• Αναζήτηση
  • Σάββας Γεωργιάδης: «Η τέχνη δεν σε αφήνει ποτέ να ησυχάσεις»

    «Δεν διαβάζεται φωναχτά η ζωγραφική» λέει ο Σάββας Γεωργιάδης και προσθέτει: «Προσπαθούμε να ακούσουμε την τέχνη. Η τέχνη δεν ακούγεται, βλέπεται».

    «Δεν διαβάζεται φωναχτά η ζωγραφική» λέει ο Σάββας Γεωργιάδης και προσθέτει: «Προσπαθούμε να ακούσουμε την τέχνη. Η τέχνη δεν ακούγεται, βλέπεται». Και πράγματι μπαίνεις μέσα στις αίθουσες της Γκαλερί Ευριπίδης όπου εξελίσσεται η έκθεση «Γυναίκες» και νιώθεις να σε αιφνιδιάζουν τα μεγάλα πορτρέτα καθώς σε πλησιάζουν εκείνα σε απόσταση αναπνοής για να σε περιεργαστούν μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής σου. Ετσι ακριβώς ένιωσε και ο ζωγράφος όταν τα δημιουργούσε στο εργαστήριό του. Με τόσα μεγάλα, κοντινά, ανακριτικά κεφάλια γύρω του να τον παρακολουθούν, είχε την αίσθηση ότι βρισκόταν σε δικαστήριο όπου οι ένορκοι τον κοίταζαν για να τον κρίνουν. «Η τέχνη, δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι ευλογία και κατάρα» λέει. «Δεν σε αφήνει ποτέ να ησυχάσεις. Και πολλές φορές βλέποντας τα έργα σου λες «είμαι ειλικρινής απέναντι σε αυτό που κάνω;»».
    Τι ακριβώς κάνει όμως ένας ζωγράφος ο οποίος από την πρώτη έκθεσή του, το 2002, έδειξε ότι είναι ένα «αδίστακτο» ταλέντο, όπως τονίζει η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα στο κείμενο του καταλόγου; Τολμά να αναμετρηθεί με την πλέον παρακινδυνευμένη πρόκληση της ζωγραφικής, το πορτρέτο. Δημιουργεί αυτά τα κοντινά, μεγάλα, πρόσωπα γυναικών από την ανάγκη του να έλθει πιο κοντά στον άνθρωπο, όπως λέει. Το 2002 ήλθε από το ανθρώπινο περιβάλλον της Κύπρου – όπου επέστρεψε για λίγο μετά το πέρας των σπουδών του στην ΑΣΚΤ – στην Αθήνα και βίωσε τη μοναξιά της μεγαλούπολης. Αυτό ήταν το κίνητρο να φιλοτεχνήσει μεγάλα κεφάλια θλιμμένων γυναικών. «Δεν είναι ακριβώς θλιμμένες» τονίζει. «Προβληματισμένες θα έλεγα εγώ. Γυναίκες που έχουν πολλούς ρόλους στην οικογένεια και στην κοινωνία και αυτό φαίνεται στο πρόσωπό τους».
    Πάνω στα τελάρα του Σάββα Γεωργιάδη υπάρχει μια ολόκληρη σκευωρία των υλικών και των χρωμάτων που έχουν άμεσο αντίκτυπο στο έργο. Στους πίνακες που είναι ζωγραφισμένοι μόνο με λάδια, η δυναμική τους κορυφώνεται στα κατακόκκινα, πασαλειμμένα, χείλη. Κάποιοι είδαν σε αυτά τα χείλη χιλιοφιλημένες γυναίκες. Ο ζωγράφος όμως λέει ότι περιγράφουν το γυναικείο μυστήριο και μαζί με τα κόκκινα μαλλιά και το τιρκουάζ φόντο κάνουν την υπέρβαση. Το φόντο, άλλες φορές ουδέτερο λευκό, ο ζωγράφος το βλέπει σαν τον χρυσό κάμπο των βυζαντινών εικόνων. Στους άλλους πίνακες στους οποίους κυριαρχεί το μαύρο των μελανιών, η δυναμική τους επικεντρώνεται στα ρεαλιστικά μάτια που δακρύζουν λίγο προτού ξεσπάσει ο λυγμός.
    Κάποια έργα δείχνουν ότι εκκρεμούν οι τελευταίες πινελιές. «Θα τα τελειώσει ο χρόνος» λέει ο ζωγράφος. «Ή ο θεατής που βλέπει τα έργα μέσα από τα δικά του βιώματα. Κάποια έργα τα αφήνεις νομίζοντας ότι δεν έχουν τελειώσει αλλά μετά όταν τα ξαναδείς συνειδητοποιείς ότι το έργο έχει τελειώσει, δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι άλλο. Ο ίδιος ο χρόνος έχει τελειώσει το έργο. Κάποια πράγματα τα συμπληρώνει ο νους και εξάπτει το μυστήριο ένα κεφάλι που σου δίνει την αίσθηση ότι δεν έχει τελειώσει. Ούτως ή άλλως, δεν τελειώνουν τα έργα ποτέ. Υπάρχει μόνο η επιλογή του καλλιτέχνη πότε θα το αφήσει. Κι αυτό είναι το ωραίο στην τέχνη»
    πότε & πού:

    Οι «Γυναίκες – Women» του Σάββα Γεωργιάδη εκτίθενται στην αίθουσα τέχνης Ευριπίδης (Ηρακλείτου 10 και Σκουφά, Κολωνάκι) έως τις 7 Ιανουαρίου.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός