Η σφαίρα που έκοψε το νήμα της ζωής του 21χρονου Νικήτα στην Αμμουδάρα της Κρήτης είχε "οπλιστεί" πολύ πριν το μοιραίο απόγευμα της 5ης Μαΐου. Στην πραγματικότητα, το έγκλημα αυτό ήταν μόνο η δεύτερη πράξη κι η κορύφωση του πόνου που ρίζωσε στα συντρίμμια ενός τροχαίου δυστυχήματος και μετατράπηκε σε μια καθημερινή, εφιαλτική πολιορκία για το θύμα. Ο 17χρονος γιος του δράστη είχε χάσει τη ζωή του σε τροχαίο το 2023, γεγονός που λειτούργησε ως σημείο τομής για όλη την οικογένεια και το ευρύτερο περιβάλλον. Από εκεί και πέρα, η ζωή δεν επανήλθε σε καμία μορφή κανονικότητας.
Από το τροχαίο δυστύχημα, ξεκινά μια περίοδος όπου η απώλεια αποκτά ενεργό παρουσία. Το πρόσωπο που θεωρείται υπεύθυνο για το περιστατικό μετατρέπεται σταδιακά σε σταθερό σημείο οργής και στοχοποίησης. Μέσα στα δύο επόμενα χρόνια, καταγράφονται απειλές, δύο προηγούμενες απόπειρες επίθεσης, παρακολούθηση και επαναλαμβανόμενες καταγγελίες στις αρχές. Η αστυνομική παρέμβαση δεν κατάφερε να ανακόψει τη συνέχεια των γεγονότων ούτε να αποτρέψει την κλιμάκωσή τους.
Στο επίπεδο της εμπειρίας, αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο βίας, αλλά μια παρατεταμένη συνθήκη τρόμου και πένθους που βαραίνει και τις δύο οικογένειες, με διαφορετικό τρόπο.
Από τη μία πλευρά, η οικογένεια του 17χρονου ζει μέσα σε ένα πένθος που δεν βρίσκει ποτέ ηρεμία. Ο θάνατος του παιδιού τους, επιστρέφει διαρκώς μέσα από την ανάγκη για δικαίωση, μέσα από τη μνήμη, μέσα από την αίσθηση ότι τίποτα δεν έχει πραγματικά κλείσει.
Από την άλλη, ο 21χρονος και το περιβάλλον του κινούνται για δύο χρόνια μέσα σε μια καθημερινότητα επιτήρησης και φόβου. Ξέρουν ότι «κάτι κακό» παραμονεύει ανά πάσα στιγμή. Οι κινήσεις, οι διαδρομές, ακόμη και η απλή παρουσία στον δημόσιο χώρο αποκτούν βάρος και προσοχή που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν σε μια κανονική συνθήκη.


