• Αναζήτηση
  • Ο Χορν στο φως

    Κάπνιζε αρειμανίως.

     Κάπνιζε αρειμανίως. Ηταν μάλλον μια συνήθεια που κουβαλούσε από μικρός. Παιδιά σχεδόν ακόμη, με τη Μελίνα Μερκούρη τρύπωναν κάτω από το χαλί στο σπίτι της και άναβαν τσιγάρο κρυφά για να μην τους ανακαλύψει ο πατέρας της. Μεγαλώνοντας, στο πέτο του σακακιού του υπήρχε πάντα μια καρφίτσα. Μα τι την ήθελε; «Α, δεν το ξέρεις; Τρυπάω με αυτήν το φίλτρο του τσιγάρου. Γιατί γίνεται αβλαβές τελείως» απαντούσε. Δημήτρης Χορν ή καλύτερα Τάκης. Ο όμορφος, ο πνευματώδης, ο κομψός, ο καλλιεργημένος. Ο ρομαντικός που δεν έβαζε στο στόμα του ποτέ τυρί φέτα. Είδε μια φορά τον Κωστή Παλαμά – «τον είχα σαν θεό» είχε πει – να αγοράζει σε ένα μπακάλικο. Πάει, αυτό ήταν. Του χάλασε τη μαγεία.
    Δημήτρης Χορν: ο ηθοποιός, ο μαθητής του Ροντήρη. Ο γοητευτικός εραστής του μπουλβάρ, αλλά και ο διαβολικός Ριχάρδος Γ’, ο τρελός στη «Δωδέκατη Νύχτα» του Σαίξπηρ, που ανάγκασε εν έτει 1945 τον βρετανό πρεσβευτή στην Αίγυπτο να παραδεχτεί ότι δεν είχε δει ποτέ κάτι αντίστοιχο στην αγγλική σκηνή. Ο Δημήτρης Χορν, ο ματαιωμένος «Αρχιμάστορας Σόλνες» στο κύκνειο άσμα του στο θέατρο το 1983. «Ο Χορν είναι ο κατ’ εξοχήν ειρωνικός ηθοποιός μας» γράφει για εκείνον, το 1984, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. «Η μίμηση πράξεως γι’ αυτόν είναι ένα ξόρκι, ένα άλλοθι, ένα προσωπείο για να εξορκιστεί η απελπισία του όντος. (…) Σαν τους τρελούς του Σαίξπηρ, διαλύει την τάξη και συγκολλά τα συντρίμμια της αταξίας».
    Και όμως, εκείνος ήθελε να παίξει τον Οιδίποδα και δεν το τόλμησε ποτέ, όπως δεν τόλμησε και την Επίδαυρο. Γιατί; «Δεν είχα τη φωνή που είχε ο Μινωτής» εξομολογούνταν στην Ιωάννα Παπαντωνίου, το 1993, σε μια χειμαρρώδη συνομιλία που δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Δημήτρης Χορν» (εκδόσεις Οδός Πανός), σε επιμέλεια Δημήτρη Μπαγέρη. Υστερα, με την ίδια επιμονή, τόνιζε: «Νομίζω πως πρόδωσα όλους τους ρόλους που έχω παίξει». Και αν ο Σαίξπηρ τον έβλεπε, τι πίστευε ότι θα έλεγε; «Θα έλεγε ότι αυτός είναι για τα πανηγύρια» απαντούσε. Αραγε τα εννοούσε όλα αυτά την ίδια στιγμή που δήλωνε σε μια από τις τελευταίες τηλεοπτικές του συνεντεύξεις στη Σεμίνα Διγενή «ψευδο-σεμνός» και «ψευδο-μετριόφρων»;
    «Σ’ αγαπώ όπως δεν αγάπησα ποτέ κανέναν, Τάκη, μη μου πληγώσεις την καρδιά!» του έγραφε το 1946 η Εντίθ Πιάφ, ύστερα από τη γνωριμία τους στη διάρκεια μιας εμφάνισής της στην Αθήνα. Ο έρωτάς της λέγεται ότι υπήρξε μονόπλευρος. Ισως γιατί ο Δημήτρης Χορν έπρεπε να συναντήσει αργότερα την Ελλη Λαμπέτη, σε έναν μυθιστορηματικό έρωτα που αποτύπωσε το πιο ερωτικό «σ’ αγαπώ» του ελληνικού κινηματογράφου στην «Κάλπικη λίρα» του 1955. Και ας θεωρούσε ότι το σινεμά είναι «εκπόρνευσις».
    Ο άνθρωπος που μας έμαθε ότι «ηθοποιός σημαίνει φως» στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, ο καλλιτέχνης που είχε πει ότι ο θάνατος τον τρόμαζε όσο και η ζωή, έφυγε ακριβώς πριν από 20 χρόνια, στις 16 Ιανουαρίου του 1998, σε ηλικία 76 ετών.

    Το παιδί του θεάτρου

    Γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου του 1921. Ο πατέρας του ήταν ο υποναύαρχος του Βασιλικού Ναυτικού, δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Παντελής Χορν. Μητέρα του ήταν η χαρισματική Ευτέρπη Αποστολίδη. «Ο θεατρικός συγγραφέας, που φορούσε ρούχα όπως όλος ο κόσμος, δεν μου γέμιζε το μάτι. (…) Οταν με ρωτούσαν αν είμαι ο γιος του Παντελή Χορν του συγγραφέα, απαντούσα: «Oχι, του Παντελή Χορν του ναυάρχου!». O πατέρας μου δεν είχε φτάσει αυτόν τον βαθμό» διαβάζουμε σε χειρόγραφες σημειώσεις για μια σειρά εκπομπών του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, που δημοσιεύονται στο λεύκωμα «Δημήτρης Χορν», μια έκδοση του Ιδρύματος Γουλανδρή – Χορν (2008).
    Η νoνά του ήταν η Κυβέλη. Στη σκηνή εμφανίστηκε για πρώτη φορά μαζί της σε ηλικία οκτώ μηνών. Τον αγαπούσε και η Μαρίκα Κοτοπούλη. Δεκατεσσάρων ετών έπαιξε έναν μικρό ρόλο δίπλα της. Και όμως, στη δραματική σχολή, όπως ισχυρίζεται, έδωσε εξετάσεις για να αποφύγει το πανεπιστήμιο. Ηταν «κακός μαθητής». Ενα μεσημέρι άκουσε τον πατέρα του να παραπονιέται ότι θα χάσει τον μεσημεριανό του ύπνο, καθώς ήταν πρόεδρος της Επιτροπής Εισαγωγικών Εξετάσεων της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Αποφάσισε να υποβάλει και εκείνος αίτηση. «Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου. Δεν θα χάσω τον μεσημεριανό μου ύπνο, διότι δεν θα πάω. Δεν μπορώ να είμαι πρόεδρος της Επιτροπής και να δίνεις εσύ εξετάσεις» του είπε ο πατέρας του. Εκείνος τις έδωσε πάντως τις εξετάσεις. Την επόμενη ημέρα, όταν τον συνάντησε ο Αιμίλιος Βεάκης, του είπε: «Πόσο μας δρόσισες απ’ αυτήν την ανομβρία».
    Το 1940 τελείωσε τη σχολή. Εκανε την πρώτη εμφάνιση όχι στην πρόζα, αλλά στην οπερέτα. Εκεί συναντήθηκε με τη Μαρία Κάλλας. «Θυμάμαι, σε μια απογευματινή, πετάχτηκα έξω από το καμαρίνι ακούγοντας ξαφνικά μια φωνή να σπάζει τα τζάμια. «Eίναι μια καινούργια. Την έφερε τώρα ο Μπαστιάς» μου είπαν». Τα επόμενα χρόνια έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα κεφάλαια του ελληνικού θεάτρου.
    «Με τον Δημήτρη Χορν συναντηθήκαμε το 1968 σε ένα σπουδαίο έργο, τον «Δον Ζουάν» του Μολιέρου» αναφέρει σήμερα στο BHMAgazino ο ηθοποιός Γιώργος Μιχαλακόπουλος. «Ηταν ένα θεριό της υποκριτικής, μια πάστα ηθοποιού πέρα από βαλκανικά μεγέθη. Ηταν ευρωπαίος ηθοποιός, δυσεύρετο πράγμα στον ελληνικό χώρο. Οι υποκριτικές του θέσεις κινούνταν μεταξύ ρεαλισμού και παραλόγου. Ηταν ανασφαλής και έβαζε συνεχώς ερωτήματα στον εαυτό του. Η πολλή σιγουριά δεν κάνει καλό στην τέχνη. Και ο Τάκης είχε τρακ. Ηταν ωραίος και ως άνθρωπος. Μοναδική περίπτωση, γαλαντόμος, με το χέρι στην τσέπη. Μετά την πρόβα πηγαίναμε στο «Ζόναρς» να φάμε. Toν θυμάμαι να πηγαίνει μπροστά και πίσω του ένα σμήνος από γκαρσόνια να τρέχουν, με εκείνον να μοιράζει πουρμπουάρ.
    Του λέω: «Tάκη, τι κάνεις; Δεν καθίσαμε ακόμη». «Δεν είναι σικ το μετά. Το πριν είναι, Γιώργο» απάντησε. Από ιστορίες, τι να πρωτοθυμηθώ; Μου έχει διηγηθεί ότι κάποτε είχε σταματήσει πτήση λίγο πριν από την απογείωση γιατί φοβόταν τα αεροπλάνα». Ο Χορν θα είναι πάντα γενναιόδωρος ενισχύοντας οικονομικά παλιούς συναδέλφους του της επιθεώρησης την εποχή που δεν υπήρχαν τιμητικές συντάξεις.
    Ο ηθοποιός Γιώργος Γεωγλερής υπήρξε ένας από τους στενότερους φίλους του για περισσότερα από 30 χρόνια, έχοντας βρεθεί μαζί του πολλές φορές στο θεατρικό σανίδι: «Ηταν τελειομανής. Μπορούσε να ζητήσει συγγνώμη από το κοινό μιας παράστασης αν θεωρούσε ότι δεν ήταν καλός. Θυμάμαι, το 1972, στον «Ριχάρδο Γ'», είχε σταματήσει την παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Δεν έπαιξε τον τελευταίο μονόλογο. Του λέω: «Τάκη, δεν γίνεται. Εχουμε 600 ανθρώπους απ’ έξω. Eνας μονόλογος έμεινε». «Να φύγουν και να έρθουν άλλη ημέρα. Δεν μπορώ» απάντησε. Ηταν πάντοτε, σε κάθε παράσταση, κάτι παραπάνω από καλός. Και νομίζω το γνώριζε. Ναι, αμφισβητούσε τον εαυτό του, με την έννοια ότι οι νοητικές συλλήψεις των ρόλων που δημιουργούσε ήταν τόσο υψηλές, που σε κάποιες περιπτώσεις η πραγματική του απόδοση δεν μπορούσε να τις φτάσει. Αν θέλετε, όμως, αυτή η αμφισβήτηση έκρυβε και μια κοκεταρία».

    Οι γυναίκες της ζωής του

    Ο Δημήτρης Χορν παντρεύτηκε τη Ρίτα Φιλίππου στις 6 Αυγούστου 1942. Γνωρίστηκαν σε ένα πάρτι. Της ζήτησε να πάει στο θέατρο να τον δει. Ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος. Παρά το διαζύγιό τους, τη θυμόταν πάντα με αγάπη, αφού του αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά. «Και φυσικά την απατούσα και της το ‘λεγα. Και δεν την ένοιαζε καθόλου. Μου λέει: «Aφού σου αρέσει, θέλω να κάνεις ό,τι σου αρέσει»» είχε εξομολογηθεί ο ηθοποιός στην Ιωάννα Παπαντωνίου. «Εσείς όμως την εγκαταλείψατε για χάρη της Λαμπέτη…» παρατηρούσε η Αντζελα Τσιφτσή σε μια άλλη συνέντευξη στον περιοδικό Τύπο, το 1993. «Η Λαμπέτη ήθελε να χωρίσω, ήταν πολύ ζηλιάρα» ανταπάντησε ο Χορν. «Εσείς τη ζηλεύατε;». «Δεν άντεχα τη σκέψη ότι κοιμόταν με τον Πλωρίτη» αποκρίθηκε εκείνος.
    Η γνωριμία του με τη Λαμπέτη ξεκίνησε με μια αμοιβαία αντιπάθεια. Την απέρριψε όταν έδινε εισαγωγικές εξετάσεις στη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη. Τον Νοέμβριο του 1948, όπως γράφει στο βιβλίο του «Ελλη Λαμπέτη» (εκδ. Καστανιώτη) ο Φρέντυ Γερμανός, συναντήθηκαν ξανά στον ίδιο θίασο. Εκείνη τη χρονιά η Λαμπέτη έχει αλλάξει τρία θέατρα. «Αυτό πια δεν είναι καριέρα, δεσποινίς Λαμπέτη – αυτό είναι άλμα εις τριπλούν» της είπε. Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Το 1952 δημιούργησαν θίασο μαζί με τον Γιώργο Παππά. Η Ελλη Λαμπέτη ήταν τότε παντρεμένη με τον Μάριο Πλωρίτη. Η σπίθα του έρωτά τους άναψε στο έργο «Aγαπούλα» του Αρθουρ Σνίτσλερ το 1953. Την ίδια εποχή γύριζαν την ταινία «Κυριακάτικο ξύπνημα» του Μιχάλη Κακογιάννη. Τα εσωτερικά γυρίσματα ήταν προγραμματισμένα να πραγματοποιηθούν στην Αίγυπτο. Ηταν πλέον ερωτευμένοι και η Λαμπέτη μίλησε στον Πλωρίτη: «Του είπα ότι είχα αρχίσει να ερωτεύομαι τον Χορν. Το ίδιο κι εκείνος εμένα. Μπαίναμε σε μια επικίνδυνη ιστορία. Του ζήτησα να έρθει μαζί μας στο Κάιρο». Ο Πλωρίτης δεν το έπραξε. Γυρίζοντας από την Αίγυπτο, Χορν και Λαμπέτη ήταν πλέον μαζί, το πιο πολυσυζητημένο ζευγάρι του ελληνικού θεάτρου.
    Αντεξαν σχεδόν οκτώ χρόνια μαζί. Ο κοινός τους βίος σημαδεύτηκε από τις τραγωδίες της ζωής της Λαμπέτη, η οποία είδε τις αδελφές της να φεύγουν η μία μετά την άλλη. Τους ένωνε η αγάπη τους για το θέατρο και ο θαυμασμός του ενός για το ταλέντο του άλλου. Ηταν όμως διαφορετικοί. «Για να δούμε λοιπόν πώς θα τα πάνε οι Βερσαλλίες με τα Βίλια» είχε πει προφητικά ο συνάδελφός τους Στέλιος Βόκοβιτς. Και η Λαμπέτη άρχισε να παραπονιέται για τις σπατάλες του Χορν. «Ποια λεφτά; Κάθε βράδυ ο Χορν κουβαλάει στο σπίτι 150 καλεσμένους με επικεφαλής τον Μαρκεζίνη! Πού θα πάει αυτή η ιστορία;». Εκείνος ψήφιζε Κωνσταντίνο Καραμανλή και αυτή Γεώργιο Παπανδρέου. «Κάποια στιγμή, που μένει έγκυος, θα το αναγγείλει στον Χορν απλά σαν ένα πρόβλημα που ξέρουν και οι δύο, από πριν, τη λύση του» γράφει ο Φρέντυ Γερμανός.
    «Ο Χορν ήταν σίγουρα αυτός που με τον τρόπο του έφυγε πρώτος» είχε πει ο Μιχάλης Κακογιάννης. Η Λαμπέτη ήταν όμως αυτή που πήρε την κατάσταση στα χέρια της εγκαταλείποντάς τον τελικά για τον αμερικανό συγγραφέα Φρέντερικ Γουέικμαν. «Μου έδωσε τα παπούτσια στο χέρι» είχε πει ο ίδιος. Το 1959 έπαιζαν στην παράσταση «Εραστής από χαρτόνι» παρουσία δικαστικού κλητήρα. Ενα βράδυ, ένας πληγωμένος Δημήτρης Χορν βρέθηκε έξω από το σπίτι της πετώντας πέτρες και κονσερβοκούτια, όπως σημειώνει στο βιβλίο του ο Φρέντυ Γερμανός. Η Λαμπέτη κάλεσε την Αστυνομία.
    Οταν ρωτούσαν τον Χορν για εκείνη, πεισματικά αρνιόταν ότι υπήρξε ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, εκδηλώνοντας απλώς τον θαυμασμό του για το θεατρικό της ταλέντο. «Χώρισαν άσχημα» αναφέρει στο ΒΗΜΑgazino o ηθοποιός Γιώργος Γεωγλερής. Και συνεχίζει: «Επρόκειτο για μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και αμοιβαίου ερωτισμού. Η Ελλη τον ζήλευε αφόρητα. Οταν οδηγούσαν προς το θέατρο και έβλεπε καμιά νόστιμη κοπέλα στον δρόμο, έλεγε: «Tακουλάκη, κοίτα αυτό το κοριτσάκι. Τι τέρας που είναι» για να προκαταλάβει τη γνώμη του. Και αν είχε κάποιες υποψίες για ατασθαλίες, ο Χορν γύρναγε σπίτι και άκουγε τον περιβόητο ήχο «σπλατς, σπλατς, σπλατς». Tι ήταν αυτό; Η Ελλη έπλενε τα εσώρουχά της στον νιπτήρα και τα χτύπαγε δυνατά στο μάρμαρο, σαν να χαστούκιζε νοητά τον Χορν».
    Τι έμεινε τελικά από αυτόν τον έρωτα; «Ο Τάκης τής στάθηκε της Ελλης στην αρρώστια της» καταθέτει ο Γεωγλερής στο ΒΗΜΑgazino. «Μια φορά τη συνόδευσε σε έναν από τους γιατρούς της. Μπήκαν στην αίθουσα αναμονής και οι υπόλοιποι ασθενείς πάγωσαν που τους είδαν ύστερα από τόσα χρόνια μαζί. Βγαίνοντας από το ιατρείο, δεν τους είπαν λέξη. Μόνο σηκώθηκαν όρθιοι και τους χειροκρότησαν, λες και ήταν ξανά πάνω στη σκηνή».
    Η γυναίκα όμως που σφράγισε τη ζωή του ήταν η Αννα Γουλανδρή. Παντρεύτηκαν τον Ιανουάριο του 1967. Η Ελένη Βλάχου γράφει στο βιβλίο της «Πενήντα και κάτι» (εκδόσεις Ζήδρος): «Παντρεύτηκε την Αννούλα Γουλανδρή, μια νέα γυναίκα από πλούσια εφοπλιστική οικογένεια, με την οποία δεν βλέπαμε πόσο θερμό σύνδεσμο μπορούσε να έχει. Εκεί όλοι κάναμε λάθος… Την αγάπησε την Αννούλα, και τον αγάπησε βαθιά και αυτή, και ένας αληθινός δεσμός γεννήθηκε ανάμεσα στους δύο διαφορετικούς ανθρώπους». Στις 12 Μαΐου του 1988 η Αννα Γουλανδρή έφυγε από τη ζωή. Ο θάνατός της τον συγκλόνισε.

    Πες μου μια λέξη, αυτή τη μόνη λέξη

    Το 1959 ο Χορν αναζητούσε μια νέα ηθοποιό που να θυμίζει τη Μελίνα στα νιάτα της για να πρωταγωνιστήσει μαζί του στο έργο «Ρομανσέρο». Ο Αλκης Στέας τού μίλησε για τη νεαρή Μάρω Κοντού, που εκείνη την περίοδο έπαιζε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο στη Θεσσαλονίκη. Αρχικά εκείνη αρνήθηκε την πρόταση. Τελικά, ύστερα από πολλή επιμονή, πήρε το αεροπορικό εισιτήριο που της έδωσε ο Στέας και κατέβηκε στην Αθήνα για να συναντήσει τον Χορν.
    «Πήγα σε μια διεύθυνση που μου δώσανε, άνοιξε μια πόρτα και βγήκε ένας νεαρός. Του είπα: «Εχω ραντεβού με τον κύριο Χορν». «Eγώ είμαι» μου απαντά. Απίστευτο! Είχα μπροστά μου ένα παλικαράκι, με ένα τύπου τζιν της εποχής. Μου φάνηκε αδύνατος, μικρούλης. Τα έχασα. Μου διάβασε κατευθείαν το έργο εκείνο το πρωί μονοκοπανιά. Μάλιστα, έβαλε και τη μουσική που είχε επιλέξει, γιατί ο ίδιος θα το σκηνοθετούσε. Τελειώνοντας, εγώ συγκινήθηκα με το φινάλε. Και μου λέει: «Α, συγκινήθηκες; Ωραία, θα πιάσει». Tου απάντησα και πάλι όμως: «Ευχαριστώ πολύ. Δεν είμαι έτοιμη για τόσο μεγάλο ρόλο».
    Εκείνος ωστόσο επέμενε και πήγε στην Πάτρα για να τη δει πάνω στο σανίδι: «Τελικά περάσαμε μαζί τέσσερις θεατρικές σεζόν. Αποχωριστήκαμε το καλοκαίρι του 1962, στην «Oδό Ονείρων». «Kαι τώρα δρόμο! Καλή καριέρα» μου είπε. Μου έδωσε και μια συμβουλή. «Πρόσεξε μη γίνεις ποτέ λαϊκό είδωλο». «Mα εγώ», του λέω, «θέλω να γίνω». «Ευχή και κατάρα σου δίνω. Μπορείς να παίζεις μέχρι τα 80 σου; Αυτή είναι επιτυχία». Aυτό που μου είπε το συνειδητοποίησα στη διαδρομή και εν μέρει το φρόντισα. Απόδειξη ότι παίζω έως σήμερα».
    Η ακτινοβολία τους αποτυπώθηκε και στο πανί, στην ταινία «Αλίμονο στους νέους», το 1961. «Θυμάμαι όταν λέγαμε το τραγούδι «Πες μου μια λέξη» του Χατζιδάκι, o Αλέκος Σακελλάριος, επειδή ήθελε να μας κάνει κοντινά, με έβαλε να βγάλω τα τακούνια μου, γιατί ήμουν δυο-τρεις πόντους πιο ψηλή. Και είπαμε αυτό το υπέροχο τραγούδι με αυτό το ωραίο ύφος που είχαμε πάρει… Μέχρι σήμερα με ρωτάνε αν ήμασταν ερωτευμένοι. Οχι, ποτέ. Ξεκίνησα να παίζω με τον Χορν τον Οκτώβριο του 1959, τον Ιανουάριο του 1960 παντρεύτηκα τον αγαπημένο μου σύζυγο Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, με τον οποίο έκανε παρέα μάλιστα και ο Τάκης. Δεν υπήρξε ποτέ ερωτική σχέση. Μακάρι να υπήρχε, λέω σήμερα. Δεν θα το έκρυβα».

    Ο φίλος του Καραμανλή

    Ο Δημήτρης Χορν φαίνεται, σύμφωνα με τον Φρέντυ Γερμανό, ότι γνωριζόταν με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή από την ηλικία των επτά ετών. «Εμεναν με την οικογένειά του στο ξενοδοχείο «Aκροπόλ» της οδού Σταδίου» γράφει. «Ο Καραμανλής έμενε και αυτός εκεί. Ηταν φοιτητής της Νομικής και έκανε τα γλυκά μάτια σε μια ξανθή κοπέλα στο ίδιο ξενοδοχείο». Μάλιστα, ο μικρός Τάκης τού φύλαγε τσίλιες. Οι δυο τους υπήρξαν στενοί φίλοι. «Τον θαυμάζω. Μας έκανε Ευρωπαίους» δήλωνε απερίφραστα στις συνεντεύξεις του. Ο Καραμανλής το 1974 του ζήτησε να αναλάβει γενικός διευθυντής της ΕΙΡΤ. Λίγους μήνες αργότερα παραιτήθηκε. «Είχα να αντιμετωπίσω και 350 περίπου μετανοημένες Μαγδαληνές που με χυδαίο τρόπο κορόιδευαν τον Παπαδόπουλο που τους είχε διορίσει και πριν λίγο τον εξυμνούσαν. Πολύ δύσκολη κατάσταση. Ευτυχώς ήρθε το δημοψήφισμα και με έσωσε η «Αυγή», καλή της ώρα. Εγραψε ότι δεν μπορεί ο κ. Χορν να κάνει το δημοψήφισμα γιατί είναι από το στενό περιβάλλον του Κωνσταντίνου. Και έτσι υπέβαλα την παραίτησή μου και πήγα κατευθείαν στον ψυχίατρο. Είχα μια φοβερή κατάθλιψη» θα δήλωνε το 1984.

    Αυλαία

    Η φθορά του χρόνου, αναπόφευκτη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο μεγάλος ηθοποιός ένιωθε μοναξιά. Ο Γρηγόρης Βαλτινός ήταν ένας από τους τελευταίους φίλους που έκανε. Ο Χορν τον είχε καλέσει κάποια στιγμή να παίξει μαζί του όταν σκεφτόταν να ανεβάσει τον «Φιλάργυρο». Εκείνη η παράσταση δεν ευδοκίμησε. Μερικά χρόνια αργότερα συναντήθηκαν όμως ξανά, τυχαία, σε μια εκδήλωση. «Ηρθε από πίσω μου και μου είπε: «Τι κάνεις, Γρηγόρη;»» εξομολογείται ο ίδιος σήμερα στο ΒΗΜΑgazino. «Εμεινα άναυδος. Πώς ήταν δυνατόν να με θυμάται;».  
    Από εκείνη την πρώτη βραδιά ξεκίνησαν να κάνουν στενή παρέα. «Με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε να πάμε να φάμε καμιά πάστα – έτσι έλεγε τα μακαρόνια. Ο Θεοδόσης Ισαακίδης, που τον φρόντιζε και τον αγαπούσε σαν πατέρα του, με είχε προειδοποιήσει πως έπρεπε να αποφεύγει τις… πάστες. Ενα βράδυ, για να τον αποτρέψω, του λέω: «Δεν μπορώ, έχω πρόβα». «Eρχομαι από εκεί» απαντά. Το ακούν οι υπόλοιποι και λένε: «Αμα έρθει ο Χορν, θα σταματήσουμε την πρόβα. Ντρεπόμαστε να παίξουμε μπροστά του». Tον παρακάλεσα να μην έρθει. Ξεκινάμε λοιπόν και κάποια στιγμή βλέπω μια σκιά στο βάθος της αίθουσας. Δεν θέλω να τρομάξω τους άλλους και συνεχίζω κανονικά. Τον παίρνουν και εκείνοι όμως είδηση. Οταν καταλαβαίνει ότι τον έχουμε αντιληφθεί, φωνάζει σαν να ήθελε να κρυφτεί σαν στρουθοκάμηλος. «Δεν είμαι εδώ. Δεν είμαι εδώ. Συνεχίστε σαν να μην είμαι εδώ. Δεν υπάρχω». Τι συνέβη μετά; Ανέβηκε πάνω στη σκηνή, χαιρέτησε τους ηθοποιούς και έγινε αυτό που ήθελε: πήγαμε για πάστα».   
    Η υγεία του τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν κλονισμένη. Εγχείρηση καρδιάς, εγκεφαλικά επεισόδια και τέλος καρκίνος. Ο πάντα όμορφος Δημήτρης Χορν δεν ήθελε να κοιτάζει το είδωλό του στον καθρέφτη. Κάποια στιγμή, άρρωστος, φορώντας την πιτζάμα του, θα πει στον φίλο του Γιώργο Γεωγλερή: «Αυτό το κοστουμάκι δεν μου πάει καθόλου». Και το έβγαλε, δραπετεύοντας από μια ζωή που δεν άντεχε πλέον, στις 16 Ιανουαρίου του 1998.
    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino