Η απόφαση των ψηφοφόρων του Ηνωμένου Βασιλείου για αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) δεν είναι παράδειγμα του βρετανικού μαύρου χιούμορ που αγαπώ. Δεν είναι «Monty Python’s Flying Circus», «Ναι, κύριε πρωθυπουργέ» ή «Fawlty Towers». Είναι ο Μπόρις, ο Μάικλ, ο Νάιτζελ και το καταστροφικό πολιτικό ριάλιτι σόου τους.
Λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική σημασία του Ηνωμένου Βασιλείου, το Brexit θα αφήσει ένα μεγάλο κενό στην ΕΕ. Αλλά δεν θα καταστρέψει την Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί και για το Ηνωμένο Βασίλειο. Θα παραμείνει άραγε η χώρα ενωμένη ή θα φύγουν οι Σκωτσέζοι, με τη Βόρεια Ιρλανδία να επιδιώκει την ενοποίηση με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας; Μήπως το Brexit άνοιξε τον δρόμο για την κατάρρευση μιας από τις πιο δυναμικές οικονομίες της ΕΕ και για το τέλος της βασιλείας του Λονδίνου ως παγκόσμιου χρηματοοικονομικού κέντρου;

Ενα πράγμα είναι σίγουρο: η βρετανική απόφαση –ακόμη και αν εφαρμοστεί με τον ταχύτερο δυνατό τρόπο –έχει ξεκινήσει μια μακρά περίοδο πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας και ενασχόλησης της ΕΕ με τις δικές της υποθέσεις, την ώρα που ο κόσμος γύρω της αλλάζει δραματικά. Αν βάση της λήψης αποφάσεων ήταν μόνο η λογική, τότε τα υπόλοιπα 27 κράτη-μέλη θα έπρεπε, σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, να κινηθούν για την ενίσχυση της ΕΕ με τη λήψη άμεσων μέτρων προς σταθεροποίηση και ενίσχυση της ολοκλήρωσης. Αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει μεγάλη ελπίδα για κάτι τέτοιο.


Γαλλία εναντίον Γερμανίας, Βορράς εναντίον Νότου

Οι διαφορές για τη στρατηγική και την τακτική μεταξύ των βασικών μελών της νομισματικής ένωσης, κυρίως της Γερμανίας και της Γαλλίας, καθώς και μεταξύ βόρειων και νότιων μελών της ευρωζώνης, είναι πάρα πολύ βαθιές. Ολοι γνωρίζουν τι πρέπει να γίνει: να βρεθεί ένας νέος συμβιβασμός εντός της νομισματικής ένωσης μεταξύ της πεισματάρικης έμφασης στη λιτότητα της γερμανικής ηγεσίας και της ανάγκης των μεσογειακών χωρών για αύξηση των δαπανών, αποκατάσταση της ανάπτυξης και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Αλλά οι πολιτικοί ηγέτες της Ευρώπης φαίνεται πως δεν έχουν το θάρρος να το κάνουν αυτό.
Ως αποτέλεσμα, δεν αναμένεται κανένα σημάδι για μια νέα αρχή για την ΕΕ. Αντιθέτως, παρά τους πολλούς ηχηρούς ισχυρισμούς μετά το αρχικό σοκ του Brexit ότι τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι θα επικρατήσει το business as usual.

Αλλά τα αίτια για την απόρριψη της Ευρώπης είναι πολύ βαθύτερα από τις σημερινές συγκρούσεις. Η αναζωπύρωση του εθνικισμού έχει αναβιώσει τον μύθο μιας περασμένης χρυσής εποχής εθνοτικά και πολιτικά ομοιογενών εθνικών κρατών που ήταν ελεύθερα από εξωτερικούς περιορισμούς και από τις αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης.
Σήμερα ο εθνικισμός αυξάνεται σε σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και απευθύνεται κυρίως εναντίον των ξένων και της ΕΕ. Αυτοί οι δύο στόχοι χρησιμοποιήθηκαν επίσης από την καμπάνια του Brexit. Οι υποστηρικτές του επικαλούνταν σχεδόν αποκλειστικά τον εθνικιστικό μύθο, ενώ οι οπαδοί του Remain συχνά ακούγονταν σαν λογιστές.
Η αντιστροφή του θετικού οράματος της Ευρώπης είναι επίσης σύμπτωμα της ευρωπαϊκής –της δυτικής –παρακμής, η οποία έχει οδηγήσει σε βαθιά ριζωμένη δυσπιστία για τις ελίτ. Η Ευρώπη δεν είναι μόνη της από αυτή την άποψη: στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Ρεπουμπλικανός προεδρικός υποψήφιος Ντόναλντ Τραμπ χειροκρότησε το Brexit και πατάει πολλά από τα ίδια εθνικιστικά κουμπιά.


Η ισχύς και οι αδυναμίες των εθνικών κυβερνήσεων

Το αυξανόμενο κύμα του εθνικισμού δεν μπορεί να αναχαιτιστεί, εκτός αν η ευρωπαϊκή ιδέα ανακτήσει θετικό όραμα εξουσίας. Αυτό θα απαιτήσει όχι μόνο μια νέα ευρωπαϊκή αφήγηση (τη δημιουργία της οποίας θα μπορούσε να βοηθήσει το πείραμα του Ηνωμένου Βασιλείου στην αυτοκαταστροφή), αλλά και μια ανανεωμένη ΕΕ.

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να καταστεί σαφές σε εκατομμύρια πολίτες της Ευρώπης πού έγκειται η πραγματική δύναμη εντός της ΕΕ: όχι στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο, αλλά στα χέρια των εθνικών κυβερνήσεων. Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ κατηγορούνται για όλα τα είδη των προβλημάτων: την παγκοσμιοποίηση, τη μετανάστευση, τις περικοπές στο κράτος πρόνοιας, τον θατσερισμό, την ανεργία των νέων, την έλλειψη δημοκρατίας και πολλά άλλα. Στην πραγματικότητα, εμποδίζοντας την ΕΕ να αντιμετωπίσει τα θέματα αυτά, οι εθνικές κυβερνήσεις –ανήμπορες να τα αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά από μόνες τους –έχουν επιδεινώσει αυτά τα προβλήματα.

Μπορεί ακόμη να υπάρχει χρόνος για να αντιστραφούν οι τρέχουσες τάσεις στη Δύση. Δεν χρειαζόμαστε μια νίκη του Τραμπ ή του Εθνικού Μετώπου της ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους για να μάθουμε πού οδηγεί ο εθνικισμός που κυριάρχησε στην ψήφο για το Brexit.



Ο κ. Γιόσκα Φίσερ ήταν ηγετικό στέλεχος των Γερμανών Πρασίνων και υπουργός Εξωτερικών και αντικαγκελάριος της Ομοσπονδιακής Γερμανίας το διάστημα 1998-2005

HeliosPlus