Ο «Χρυσός Πετεινός» χορεύει στη Νέα Υόρκη

Το βασισμένο στην ομότιτλη όπερα του Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ μπαλέτο «Ο Χρυσός Πετεινός» που παρουσιάζεται στο πλαίσιο της τρέχουσας σεζόν του American Ballet Theater

Το βασισμένο στην ομότιτλη όπερα του Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ μπαλέτο «Ο Χρυσός Πετεινός» που παρουσιάζεται στο πλαίσιο της τρέχουσας σεζόν του American Ballet Theater στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης μεταξύ 6 και 11 Ιουνίου έχει «άρωμα» ελληνικό. Τη διασκευή-ενορχήστρωση υπογράφει ο Γιάννης Σαμπροβαλάκης, μουσικολόγος, συνιδρυτής του Κέντρου Ελληνικής Μουσικής, ο οποίος παράλληλα είναι μέλος της Ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και εκπρόσωπος των μουσικών στο ΔΣ του οργανισμού. Στη συγκεκριμένη μορφή το έργο, σε χορογραφία του διάσημου Ρώσου Αλεξέι Ρατμάνσκι, έκανε πρεμιέρα το 2012 στην Κοπεγχάγη από το Βασιλικό Μπαλέτο της Δανίας – ένα συγκρότημα με το οποίο ο χορογράφος είχε συνεργαστεί στο παρελθόν ως χορευτής – και έτυχε άκρως ευνοϊκής υποδοχής. Δεν είναι η πρώτη, βέβαια, φορά που ο «Χρυσός Πετεινός»… χορεύει! Σε μορφή όπερας-μπαλέτου υπήρξε μεγάλη επιτυχία του συγκροτήματος του Ντιάγκιλεφ στις σεζόν του Λονδίνου και του Παρισιού το 1914. Σε νέα επεξεργασία παρουσιάστηκε το 1937 σε χορογραφία Μιχαήλ Φοκίν και το 1945 εξέλιπε από το ρεπερτόριο.
Εν προκειμένω ο Ρατμάνσκι αξιοποιεί την «κληρονομιά» του Φοκίν (με δεδομένο το διαθέσιμο κινηματογραφικό υλικό) παρουσιάζοντας ένα ενδιαφέρον, σύμφωνα με τον Τύπο, αμάλγαμα μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Ο χορογράφος πλάθει γοητευτικούς πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες: τη σαγηνευτική Βασίλισσα, τον απολαυστικά εύπιστο Τσάρο και τον σκοτεινό και μαγικό, ταυτόχρονα, πετεινό, οι οποίοι ξεχωρίζουν στο παλλόμενο καλειδοσκόπιο χρωμάτων που αποτυπώνουν μια μυθική Ρωσία.
Σεβασμός στο πρωτότυπο


Πώς προέκυψε, αλήθεια, η εμπλοκή του Γιάννη Σαμπροβαλάκη; «Ηταν παιδικό όνειρο του Ρατμάνσκι να χορογραφήσει τον Χρυσό Πετεινό» εξηγεί ο ίδιος. «Αντιμετώπισε, όμως, κάποια προβλήματα στην πρόσβαση του υπάρχοντος μουσικού υλικού και έτσι απευθύνθηκε σε έναν γνωστό του συνθέτη. Εκείνος, όμως, δεν είχε χρόνο. Ετσι, ύστερα από μια σχετική έρευνα, κατέληξαν σ’ εμένα για τη διασκευή-ενορχήστρωση».
Η περιγραφή του τρόπου που εργάστηκε έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Το μπαλέτο του Ρατμάνσκι – πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή του Μπαλσόι της Μόσχας και νυν φιλοξενούμενου καλλιτέχνη στο ABT – ακολουθεί την πλοκή της όπερας με ορισμένες αλλαγές: «Ενώ η όπερα του Ρίμσκι-Κόρσακοφ εξελίσσεται σε τρεις πράξεις, στο μπαλέτο έχουμε δύο» εξηγεί ο Γιάννης Σαμπροβαλάκης. Προσθέτει ότι σε κάθε μέρος του έργου υιοθέτησε διαφορετική στρατηγική για την αντικατάσταση των φωνών, οι οποίες δεν υπάρχουν στη συγκεκριμένη διασκευή. Κάνει αυτή την επισήμανση καθώς υπήρχε παράλληλα μια εκδοχή όπερας-μπαλέτου η οποία έκανε χρήση της πρωτότυπης μουσικής, με τις φωνές (σολίστ και χορωδία) να ερμηνεύουν παράλληλα με τους χορευτές. «Η διασκευή μου είναι μια μεγάλης κλίμακας ορχηστρική σουίτα, η οποία σέβεται ιδιαίτερα το πρωτότυπο μουσικό κείμενο» λέει ο Γιάννης Σαμπροβαλάκης. Προσθέτει ότι μερικά κομμάτια του πρωτοτύπου έχουν παραλειφθεί, κυρίως κάποια χορωδιακά μέρη. Ορισμένα άλλα τμήματα, ακατάλληλα για χορό, παραλείφθηκαν επίσης. «Ωστόσο, κάθε φορά που παραλείπαμε ένα μέρος, έπρεπε να εφεύρω σύντομες μουσικές «γέφυρες» προκειμένου να ενωθεί η εναπομείνασα μουσική» εξηγεί και πάλι. Σε άλλα σημεία, όπου η μουσική ήταν επαναληπτική, ο ίδιος έπρεπε να αποφασίσει την τελική δομή ώστε να βοηθήσει τη σωστή χρονική στιγμή για την εκδοχή του μπαλέτου. Βεβαίως, κάποια άλλα κομμάτια – η εισαγωγή για παράδειγμα – παρέμειναν αναλλοίωτα. Το βασικό σημείο, επαναλαμβάνει, ήταν να βρεθούν οι βασικές αρχές για την αντικατάσταση των φωνών. Σε αυτό το πλαίσιο ένα μέρος του φωνητικού υλικού απλώς απαλείφθηκε. Ωστόσο, όλο το υπόλοιπο έργο είναι ένα «μουσικό παζλ». Ο Γιάννης Σαμπροβαλάκης έπρεπε να βρει τα κατάλληλα όργανα προκειμένου να αντικατασταθεί το μελωδικό φωνητικό υλικό, όπου δεν μπορούσε να ερμηνευθεί από την ορχήστρα. «Το πιο χαρακτηριστικό μέρος είναι ο «Υμνος στον Ηλιο», στη δεύτερη πράξη, όπου τα πνευστά όργανα αντικαθιστούν την ανθρώπινη φωνή με τρόπο που αποτελεί πραγματική πρόκληση» καταλήγει.
Βασισμένη σε λιμπρέτο του Βλαντίμιρ Μπέλσκι, η όπερα του Ρίμσκι-Κόρσακοφ αντλεί έμπνευση από το ποίημα του Πούσκιν «Το παραμύθι του Μικρού Χρυσού Πετεινού». Ολοκληρώθηκε το 1907 και η πρεμιέρα της δόθηκε δύο χρόνια αργότερα στη Μόσχα, ενώ ο συνθέτης είχε πλέον πεθάνει. Εχει πάντως μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός ότι μπήκε στη διαδικασία της σύνθεσής της τη στιγμή που είχε αποφασίσει ότι η προηγούμενη όπερά του με τίτλο «Ο θρύλος της αόρατης πόλης του Κιτέζ» (1907) ήταν η τελευταία του καλλιτεχνική κατάθεση στο συγκεκριμένο είδος. Είναι αλήθεια ότι το εν λόγω έργο έχει χαρακτηριστεί «μια αποκρυστάλλωση της εθνικής οπερατικής παράδοσης του Γκλίνκα και της Ομάδας των Πέντε». Παρ’ όλα αυτά η πολιτική κατάσταση στη Ρωσία τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν ο βασικός λόγος που τον έπεισε να επιστρέψει στη σύνθεση όπερας με ένα έργο που θα αποτελούσε μια «κοφτερή σάτιρα της εξουσίας, του ρωσικού ιμπεριαλισμού και του ρωσο-ιαπωνικού πολέμου».
Με έμπνευση από τον Πούσκιν


Τέσσερα πράγματα επηρέασαν ιδιαίτερα τον Ρίμσκι-Κόρσακοφ στη σύνθεση της συγκεκριμένης όπερας: ο Πούσκιν, ο οποίος κάθε φορά που αντλούσε έμπνευση από το έργο του (στον «Τσάρο Σαλτάν» για παράδειγμα) είχε μεγάλη επιτυχία, ο σκηνογράφος Ιβάν Μπιλιμπίν, ένας άνθρωπος με ιδιαίτερη σχέση με τη ρωσική λαϊκή παράδοση, η δυσαρέσκεια των συμπατριωτών του για τον ρωσο-ιαπωνικό πόλεμο στον οποίο ενεπλάκη η χώρα του επί των ημερών του Τσάρου Νικολάου Β’ και τέλος η επαναστατική δραστηριότητα του 1905. Μεταξύ των αντιδράσεων που εκδηλώθηκαν τότε εναντίον του Τσάρου ήταν και αυτή των σπουδαστών του Ωδείου της Αγίας Πετρούπολης, τους οποίους υποστήριξε ο Ρίμσκι-Κόρσακοφ. Το γεγονός αυτό του στοίχισε μάλιστα και τη θέση του διευθυντή του Ωδείου την οποία κατείχε τότε. Αρχισε να δουλεύει τον «Χρυσό Πετεινό» το 1907 αλλά η όπερα απαγορεύθηκε αμέσως από το Παλάτι και δεν επιτράπηκε το ανέβασμά της. Η εξέλιξη αυτή προφανώς επηρέασε την υγεία του συνθέτη ο οποίος τελικά πέθανε προτού δοθεί η πρεμιέρα του έργου, στις 7 Οκτωβρίου 1909 στο θέατρο Solodovnikov της Μόσχας. Εναν μήνα αργότερα η όπερα παρουσιάστηκε στο Μπαλσόι, ενώ το 1914 ακολούθησαν ανεβάσματα στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Η πρεμιέρα του «Χρυσού Πετεινού» στις ΗΠΑ δόθηκε στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης τον Μάρτιο του 1918.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk