Το διάστημα από την πενταμερή συνάντηση στο Βερολίνο ως τη συνάντηση Τσίπρα – Γιούνκερ – Ντάισελμπλουμ η διαπραγμάτευση έλαβε δραματική τροπή και έφερε ξαφνικά τον έλληνα πρωθυπουργό αντιμέτωπο με μεγάλα διλήμματα. Για να επιτευχθεί συμφωνία ή λύση, όπως επιθυμεί ο Αλέξης Τσίπρας, δεν απαιτείται μόνο κοινός τόπος στις απαιτήσεις των δύο πλευρών αλλά και κοινή γλώσσα, η οποία ακόμη δεν έχει κατακτηθεί.
Η προειδοποίηση Τόμσεν
Η αδυναμία εξεύρεσης κοινού τόπου ίσως να εξηγείται από την αδυναμία αντίληψης της σημασίας συγκεκριμένων κινήσεων. Πριν από περίπου έναν μήνα, στο πλαίσιο του Eurogroup στη Ρίγα της Λετονίας, ο Πόουλ Τόμσεν προειδοποίησε τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης ότι κινδυνεύουν να χάσουν την υποστήριξη του ΔΝΤ αν δεν διαγράψουν σημαντικό μέρος του χρέους της Ελλάδας. Ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του Ταμείου είχε υπογραμμίσει ότι ο προϋπολογισμός βρισκόταν σε πορεία ελλείμματος ως και 1,5% του ΑΕΠ, κάτι που επηρέαζε τη βιωσιμότητα του χρέους –στοιχείο κρίσιμο ώστε το ΔΝΤ να συνεχίσει να συμμετέχει στο πρόγραμμα.
Υψηλόβαθμος κοινοτικός αξιωματούχος με τον οποίο συνομίλησε «Το Βήμα» τονίζει ότι δεν γνωρίζει αν «τα όσα είπε ο Τόμσεν ήταν μπλόφα ή όχι. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι οι Γερμανοί τα έλαβαν πολύ σοβαρά υπόψη». Οπως όμως προκύπτει από τις εκμυστηρεύσεις ανθρώπων με γνώση στοιχείων της διαπραγμάτευσης, το Βερολίνο δεν ήταν διατεθειμένο να διακινδυνεύσει την αποχώρηση του Ταμείου από το ελληνικό πρόγραμμα.
Η Ανγκελα Μέρκελ θέλει να βρεθεί λύση για την Ελλάδα και κατανοεί απόλυτα τις γεωπολιτικές επιπτώσεις ενός «Grexit» –λογικά θα τις συζητήσει και με τον Μπαράκ Ομπάμα στο περιθώριο της Συνόδου του G7. Ο αμερικανός πρόεδρος είναι προσωπικότητα με πλήρη αντίληψη του γεωπολιτικού περιβάλλοντος και σίγουρα δεν θα ήθελε να δει την Ελλάδα να προσδένεται στο ρωσικό άρμα επιρροής. Ωστόσο, η παρουσία του ΔΝΤ (όπως και του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που έχει μεγάλη απήχηση στους συντηρητικούς Γερμανούς) είναι απαραίτητη στην κυρία Μέρκελ αν επιθυμεί να πείσει την Μπούντεσταγκ να στηρίξει τη βοήθεια προς την Ελλάδα.
Το αλισβερίσι Γερμανίας – ΔΝΤ
Αυτό ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξήχθη η συζήτηση το βράδυ της περασμένης Δευτέρας στην Καγκελαρία με οικοδέσποινα την κυρία Μέρκελ. Παρόντες ήταν ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι και η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ. Οι δύο γραμμές που έπρεπε να συμβιβαστούν είχαν καταστεί σαφείς και αποτυπώθηκαν στο κείμενο των θεσμών που παρουσιάστηκε στον κ. Τσίπρα δύο ημέρες αργότερα και φέρει τη «σφραγίδα» του Ταμείου.
Το Βερολίνο «κέρδισε» τη μη αναφορά στο κείμενο των λέξεων «ελάφρυνση χρέους». Την ίδια στιγμή όμως απεδέχθη τις σκληρές προτάσεις του ΔΝΤ για σοβαρές περικοπές στις συντάξεις ύψους 0,25%-0,50% του ΑΕΠ το 2015 και 1% του ΑΕΠ από το 2016 και μετά. Αυτές οι περικοπές ήταν το αντάλλαγμα ώστε το Ταμείο να αποδεχθεί χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι στο συνταξιοδοτικό υπήρχε ταύτιση απόψεων μεταξύ ΔΝΤ και Κομισιόν, κάτι που είχε επικοινωνηθεί στην ελληνική πλευρά.
Ωστόσο κυβερνητικά στελέχη στην Αθήνα υπογράμμιζαν ότι η συνάντηση του Βερολίνου απετέλεσε επιτυχία της ελληνικής πλευράς που ανέβασε την υπόθεση στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο. Οι ίδιες πηγές ανέφεραν ότι στη συνάντηση τέθηκε το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους, ενώ η απόφαση των εταίρων να παρουσιάσουν εγγράφως τις θέσεις τους συνιστά ένδειξη ότι δεν μπορούν πλέον να κρύβονται πίσω από διαρροές. Η απόσταση του τρόπου αντίληψης των γεγονότων μεταξύ των δύο πλευρών είναι πραγματικά εκπληκτική.
«Χαλασμένο τηλέφωνο»
Το ζήτημα είναι τι γίνεται από εδώ και στο εξής καθώς το κλίμα έχει επιβαρυνθεί πολύ. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το Brussels Group έχει από τις αρχές της εβδομάδας αδρανοποιηθεί, ενώ ήταν σαφές ότι η λειτουργία του δεν ήταν εύρυθμη. Μπορεί ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, που έχει την πολιτική εποπτεία της διαπραγμάτευσης, να δήλωνε στον γνωστό δημοσιογράφο Πολ Μέισον «σοκαρισμένος» από την πρόταση και ότι «κάναμε το καλύτερο που μπορούσαμε για να περιορίσουμε την αβεβαιότητα», αλλά η πραγματικότητα είναι μάλλον διαφορετική. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει για την επισήμανση του Πρωθυπουργού ότι τα θέματα που περιλαμβάνει η πρόταση των θεσμών δεν είχαν τεθεί στις διαπραγματεύσεις.
Πηγές από τις Βρυξέλλες τόνιζαν στο «Βήμα» ότι «οι δανειστές είχαν ανοίξει όλα τα θέματα». Αυτός ήταν ο λόγος που ανέκυπταν πολύ συχνά θέματα τα οποία τα στελέχη της διαπραγματευτικής ομάδας στις Βρυξέλλες δεν μπορούσαν να διαχειριστούν και υποχρεώνονταν να ζητούν τη συνδρομή ανθρώπων από την Αθήνα. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της αποστολής στις Βρυξέλλες ομάδας από το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης. Τα μέλη της, όταν έφθασαν στη βελγική πρωτεύουσα, είπαν στους εκπροσώπους των δανειστών ότι η πολιτική ηγεσία του υπουργείου (ο Γιώργος Κατρούγκαλος) τους είχε δώσει εντολή να μη δώσουν στοιχεία.
Στις συζητήσεις για ζητήματα του υπουργείου Εργασίας υπήρξε μεγάλη ένταση λόγω της επιμονής της ελληνικής πλευράς να προωθήσει μονομερώς το νομοσχέδιο για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Ακόμη και την προώθηση για συζήτηση στη Βουλή από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου της πρότασης νόμου του ΚΚΕ για επαναφορά της 13ης-14ης σύνταξης και του κατώτατου μισθού έβαλαν στο τραπέζι οι δανειστές… «Είναι αρμοδιότητα της Βουλής» τους απάντησαν οι έλληνες διαπραγματευτές.
Ανώτερος κοινοτικός αξιωματούχος υπογράμμιζε στο «Βήμα» ότι η κατάσταση έχει δυσκολέψει πολύ. Σε αυτό, όπως προσέθετε, συνέβαλε και η απόφαση της κυβέρνησης να μην καταβάλει τη δόση των περίπου 300 εκατ. ευρώ προς το ΔΝΤ, παρά το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος εξηγούσε, είχαν δοθεί σχετικές διαβεβαιώσεις από τον κ. Τσίπρα στην πεντάωρη συνάντηση που είχε με τον κ. Γιούνκερ και τον Γερούν Ντάισελμπλουμ.
Η οριστική απόφαση για τη μη καταβολή της δόσης και τη συγκέντρωση όλων των δόσεων του Ιουνίου σε μία που θα καταβληθεί στο τέλος του μήνα ελήφθη το μεσημέρι της Πέμπτης σε σύσκεψη στην οποία συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο αντιπρόεδρος και ο γενικός γραμματέας της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης και Σπύρος Σαγιάς αντιστοίχως. Κυβερνητικό στέλεχος σημείωνε μάλιστα ότι η απόφαση της μη πληρωμής συνιστά ένδειξη ότι η Αθήνα σκληραίνει τη στάση της ως μήνυμα προς το τελεσίγραφο της άλλης πλευράς.
Σενάρια και μνημόνια
Η κλεψύδρα της υπομονής έχει αρχίσει να αδειάζει. Αν η κυβέρνηση μπορέσει να καταθέσει σύντομα αξιόπιστες αντιπροτάσεις ως την προσεχή Παρασκευή 12 Ιουνίου, τότε ίσως υπάρξει μια νέα παράταση του τρέχοντος προγράμματος. Από εκεί και πέρα όμως αναφύονται διάφορα σενάρια με αβέβαιη έκβαση και νομικές περιπλοκές στα γρανάζια των κοινοτικών μηχανισμών που καθιστούν απαγορευτική οποιαδήποτε πρόβλεψη.
Αν η κυβέρνηση νομοθετήσει κάποια δύσκολα μέτρα, τότε ίσως υπάρξει αποδέσμευση μέρους των 7,2 δισ. ευρώ, κυρίως του «ευρωπαϊκού πακέτου» που αποτελείται από τα 1,8 δισ. ευρώ του EFSF, τα 1,9 δισ. ευρώ από το πρόγραμμα SMP της ΕΚΤ για το 2014, ίσως και της πρόωρης εκταμίευσης 1,4-1,5 δισ. ευρώ από το ίδιο πρόγραμμα για το 2015. Σε αυτά ίσως να μπορούσε να προστεθεί και το 1,2 δισ. ευρώ που θα επιστρεφόταν από τον EFSF στο πλαίσιο των χρημάτων για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Με όλα αυτά θα καλύπτονταν σχεδόν οι υποχρεώσεις Ιουλίου – Αυγούστου προς την ΕΚΤ ύψους 6,7 δισ. ευρώ.
Το ερώτημα φυσικά είναι τι θα γίνει με το επόμενο Μνημόνιο που αχνοφαίνεται στον ορίζοντα. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, όπως του Χόλγκερ Σμίντινγκ της γερμανικής τράπεζας Berenberg, το ύψους αυτού του πακέτου θα ανέρχεται σε τουλάχιστον 30 δισ. ευρώ –κατ’ άλλους θα είναι μεγαλύτερο. Ισως εκεί να φανούν χρήσιμα τα 10,9 δισ. ευρώ που επέστρεψαν στον ESM από το πακέτο της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Αυτό που πλέον μοιάζει δεδομένο είναι ότι το ΔΝΤ θα παραμείνει παρόν και στο επόμενο ελληνικό πρόγραμμα. Απλώς θα πρέπει να βρεθεί μια διευθέτηση για τον ακριβή ρόλο του και για το πώς θα «παντρευτεί» το τρέχον πρόγραμμά του, που λήγει τον Μάρτιο του 2016, με ένα νέο σχήμα. Ολα αυτά βέβαια είναι κενό γράμμα αν δεν κλείσει με κάποιον τρόπο η τρέχουσα αξιολόγηση.
Τα ερωτηματικά των εταίρων και η στάση των Γάλλων
Στο Βερολίνο και στο Παρίσι η καλή διάθεση αρχίζει να εξανεμίζεται. Και αυτό σε μια συγκυρία που σε τουλάχιστον τρεις πρωτεύουσες το κλίμα είναι πολύ εχθρικό. Στο Ελσίνκι η νέα κυβέρνηση με τη συμμετοχή των Αληθινών Φινλανδών διατρανώνει την ανθελληνική στάση της. Στη Χάγη οι Ολλανδοί δεν κρύβουν την κόπωσή τους, ενώ στη Μαδρίτη η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο αρνητική.
Κύκλοι από τη γαλλική πρωτεύουσα σημείωναν τα τελευταία 24ωρα ότι ο πρόεδρος Ολάντ εργάζεται εντατικά για την εξεύρεση λύσης και η Γαλλία δεν θέλει να σκέφτεται το ενδεχόμενο μη επίτευξης συμφωνίας –πόσω μάλλον μια κίνηση υψηλού ρίσκου από την ελληνική κυβέρνηση όπως η προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Η γαλλική επιχειρηματολογία είναι σαφής: χάθηκαν τρεις μήνες και όλα ξεκίνησαν από το γεγονός ότι η κυβέρνηση ερμήνευσε με άλλον τρόπο από τους εταίρους τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου και αντιλήφθηκε το λάθος της μη διασφάλισης χρηματοδότησης μόλις πριν από τρεις εβδομάδες.
Το γεγονός ότι ακόμη και το Παρίσι έχει μάλλον σκληρύνει τη στάση του αποδεικνύεται από τα μηνύματα που έλαβε στις συναντήσεις του στη Γαλλία ο Σταύρος Θεοδωράκης. Ο επικεφαλής του Ποταμιού είχε σειρά επαφών με τον υπουργό Οικονομικών Μισέλ Σαπέν, τον υπουργό Οικονομίας Εμανουέλ Μακρόν και τον νέο γενικό γραμματέα των Σοσιαλιστών Ζαν-Κριστόφ Καμπαντελίς.
Πράγματι στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής στη Ρίγα της Λετονίας ο Ολάντ, η Μέρκελ και ο Γιούνκερ εμφανίστηκαν να συμφωνούν ανάμεσά τους ότι η Ελλάδα δεν θα αποφασίσει ποτέ τι θέλει να κάνει. Το μήνυμα προς τον Τσίπρα ήταν: «Ως εδώ!». Παράλληλα τον ενημέρωσαν ότι οι εταίροι και οι θεσμοί θα ετοιμάσουν μια κοινή πρόταση –όπερ και εγένετο –και θα τον καλούσαν στη συνέχεια να τοποθετηθεί επ’ αυτής.
Οι εταίροι διεμήνυσαν επίσης στον έλληνα πρωθυπουργό ότι θα πρέπει να σταματήσει στην Αθήνα ο διαχωρισμός σε «καλούς» και «κακούς» Ευρωπαίους και ότι η «δαιμονοποίηση» της Μέρκελ τους προκαλεί τεράστια ενόχληση. Εντυπωσιάζει δε το γεγονός ότι μετά από αυτό ο Αλέξης Τσίπρας έγραψε το περίφημο άρθρο στον «Monde» στο οποίο μιλούσε για τον κίνδυνο διχασμού από κάποιους που θέλουν την Ευρώπη των δύο ταχυτήτων. Η κίνηση αυτή έχει ενοχλήσει τον πρόεδρο Ολάντ, που δεν είναι ο μόνος που θα είχε πολιτικό πρόβλημα αν η κρίση ξεφύγει από τον έλεγχο. Το ίδιο ζήτημα απασχολεί και τη Μέρκελ και τον ιταλό πρωθυπουργό Ματέο Ρέντσι.
Η ειρωνεία είναι ότι στο Παρίσι τουλάχιστον έχουν θετική γνώμη για τον κ. Τσίπρα προσωπικά και αντιλαμβάνονται ότι είναι δύσκολο να κυβερνήσει με ένα κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ με φωνές που πιέζουν ακόμη και για ρήξη και επιστροφή στη δραχμή. Η Ελλάδα δύσκολα θα ξαναβρεί την ίδια στιγμή ηγέτες όπως η Μέρκελ, ο Ολάντ ή ο Γιούνκερ να διάκεινται τόσο θερμά προς την Ελλάδα, όταν ο γενικότερος άνεμος στην Ευρώπη κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, τόνισαν στον κ. Θεοδωράκη οι συνομιλητές του. Του επεσήμαναν μάλιστα ότι η πρόταση που κατέθεσαν στον έλληνα πρωθυπουργό περιέχει ενδεικτικές λύσεις αφού, κατ’ αυτούς, δεν υπήρχαν σαφείς ελληνικές θέσεις.
Στην αρχή της θητείας Τσίπρα οι απαιτήσεις ήταν λιγότερες, αλλά η εμπιστοσύνη έχει πια καταρρακωθεί. Επιπλέον, η επιμονή της Ελλάδας στο θέμα του χρέους και η σύνδεσή του με την τρέχουσα αξιολόγηση προκαλεί έκπληξη. «Δεν μπορείς να ανοίγεις τέτοιο θέμα με το χέρι απλωμένο. Αν δεν ομαλοποιηθεί η κατάσταση στην οικονομία, δεν συζητάμε για το χρέος» λέγεται ότι έχουν ξεκαθαρίσει οι εταίροι στην Αθήνα.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



