ονειρεύεστε να μοιραστείτε μια μέρα τη σκηνή; «Είχα την τύχη να τραγουδήσω ή να συνεργαστώ με πολλούς καλλιτέχνες που θαυμάζω, από τον Φιλ Κόλινς και τον Μάικλ Μπόλτον έως τον Αντρέα Μποτσέλι και τον Μάριο Φραγκούλη. Υπάρχουν φυσικά και πολλοί ακόμη με τους οποίους θα ήθελα να δουλέψω. Ο Seal ή ο Μάικλ Μπουμπλέ είναι οι πρώτοι που μου έρχονται στο μυαλό».
    Σας προβληματίζει η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο κόσμος σήμερα; Αποτελεί μέρος της αποστολής ενός καλλιτέχνη η εμπλοκή με τα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα; «Ως γυναίκα, ως άνθρωπο, ως μητέρα, με απασχολούν φυσικά πολλά και διάφορα ζητήματα. Ο πόλεμος, η φτώχεια, οι κοινωνικές ανισότητες, ο ρατσισμός, η ομοφοβία, ο εξτρεμισμός κάθε είδους, η περιβαλλοντική ρύπανση και η καταστροφή του πλανήτη μας… Ομως παραμένω οπτιμίστρια, πιστεύω πως η δύναμη να αλλάξουν τα πράγματα υπάρχει μέσα στον καθένα από εμάς».
    Μπορεί ένα τραγούδι να αλλάξει τον κόσμο; «Δεν γνωρίζω αν ένα τραγούδι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, όμως εμείς, στις καθημερινές αποφάσεις που παίρνουμε, με κάθε βήμα και με κάθε μας λέξη δίνουμε μορφή στον κόσμο και αλλάζουμε την κοινωνία. Οι λύσεις δεν είναι ουρανοκατέβατες και εξωγενείς, θα τις βρούμε αν ψάξουμε μέσα μας. Και πραγματικά πιστεύω ότι μόλις το συνειδητοποιήσουμε αυτό όλα θα γίνουν καλύτερα».
    Η ιδέα της ταυτότητας μοιάζει να αποτελεί κεντρικό θέμα στον τελευταίο σας δίσκο. Υπάρχει, συνήθως, μια στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου που γίνεται πραγματικά ο εαυτός του. Εσείς πότε γίνατε ο εαυτός σας; «Ημουν πάντα ο εαυτός μου, όμως για αρκετό καιρό συνεργαζόμουν με ανθρώπους που με καθοδηγούσαν, με συμβούλευαν να γίνω κάποια άλλη. Θεωρώ πως με την εμπειρία, με το πέρασμα του χρόνου και με ορισμένα τραύματα γινόμαστε πιο σοφοί και καταλαβαίνουμε πως το να φοράμε μια μάσκα δεν μας προστατεύει πάντα. Αντιθέτως, μπορεί και να μας πληγώσει περισσότερο. Η επιθυμία μας να κρυφτούμε, να προσαρμοστούμε με κάθε τίμημα, μπορεί να δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα των απειλών που δεχόμαστε, όμως τη στιγμή που χάνουμε τον εαυτό μας μέσα σε αυτό το καμουφλάζ παύουμε να υπάρχουμε ως προσωπικότητες. Πρόκειται για ένα περίπλοκο θέμα για το οποίο δεν υπάρχουν συνταγές που να ταιριάζουν σε όλους και σε κάθε περίπτωση. Μιλώντας για εμένα, μπορώ να πω πως, επιτρέποντας στον εαυτό μου να ακολουθήσει τις πραγματικές του επιθυμίες, ως γυναίκα και ως καλλιτέχνις, αισθάνομαι ότι έκανα ένα σημαντικό βήμα στη ζωή μου».

    Στο τραγούδι «Perfect» τραγουδάτε τον στίχο «κανείς δεν είναι τέλειος». Εσείς ποιο χαρακτηριστικό σας θεωρείτε ψεγάδι; «Είναι τόσο πολλά, που δεν ξέρω από πού να αρχίσω! Αλλά αυτά τα ελαττώματα είναι που μας καθορίζουν. Αν ήμασταν μια αψεγάδιαστη εκδοχή του εαυτού μας, θα ήταν όλα τόσο βαρετά. Ας αγκαλιάσουμε λοιπόν τα κουσούρια μας και ας αγαπάμε ο ένας τον άλλον όχι παρά τις ατέλειές μας, αλλά ακριβώς λόγω αυτών».
    Ποια είναι η γνώμη σας για τα κινήματα #MeToo και #TimesUp; Είναι ο σεξισμός ένα μείζον ζήτημα και στη μουσική βιομηχανία; «Δεν νομίζω ότι υπάρχει επαγγελματικός τομέας, χώρα ή και σύμπαν ακόμη όπου ο σεξισμός δεν αποτελεί πρόβλημα. Το κίνημα #ΜeΤoo έφερε, χάρη στη δύναμη του Χόλιγουντ, στο φως κάτι που πάντα γνωρίζαμε ότι συνέβαινε. Και όλοι ξέρουμε πως #TimesUp εδώ και πολύ καιρό. Η βιομηχανία της μουσικής δεν διαφέρει από τις άλλες βιομηχανίες. Κυβερνάται ακόμη και σήμερα ως επί το πλείστον από άνδρες, με ελάχιστες γυναίκες να φθάνουν στα ανώτερα κλιμάκια λήψης αποφάσεων. Και οι καλλιτέχνιδες εξακολουθούν να έρχονται αντιμέτωπες με διαφορετική συμπεριφορά σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους. Ελπίζω πως τα κινήματα αυτά θα μας βοηθήσουν να αλλάξουμε μυαλά. Τα μέσα ενημέρωσης κουβαλούν μεγάλο μέρος της ευθύνης. Οπως και εμείς, οι γονείς, που σίγουρα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο με τον οποίο εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας και να σταματήσουμε να τα μεγαλώνουμε με έμφυλα στερεότυπα, τα οποία θα καθορίσουν την κοινωνία του μέλλοντος». l
    «Lara Fabian in Concert»: Γήπεδο Tae Kwon Do, Π. Φάληρο, στις 19 και 20 Μαΐου.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 24 Μαρτίου 2018.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino