Χιώτικες μνήμες στο θεατρικό σανίδι

Πριν από 194 χρόνια, τον Απρίλιο του 1822, ο οθωμανικός στόλος, αφού έλυσε την πολιορκία του κάστρου όπου είχε καταφύγει ο μουσουλμανικός πληθυσμός, άρχισε τη σφαγή δεκάδων χιλιάδων χριστιανών στη Χίο.

Πριν από 194 χρόνια, τον Απρίλιο του 1822, ο οθωμανικός στόλος, αφού έλυσε την πολιορκία του κάστρου όπου είχε καταφύγει ο μουσουλμανικός πληθυσμός, άρχισε τη σφαγή δεκάδων χιλιάδων χριστιανών στη Χίο. Στους περισσότερους έρχεται στον νου η διάσημη απεικόνιση της σφαγής που επιχείρησε ο γάλλος ζωγράφος Ευγένιος Ντελακρουά. Τι έχει μείνει στη μνήμη των Χιωτών σήμερα από αυτό το τραγικό γεγονός; Θυμούνται αν σώθηκαν κάποιοι από το μαχαίρι αλλά και από τα σκλαβοπάζαρα;
Με αυτό το σκεπτικό ένας Θεσσαλονικιός πριν από δύο δεκαετίες, όταν βρέθηκε στο νησί και το ερωτεύτηκε, άρχισε μια έρευνα αναζητώντας απαντήσεις όχι μόνο σε αρχειακές πηγές, σε σχετική βιβλιογραφία της εποχής αλλά και στις αναμνήσεις των ντόπιων που μετέφεραν από γενιά σε γενιά ό,τι είχαν ακούσει για τη σφαγή.
Ο προβληματισμός που οδήγησε στην έρευνα κατέληξε και σε μια νουβέλα η οποία ήταν το υλικό για μια θεατρική παράσταση η οποία ανεβαίνει στην Αθήνα στο θέατρο Ανεσις το τριήμερο 13-15 Μαΐου.
Το θεατρικό «Βγερού γλυκά Φανού», ένας στοχασμός σχετικά με τη μαρτυρία ως πράξη και ως κληρονομιά και μια διαμαρτυρία για τη διαχρονική χρήση της βίας και της σιωπής – ανοχής που την περιβάλλει, έχει κάνει ήδη μια διαδρομή 20 παραστάσεων στη Θεσσαλονίκη και οκτώ στη Χίο αλλά και μια περιοδεία σε Βόλο, Σέρρες, Κοζάνη, Βέροια και Ηγουμενίτσα.


Το… μοιραίο καλοκαίρι

«Πολλοί που διαβάζουν το βιβλίο ή ακούνε για την παράσταση «Βγερού γλυκά Φανού» με ρωτάνε αν είμαι Χιώτης. Οχι, δεν είμαι Χιώτης, είμαι Θεσσαλονικιός, αλλά πλέον νιώθω τη Χίο ως δεύτερη πατρίδα μου, καθώς πριν από περίπου 30 χρόνια ως φοιτητής είχα την τύχη να γνωρίσω δύο Xιώτες και να ζήσουμε μαζί τα φοιτητικά μας χρόνια τη δεκαετία του 1980. Στα τέλη εκείνης της δεκαετίας ένα καλοκαίρι επισκέφθηκα για πρώτη φορά τη Χίο και έκτοτε την ερωτεύτηκα» λέει ο συγγραφέας Γιώργος Χατζόπουλος.
Οι φιλίες με τους Χιώτες πολλαπλασιάστηκαν, όπως ήταν φυσικό, και η φιλόλογος Στέλλα Τσιροπινά, με ερευνητική και συγγραφική εργασία στην παράδοση και στα έθιμα των κατοίκων του νησιού, πριν από δύο καλοκαίρια του έδωσε να διαβάσει το βιβλίο Η Σφαγή της Χίου εις το στόμα του Χιακού λαού (1922) του Στυλιανού Γ. Βίου. Σε αυτό έχουν καταγραφεί 45 αφηγήσεις για τη σφαγή και τη δουλεία που ακολούθησε, 17 από αυτές από ανθρώπους που επέζησαν και οι υπόλοιπες παιδιών ή συγγενών τους που τις άκουσαν από τους πρωταγωνιστές.
«Ενώ βρήκα πλούσιο βιβλιογραφικό υλικό, από τις συζητήσεις που έκανα διαπίστωσα πως πολύ λίγοι Χιώτες γνώριζαν τι και πώς έγινε! Δηλαδή, με ποιον τρόπο σώθηκαν οι πρόγονοί τους; Κρύφθηκαν, διέφυγαν, πιάστηκαν δούλοι και επέστρεψαν; Στα 1822 το νησί είχε 117.000 πληθυσμό. Απ’ αυτούς οι 42.000 περίπου σφαγιάστηκαν, περίπου 50.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και πουλήθηκαν ως δούλοι, 23.000 ξέφυγαν στην επαναστατημένη Ελλάδα και στη Δυτική Ευρώπη. Πολλοί απ’ αυτούς επέστρεψαν δύο-τρία χρόνια μετά, ενώ ύστερα από πέντε μήνες σφαγών, από την 1η Απριλίου του 1822 ως τα τέλη Αυγούστου, γλίτωσαν και παρέμειναν στη Χίο μόνο 1.500 άνθρωποι» λέει ο συγγραφέας.
Αγνοια, λήθη, αμνησία; Ενα πλήθος αναμνήσεων και αφηγήσεων ήρθαν στον νου του συγγραφέα από τους δικούς του προγόνους που έζησαν την αγριότητα της ανταλλαγής των πληθυσμών του 1922 και της βαρβαρότητας του εμφυλίου και έγιναν οι τρεις πυρήνες του κειμένου που γράφτηκε τον χειμώνα του 2014.


Το έργο

Μια σύγχρονη Ελληνίδα, η 50χρονη Αγγελική, μέσα από τη συγκλονιστική αφήγηση της Βγερούς, της προγόνου της που επέζησε της σφαγής στη Χίο και της δουλείας στη Σμύρνη, προσπαθεί να συναρμολογήσει την κατακερματισμένη ταυτότητά της. Καθεμιά κουβαλά τον δικό της κόσμο, τη δική της ιστορία, τα δικά της τοπία, ακόμη και τα δικά της ζώα.
Δύο διαφορετικές εποχές, δύο διαφορετικές γυναίκες, δύο αφηγήσεις. Η μία κραυγή επιβίωσης και αυτογνωσίας. Η άλλη, μαρτυρία και ταυτόχρονα καταγγελία. Και οι δύο συναρμολογούν μια κοινή μνήμη, μια ελπίδα του μέλλοντος, μια ιστορία.
«Πάντα πίστευα και συνεχίζω να πιστεύω πως ένας τέτοιος διάλογος μεταξύ του παρελθόντος, ειδικά ιδωμένου μέσα από τις προφορικές αφηγήσεις των πρωταγωνιστών του και όχι μέσα από την επίσημη ιστορία που επηρεάζεται πιο εύκολα από διάφορα ιδεολογήματα, και του παρόντος θα μας βοηθούσε να αξιολογούμε καλύτερα την επικαιρότητα και τους εαυτούς μας, να επαναπροσδιορίζουμε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να γίνουμε και ως άνθρωποι και ως λαός» επισημαίνει ο Γ. Χατζόπουλος.
«Βγερού» φωνάζουν τη «Βέρα» στη Χίο. Στα λατινικά βέρα σημαίνει «αληθινή» και στα ρωσικά «πιστή». Τι ζητάει; «Δεν ζητάει εκδίκηση. Μνήμη ζητάει! Μνήμη πικρή σαν πικραμύγδαλο. Να την εβάζεις κάθε πρωί στο στόμα για να θυμάσαι πόσο γλυκιά κι όμορφη είναι η ζωή. Οχι μόνο για μας τους Χιώτες, για όλη την ανθρωπότη! Και με τούτη τη μνήμη να την ξαναφτιάξεις από την αρχή».
«Η ιστορική άγνοια των γεγονότων της Σφαγής της Χίου στις αρχές του 18ου, όπως και άλλων παρομοίων που συνέβησαν εκείνο τον αιώνα αλλά και τους επόμενους, με θύματα αλλά και θύτες Ευρωπαίους, θρέφει την αδράνεια των ευρωπαϊκών κοινωνιών και στηρίζει ένα κοινωνικό συμβόλαιο σιωπής που καλύπτει κάθε βίαιη δράση που συμβαίνει σε όλο το νότιο ημισφαίριο του πλανήτη» καταλήγει ο Γ. Χατζόπουλος.
Γιατί η Βγερού να είναι επίκαιρη σήμερα; «Σίγουρα οι νέες πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες υποβάλλουν και νέες πρακτικές, όμως κάποιες αξίες όπως η ελευθερία και η αξιοπρέπεια και κάποιες ανθρώπινες ιδιότητες όπως η μνήμη δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ποτέ διαπραγματεύσιμες» εξηγεί ο συγγραφέας.
Ο Γ. Χατζόπουλος, που έχει γράψει άλλα δύο θεατρικά, τα «Μοργκεντάου» (Πειραματική Σκηνή της Τέχνης) και «Πόσο καλό είναι το φως ή η Πλατεία Εμπορίου», είχε πολύτιμους συνεργάτες στην ερευνητική και συγγραφική του προσπάθεια: τη Στέλλα Τσιροπινά, που «με βοηθούσε τόσο με τα τοπωνύμια, την ντοπιολαλιά, όσο και δραματουργικά», τον μουσικό Κώστα Βόμβολο από τους Primavera en Salonico, που «έγραψε μια καταπληκτική μουσική για την παράσταση», ενώ το τραγούδι του τέλους το τραγούδησε ο Χιώτης Παντελής Θαλασσινός. «Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερος ερμηνευτής αυτού του τραγουδιού, που είναι γεμάτο αναφορές σε χιώτικα θαλασσινά τοπία» λέει ο συγγραφέας.
Οι συντελεστές της παράστασης τόσο στο ερευνητικό κομμάτι όσο και στο καλλιτεχνικό «εστίασαν όχι τόσο στα ιστορικά γεγονότα του 1822 ούτε στην επακόλουθη εθνοκεντρική διαχείρισή τους ούτε στη, για πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες, υποβάθμιση και αποσιώπησή τους όσο στο πώς η μαρτυρία ή μια διαμεσολαβημένη μαρτυρία μπορεί μέσω του θεάτρου να λειτουργήσει όχι μόνο ως «μάθημα» ιστορικής ταυτότητας αλλά και ως μέσο για να αξιολογήσει κανείς τις σημερινές αξίες που οργανώνουν την καθημερινή ζωή των σύγχρονων Ευρωπαίων και καθορίζουν τη στάση τους απέναντι σε παγκοσμιοποιημένα πλέον προβλήματα» επισημαίνει ο συγγραφέας.

πότε & πού:

Παρασκευή 13, Σάββατο 14, Κυριακή 15 Μαΐου, στις 21.00.
Θέατρο Ανεσις (λεωφόρος Κηφισιάς 14).
Σκηνοθεσία – δραματουργική επεξεργασία: Κορίνα Βασιλειάδου.
Μουσική: Κώστας Βόμβολος.
Επιμέλεια κίνησης: Κωνσταντίνος Κατσαμάκης.
Σκηνικά – κοστούμια και σχεδιασμός φωτισμών: Κέλλυ Εφραιμίδου.
Βοηθός σκηνοθέτη: Κλέα Σαμαντά.
Επιστημονική συνεργάτις: Στέλλα Τσιροπινά.
Παίζουν: Ελευθερία Τέτουλα, Μελίνα Αποστολίδου.
Φωνή Ανθής: Ειρήνη Κυριακού. Το τραγούδι του τέλους ερμηνεύει ο Παντελής Θαλασσινός (βιντεοκλίπ του τραγουδιού της παράστασης: https://www.youtube.com/watch?v=6YlxLuzaQ2I).
Εισιτήρια: 12€, μειωμένο (άνεργοι, υπερήλικοι, φοιτητές): 8€.
Πληροφορίες: 2107488.881, 2107488.882, 6978554810.
Σκηνές από την παράσταση: https://www.youtube.com/watch?v=q1yLZZbPzZg

HeliosPlus

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk