Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Οι πρώτες εικόνες του σκηνοθέτη Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου από τον τόπο του, το Αρματολικό Τρικάλων στη Νότια Πίνδο, είναι ο ποταμός Αχελώος. «Εκεί τρέχαμε, εγώ και τ’ αδέλφια μου, όποτε ξεφεύγαμε από τα βλέμματα των δικών μας» λέει μιλώντας για την καθαρότητα του ποταμού, για το απέραντο πράσινο γύρω του. «Πίναμε από το ποτάμι, πιάναμε τις πέστροφες με τα χέρια». Αναπαριστά το πώς τις έπιαναν παγιδεύοντάς τες ανάμεσα στα βράχια. Ηταν τόσο μεγάλη η αγάπη του για το Αρματολικό που όταν στα έξι του (1974) έπρεπε να φύγει, βίωσε μια από τις πιο άσχημες εμπειρίες στη ζωή του. Οσο έβλεπε μέσα από το λεωφορείο το Αρματολικό να απομακρύνεται για τα Τρίκαλα, όπου έμεινε για αρκετό καιρό, τόσο έκλαιγε.
Η φυγή από το χωριό ωστόσο δεν σήμανε διακοπή των δεσμών του με αυτό. Ακολούθησαν ο Βόλος, η Θεσσαλονίκη και η Αθήνα αλλά ως την εφηβεία του τουλάχιστον τέσσερις μήνες τον χρόνο τούς περνούσε στο Αρματολικό. Διόλου τυχαία, λοιπόν, όταν μεγάλωσε αγάπησε σκηνές που του θύμιζαν την παιδική ηλικία (αναφέρει το «Δέντρο που πληγώναμε» του Δήμου Αβδελιώδη) και όταν ο ίδιος αποφάσισε να ασχοληθεί με το σινεμά δέθηκε ακόμη περισσότερο με τον τόπο του.
Μεγάλος πλέον, ο Κουτσιαμπασάκος άρχισε να βλέπει με διαφορετικό τρόπο το χωριό του, φιλτράροντας εκ νέου τις ιστορίες που είχε ακούσει μικρός. Ιστορίες για τον Εμφύλιο, για παράδειγμα. Βίωσε επίσης την απότομη αλλαγή του τόπου. «Η Πίνδος άλλαξε βίαια και πολύ γρήγορα. Αστικοποιήθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη –μέχρι το 1980 πολλά χωριά δεν είχαν καν ρεύμα ή δρόμους» λέει.
Στα θεμέλια του φράγματος


«Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου» τιτλοφορείται το μικρού μήκους ντοκυμαντέρ που γύρισε ο Κουτσιαμπασάκος το 1997, αμέσως μετά την απόλυσή του από τον Στρατό και ενώ είχε επιστρέψει στην Ελλάδα από το εξωτερικό, όπου σπούδασε: «Τελειώνοντας το στρατιωτικό μου είχα αγχωθεί ότι η γιαγιά μου θα πεθάνει και χωρίς να ξέρω το γιατί ήθελα πάρα πολύ να καταγράψω τις αφηγήσεις και τον τρόπο ζωής της».
Ισως να ήταν από την ανάγκη του να μιλήσει για τις αλλαγές της περιοχής, όπως το φράγμα του Αχελώου, της Μεσοχώρας, έργο καταλυτικό που άλλαξε άρδην τη φυσιογνωμία της περιοχής και ενδεχομένως να την απειλεί με μεγάλες καταστροφές. Η κατασκευή του φράγματος του Αχελώου είχε αναγγελθεί στη δεκαετία του 1950 αλλά το έργο ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του 1990. «Είναι ένα φράγμα που έγινε πρόχειρα, χωρίς τις απαραίτητες περιβαλλοντικές προδιαγραφές, ένα σκάνδαλο που μετά την αποπεράτωσή του παραμένει ανενεργό και δεν έχει λειτουργήσει ακόμη. Κυκλοφορεί μάλιστα το ανέκδοτο ότι θα λειτουργήσει όταν θα πεθάνουν αυτοί που το σχεδίασαν. Τώρα που το οικονομικό πάρτι έχει τελειώσει και ουδείς ενδιαφέρεται, ελλοχεύει ο κίνδυνος κατολισθήσεων, επειδή τα βουνά της περιοχής είναι ασταθή».
Ωστόσο το φράγμα είναι μια υπόθεση πολύ πιο προσωπική για τον σκηνοθέτη, καθώς ο πατέρας του σκοτώθηκε στις πρώιμες εργασίες, όταν ο Κουτσιαμπασάκος ήταν μόλις τριών ετών. «Ηταν εργάτης της διάνοιξης του δρόμου όπου έγινε αυτό το έργο και εκεί σκοτώθηκε. Μέχρι το τέλος της ζωής της η γιαγιά μου είχε εντάξει τον θάνατο του γιου της σε ένα πλαίσιο λαϊκής παράδοσης. Θεωρούσε ότι η ίδια είχε θεμελιώσει το φράγμα, με τον μοναχογιό της, που θυσιάστηκε για αυτό το τερατούργημα».
Ο Κουτσιαμπασάκος θυμάται και τις προσευχές της γιαγιάς του η οποία απευθυνόταν πάντοτε στην Παναγία και ποτέ στον Θεό, πεπεισμένη ότι ως μάνα θα την καταλάβαινε καλύτερα. Η γιαγιά ωστόσο αποδείχτηκε σκληρό καρύδι: πέθανε περίπου 20 χρόνια μετά το ντοκυμαντέρ.
Ο ληστής Φώτης εμπνέει


Μετά το ντοκυμαντέρ «Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου» ακολούθησε ένα ακόμη με φόντο την Πίνδο: οι «Μικρές κοινότητες», που προβλήθηκαν στο Παρασκήνιο της ΕΡΤ, αφορούσαν την έννοια του χωριού στην Ελλάδα και στο πώς τα τελευταία 20 χρόνια μια «πανάρχαια μορφή ομαδικής ζωής έχει πάψει να υφίσταται στην Ελλάδα και έχει μεταμορφωθεί σε συγκροτήματα εξοχικών κατοικιών».
Η ιστορία του «Γιου του φύλακα», πρώτης ταινίας μυθοπλασίας του Δ. Κουτσιαμπασάκου, αντλείται από τους θρύλους που ο σκηνοθέτης άκουγε από τη γιαγιά και τον παππού του και που συνοδεύουν κάθε γωνιά της Πίνδου. «Η βασική ιστορία της ταινίας είναι μια παραλλαγή του ληστή Φώτη, μιας ιστορίας που είχα ακούσει από τη γιαγιά μου ως ανάμνηση από την εποχή της ληστοκρατίας στην Πίνδο, που ήταν το κρησφύγετο των ληστών στην Τουρκοκρατία αλλά και αργότερα, ως τη δεκαετία του 1930». Κάθε φορά που ο μικρός Δημήτρης πήγαινε με τη γιαγιά του σε κάποιο χωριό, εκείνη φρόντιζε να του μεταφέρει την ιστορία κάθε κτιρίου. «Εβλεπα τα χαλάσματα και ζωντάνευε μέσα μου η ιστορία του σπιτιού. Ακόμη και σήμερα νιώθω συγκίνηση όποτε βλέπω ένα ερημωμένο σπίτι».

Το σύγχρονο «έπος» της Πίνδου
Ο «Γιος του φύλακα» γυρίστηκε στο Παχτούρι, στη Μεσοχώρα και στο Αρματολικό, τρία από τα πολλά σημεία της διαδρομής του «Μανάβη» (2012), του «επικού» ντοκυμαντέρ του Κουτσιαμπασάκου για την Πίνδο, που κέρδισε το βραβείο κοινού στο εφετινό Φεστιβάλ Ντοκυμαντέρ Θεσσαλονίκης. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πώς ένιωσε ο σκηνοθέτης όταν έμαθε ότι τρεις ολλανδοί φοιτητές που είχαν δει τον «Γιο του φύλακα» ήρθαν στην Ελλάδα με το πρόγραμμα Erasmus και αναζήτησαν το… σπίτι του ληστή Φώτη στο Παχτούρι!
Τελικά όμως ο σκηνοθέτης ανακάλυψε ότι αυτό που τόσα χρόνια προσπαθούσε να πει για την Πίνδο με τις ταινίες του βρισκόταν στη διαδρομή ενός πλανόδιου μικροπωλητή της Νότιας Πίνδου, του Νίκου Αναστασίου. Ο «Μανάβης», η πιο μεστή και ολοκληρωμένη δημιουργία του Κουτσιαμπασάκου, είναι μια εκπληκτική διαδρομή που ξεκινά από τα Τρίκαλα και συνεχίζεται στην Πύλη Τρικάλων, γνωστή ως Πόρτα, στα Στουρναρέικα (πατρίδα του οπλαρχηγού Στουρνάρα), στο Βαθύρευμα, στη Νέα Πεύκη, στη Μεσοχώρα, στον Αετό, στην Κορυφή, στη Λαφήνα και στο Παχτούρι, καταλήγοντας στη Νεράιδα, το τελευταίο χωριό του Νομού Τρικάλων, στα σύνορα με την Αρτα και τα Ιωάννινα.

πότε & πού:
Το βίντεο της συνέντευξης του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου στο www.tovima.gr, από τη Δευτέρα 19 Αυγούστου

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ