Διπλή ήττα με τον φόρο Τόμπιν

Με μια ομάδα ακτιβιστών της Oxfam (οργάνωσης του ΟΗΕ για την καταπολέμηση της πείνας) να φωνάζει συνθήματα έξω από το κτίριο όπου συνεδρίαζε την περασμένη Τρίτη το Eco/Fin και να ζητεί την επιβολή ενός «Robin Hood Tax» (ενός φόρου… Ρομπέν των Δασών),

Με μια ομάδα ακτιβιστών της Oxfam (οργάνωσης του ΟΗΕ για την καταπολέμηση της πείνας) να φωνάζει συνθήματα έξω από το κτίριο όπου συνεδρίαζε την περασμένη Τρίτη το Eco/Fin και να ζητεί την επιβολή ενός «Robin Hood Tax» (ενός φόρου… Ρομπέν των Δασών), οι υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ αποφάσισαν την επιβολή ενός κουτσουρεμένου «Tobin Tax» (φόρου Τόμπιν) και μάλιστα σε λιγότερες από τις μισές χώρες-μέλη της Ενωσης.

Παρότι οι πληγές από την κρίση παραμένουν ανοικτές σε πολλές γεωγραφικές περιοχές της Ευρώπης – ιδιαιτέρως στον Νότο -, αποδείχθηκε ότι οι μαξιμαλιστές δεν ήταν οι φωνασκούντες ακτιβιστές αλλά η Ανγκελα Μέρκελ και ο Φρανσουά Ολάντ που νόμιζαν ότι θα πετύχαιναν μια καθολική πλην των γνωστών Λακεδαιμονίων (Βρετανών) υιοθέτηση του νόμου στην Ευρώπη.
Εκαναν χατίρι…


Μόνο 11 χώρες-μέλη αποφάσισαν να εφαρμόσουν τη φορολόγηση των χρηματιστηριακών συναλλαγών από το 2016. Πρόκειται για τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Αυστρία και το Βέλγιο, από την ας πούμε «Παλαιά Ευρώπη», την Εσθονία, τη Σλοβακία και τη Σλοβενία από τη «Νέα Ευρώπη» (χώρες που λέγεται ότι υιοθέτησαν τον νόμο μόνο και μόνο για να μη χαλάσουν το χατίρι του Βερολίνου) και, τέλος, μόνο η Ελλάδα και η Πορτογαλία από τις «μνημονιακές» χώρες.
Η Ιρλανδία, παρότι υπέφερε πολύ από την κρίση, γύρισε την πλάτη στην ιδέα της επιβολής του φόρου που «θα ανάγκαζε τις τράπεζες να επιστρέψουν στους φορολογουμένους κάποια από τα χρήματα με τα οποία διασώθηκαν», όπως τόνιζαν το 2011 οι ένθερμοι υποστηρικτές της φορολόγησης, η Μέρκελ και ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί.
Φίλοι και πολέμιοι


Ο φόρος Τόμπιν έχει φανατικούς και ισχυρούς υποστηρικτές. Η Γαλλία και η Γερμανία προώθησαν το σχέδιο, παρά τις προειδοποιήσεις που από το 2011 είχε απευθύνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη Μέρκελ και στον Σαρκοζί για τον κίνδυνο να μην καταστεί δυνατή η καθολική εφαρμογή του μέτρου, πράγμα που συνέβη.
Εχει όμως απέναντί της υπερεθνικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Αρχή Μετοχών και Αγορών (ESMA), που την επομένη κιόλας ημέρα του Eco/Fin (την Τετάρτη) έσπευσε να προειδοποιήσει ότι «ως ευρωπαϊκή εποπτική αρχή θεωρούμε πως ένα μέτρο πρέπει να εφαρμόζεται και στις 28 χώρες ή να μην εφαρμόζεται καθόλου».
Εχει επίσης απέναντί της χώρες που δεν θα περίμενε κανείς.
Η Σουηδία, π.χ., αντιτίθεται στον φόρο Τόμπιν όχι επειδή η σημερινή κυβέρνηση ασπάζεται τον νεοφιλελευθερισμό και είναι εξαρτημένη από τον χρηματιστηριακό καπιταλισμό αλλά επειδή σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις είχαν εφαρμόσει τη δεκαετία του 1990 τον φόρο.
Το αποτέλεσμα τότε ήταν πολλές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο της Στοκχόλμης επιχειρήσεις να… αποδημήσουν για κλίματα πιο φιλικά προς το «τζογάρειν», όπως είναι παραδοσιακά το κλίμα του Σίτι του Λονδίνου.
Επιπλέον πολλοί αντιτίθενται στην επιβολή του φόρου επειδή παρατηρούν ότι, έτσι όπως θα εφαρμοστεί, θα αποδώσει το πολύ το 10% των προσδοκώμενων εσόδων, δηλαδή το πολύ 3-3,5 δισ. ευρώ ετησίως, όταν οι Βρυξέλλες προϋπολόγιζαν (πιστεύοντας βέβαια ότι ο φόρος θα εφαρμοστεί σε όλες τις συναλλαγές και στις 28 χώρες) έσοδα 35 δισ. ευρώ ετησίως, που θα διοχετεύονταν κατά προτεραιότητα στα θύματα της χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Ολοι ή κανείς


Εν κατακλείδι, το Παρίσι και το Βερολίνο επιμένουν στην επιβολή, έστω και μερική, του «ντεμέκ» φόρου Τόμπιν για λόγους κυρίως πολιτικούς. Για να δείξουν, δηλαδή, στους ευρωπαίους πολίτες που αντιμετωπίζουν με όλο και μεγαλύτερη καχυποψία την Ευρώπη και την πολιτική της ελίτ ότι αυτή (η ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία) δεν είναι ούτε αδιάφορη ούτε ανίκανη να αντιδράσει στις υπερβολές και καταχρήσεις των τραπεζών και του χρηματοοικονομικού συστήματος εν γένει που έφεραν την κρίση και έπληξαν καίρια – και σίγουρα ανεπανόρθωτα για κάποιες γενιές – το βιοτικό επίπεδο μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων στην ήπειρο. Κακά τα ψέματα, όμως, οι γαλλογερμανικές επιδιώξεις αποδείχθηκαν μαξιμαλιστικές ή τέλος πάντων μη ρεαλιστικές. Οπως μη ρεαλιστικά αποδεικνύονται τα εγχειρήματα απομάκρυνσης της Ευρώπης από την οικονομία-καζίνο και μετάβασής της σε μια οικονομική εποχή πιο ενάρετης, τρόπος του λέγειν, παραγωγής.
Πάμε σαν άλλοτε, λοιπόν. «Faites vos jeux» που λένε οι γκρουπιέρηδες, δηλαδή βάλτε (όσοι μπορείτε) τώρα που (ξανα)γυρίζει. Και ο Θεός βοηθός…

Στόχος ο τζόγος στις αγορές
Πατέρας της ιδέας φορολόγησης των χρηματιστηριακών συναλλαγών είναι ο αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος Τζέιμς Τόμπιν (ο καθηγητής και μέντορας της προέδρου της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ Τζάνετ Γέλεν) και στόχος του μέτρου είναι να αποθαρρυνθούν οι βραχυπρόθεσμες χρηματιστηριακές συναλλαγές, δηλαδή ο τζόγος στις αγορές. Οι 11 χώρες-μέλη της ΕΕ υιοθέτησαν έναν φόρο Τόμπιν «ντεμέκ» καθώς θα εφαρμοστεί μόνο στις αγοραπωλησίες μετοχών και κάποιων παραγώγων. Δεν έχουν καθοριστεί ούτε ο συντελεστής της φορολόγησης (πιθανότατα να πέσει στο 0,01% από 0,1% που ήταν η αρχική πρόθεση του Βερολίνου και του Παρισιού) ούτε οι λεπτομέρειες για τον τρόπο καταβολής του. Γι’ αυτό, άλλωστε, συμφώνησαν να τον υιοθετήσουν «το αργότερο ως τον Ιανουάριο του 2016». Για να προλάβουν να ρυθμίσουν τις εκκρεμότητες.

Αμοιβές $21,5 δισ. σε 25 διαχειριστές hedge funds το 2013
Η ευρωπαϊκή οικονομία, όπως και η παγκόσμια άλλωστε, δεν έχει ανακάμψει στο σύνολό της από τη χειρότερη κρίση της τελευταίας 60ετίας που ξέσπασε το 2008. Οι αγορές, όμως, ως γνωστόν, προηγούνται χρονικά της οικονομίας. Πάνε πιο μπροστά, «προεξοφλούν», κατά την προσφιλή έκφραση των παραγόντων της αγοράς, τις εξελίξεις. Ετσι το 2013 ήταν ένα «annus mirabilis» για τις αγορές. Μια χρονιά-θαύμα, κατά την οποία οι αποδόσεις των χρηματιστηρίων (αλλά και η κερδοφορία κάποιων επιχειρήσεων) έφθασαν στα προ κρίσης επίπεδα. Ευλόγως – αλλά και δικαιωματικά, πρέπει να παραδεχθούμε, διότι έτσι παίζεται το παιχνίδι – οι διαχειριστές κεφαλαίων είδαν τις αποδοχές τους να εκτοξεύονται στη στρατόσφαιρα.
Περί τα 21,5 δισ. δολάρια ενθυλάκωσαν το 2013 οι 25 κορυφαίοι διαχειριστές αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού ρίσκου (hedge fund managers) στον κόσμο, 50% περισσότερα από όσα είχαν ενθυλακώσει το 2012, σύμφωνα με το ειδικευμένο στις επιδόσεις των θεσμικών επενδυτών περιοδικό «Alpha». «Σε μια εποχή που οξύνονται οι οικονομικές ανισότητες και η συζήτηση για τις εργασιακές αμοιβές φουντώνει και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ο ιδρυτής του αμερικανικού hedge fund Appaloosa Management Ντέιβιντ Τέπερ έβαλε στην τσέπη 3,5 δισ. δολάρια κερδίζοντας το στοίχημα της ανάκαμψης της αμερικανικής αεροπορικής βιομηχανίας που έβαλε» σημειώνει χαρακτηριστικά ο ανταποκριτής των «Financial Times» Μάιλς Τζόνσον.
Δεύτερος στον κλάδο κατετάγη ο ιδρυτής του SAC Capital Στίβεν Κοέν, που έβγαλε 2,4 δισ. δολάρια, παρά το ότι η εταιρεία του κατέβαλε πρόστιμο-ρεκόρ 1,8 δισ. δολαρίων για να ρυθμίσει υπόθεση εσωτερικής πληροφόρησης. Τρίτος, με 2,3 δισ. δολάρια στην τσέπη, κατετάγη ο γνωστός μας (λόγω του επενδυτικού ενδιαφέροντος που δείχνει για την Ελλάδα) Τζον Πόλσον, το fund του οποίου σημείωσε αύξηση κερδών κατά 63% πέρυσι. Κατά κανόνα τα hedge funds είναι κερδοφόρα βρέξει-χιονίσει διότι εφαρμόζουν το σύστημα «δύο και είκοσι». Χρεώνουν, δηλαδή, τους πελάτες τους με το 2% της αξίας του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που διαχειρίζονται και επιπλέον κρατούν το 20% των κερδών που πετυχαίνουν. Οταν συμβαίνει καμιά «στραβή», χρεώνουν λίγο παραπάνω. Ο Κοέν, π.χ., λόγω των μπλεξιμάτων που είχε πέρυσι με τις εποπτικές αρχές κρατούσε το 50% των κερδών των πελατών του.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk