Παρά την οικονομική κρίση, παρά το γεγονός ότι τα εισιτήρια των αιθουσών είναι σαφώς μειωμένα συγκριτικά με περασμένες χρονιές, η ελληνική κινηματογραφική διανομή απ’ ό,τι φαίνεται καλά κρατεί! Από τις 19 ταινίες του επίσημου διαγωνιστικού τμήματος του φεστιβάλ, οι 18 έχουν αγοραστεί από την ελληνική διανομή με στόχο κάποια στιγμή να ανοίξουν στις αίθουσες. Αγορές και μάλιστα πολλές έγιναν και από άλλα τμήματα του φεστιβάλ, αν και εδώ περιοριζόμαστε στο επίσημο τμήμα. Κάποιες από αυτές τις ταινίες που αγοράστηκαν όχι απλώς θα ανοίξουν αλλά μπορεί κάποιος να προβλέψει από τώρα ότι θα σημειώσουν μεγάλη επιτυχία αφού είναι σχεδόν βέβαιον ότι θα τις ξανακούσουμε στα προσεχή Οσκαρ.
Αυτό πιστεύω ότι θα συμβεί τουλάχιστον με την «Carol» (ΟDEON) του Αμερικανού Τοντ Χέινς, μια από τις λίγες, κατά τη γνώμη μου, ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος που μπορούν να προκαλέσουν εισπρακτικό θόρυβο στην Ελλάδα. Επιστροφή στη δεκαετία του 1950, ομοφυλοφιλικός έρωτας ανάμεσα σε δυο γυναίκες διαφορετικής γενιάς, ένα μυθιστόρημα της Πατρίτσια Χάισμιθ και η Κέιτ Μπλάνσετ σε μεγάλη φόρμα, έτοιμη για υποψηφιότητα στα Οσκαρ (περιέργως στις Κάννες βραβεύθηκε η συμπρωταγωνίστριά της, Ρούνεϊ Μάρα). Στην ODEON ανήκουν επίσης το δραματικό φιλμ «Sea of trees» του Γκας Βαν Σαντ με τους Μάθιου Μακ Κόναχι και Κεν Γουατανάμπε, το «εναλλακτικό» παραμύθι του Ματέο Γκαρόνε «Παραμύθι των παραμυθιών» αλλά και το αδικημένο στις βραβεύσεις «Youth» του Ιταλού Πάολο Σορεντίνο, με τους Μάικλ Κέιν, Χάρβεϊ Καϊτέλ και Ρέιτσελ Βάιζ.


Τυχεροί και άτυχοι

Τρεις ελληνικές κινηματογραφικές εταιρείες εκμετάλλευσης έκαναν από μόλις μία αγορά ταινίας του διαγωνιστικού. Οι δύο στάθηκαν τυχερές γιατί έπεσαν μέσα στις βραβεύσεις, κάτι που δεν συνέβη με τη STRADA Films και το «πειραγμένο» παραμύθι «Marguerite et Julian» που δεν κέρδισε βραβείο.
Η Filmtrade όμως έχει στη διάθεσή της την ουγγρική ταινία του Λάζλο Νέμες «Ο γιος του Σαούλ», μια εφιαλτική βουτιά στο κρεματόριο του Αουσβιτς και η μόνη πραγματική κινηματογραφική έκπληξη του εφετινού προγράμματος η οποία δικαιώθηκε με το Μεγάλο Βραβείο της επιτροπής (της άξιζε ο Χρυσός Φοίνικας). Αλλά και η Rosebud 21 απέκτησε το αμερικανικό «Chronic» του μεξικανού σκηνοθέτη Μισέλ Φράνκο όπου ο βρετανός ηθοποιός Τιμ Ροθ υποδύεται έναν φυσικοθεραπευτή νοσοκόμο ο οποίος βοηθά ανθρώπους με ανίατες ασθένειες ενώ ταυτόχρονα αναζητεί τρόπους για να επανασυνδεθεί με την οικογένειά του. Ευαίσθητη ταινία, κέρδισε το βραβείο σεναρίου.
Εξίσου ευαίσθητη (και με εμπορικές δυνατότητες) είναι η ταινία «Η μητέρα μου» του Νάνι Μορέτι, ένας φόρος τιμής στη Μητέρα, εμπνευσμένος από τον θάνατο της δικής του. Η ταινία δεν απέκτησε κανένα βραβείο (αδικία για την πρωταγωνίστρια Μαργκαρίτα Μπούι), αλλά αυτό δεν θα εμποδίσει τη σύνδεσή της με το κοινό. Θα διανεμηθεί από τη Feelgood Entertainment, στην οποία ανήκει επίσης το ιαπωνικό οικογενειακό δράμα «Η μικρή μας αδελφή» του Χιροκάζου Κόρε Εντα αλλά και ο «Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου.
Η «μικρή» ΑΜΑ Films δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει από τα βραβεία. Η εταιρεία του Γιώργου Στεργιάκη έχει παράδοση στο να πετυχαίνει ταινίες που βραβεύονται (μετρά τρεις Χρυσούς Φοίνικες σε επτά χρόνια). Εφέτος πέτυχε το βραβείο ανδρικής ερμηνείας που δόθηκε στον γάλλο ηθοποιό Βενσάν Λιντόν για την εξαιρετική δουλειά του στον «Νόμο της αγοράς» του Στεφάν Μπριζέ. Μια δεύτερη ταινία στη «δικαιοδοσία» της AMA είναι η κινεζική «Mοuntains may depart» του Ζία Ζάνγκε.


Από τις βραβευμένες

Το ντουέτο Seven Films – Spentzos Film έκανε αρκετές αγορές και κάποιες από αυτές με δάφνες. Κατ’ αρχάς το «Dheepan» του Ζακ Οντιάρ που κέρδισε το ανώτατο βραβείο της κριτικής επιτροπής, τον Χρυσό Φοίνικα. Η σκληρή αυτή ταινία αναφέρεται στην προσπάθεια τριών άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων να «στήσουν» μια οικογένεια σε μια περιοχή της Γαλλίας όπου έχουν καταλήξει έχοντας μεταναστεύσει από την πατρίδα τους, τη Σρι Λάνκα (το όνομα του τίτλου ανήκει στον βασικό πρωταγωνιστή που είναι πρώην μαχητής Ταμίλ). Οχι η καλύτερη ταινία του σκηνοθέτη του «Προφήτη» και του «Σώμα με σώμα» αλλά μια ταινία με πολιτικό χαρακτήρα που θίγει το πάντα επίκαιρο θέμα της μετανάστευσης στην Ευρώπη.
Στη Seven – Spentzos ανήκουν επίσης η «Δολοφόνος» του Ταϊβανού Χου Χσιάο Χσιέν, μια ταινία που κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας και διακρίνεται κυρίως για την εικαστική της αρτιότητα, αλλά και το ερωτικό δράμα «Mon roi» της Μαϊουέν για το οποίο η Εμμανουέλ Μπερκό μοιράστηκε το βραβείο ερμηνείας με τη Ρούνεϊ Μάρα της «Carol».
Και, τέλος, τρεις ταινίες του διαγωνιστικού που δεν βραβεύθηκαν: ο τελευταίος «Μακμπέθ» του Αυστραλού Τζάστιν Κουρζέλ με τον Μάικλ Φασμπέντερ στον ρόλο του τίτλου και τη Μαριόν Κοτιγιάρ στον ρόλο της Λαίδης Μακμπέθ, το «Sicario» του Καναδού Ντενί Βιλνέβ που πραγματεύεται τον πόλεμο των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών με τα καρτέλ ναρκωτικών της Λατινικής Αμερικής και το οικογενειακό δράμα «Louder than clouds» του Νορβηγού Γιοακίμ Τρίερ.
Η μόνη ταινία από τις 19 που δεν μπόρεσε να βρει διανομή είναι η «Κοιλάδα της αγάπης» του Γάλλου Γκιγιόμ Νικλού με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ και την Ιζαμπέλ Ιπέρ στους ρόλους δύο χωρισμένων γονέων που προσπαθούν να επικοινωνήσουν με το πνεύμα του γιου τους που αυτοκτόνησε.

HeliosPlus