Οταν ο Γκάρετ Χέντλαντ διάβασε για πρώτη φορά το «Στο δρόµο» του Τζακ Κέρουακ, ήταν δεν ήταν 17 χρόνων και το µυαλό του βρισκόταν ήδη πολύ µακριά από το Ρουσό της Μινεσότα, όπου γεννήθηκε και µεγάλωσε. «Δεν ήµουν εγώ για τη φάρµα του µπαµπά» µου είπε πέρυσι στις Κάννες ο Χέντλαντ. Για την ακρίβεια, ο 28χρονος σήµερα ηθοποιός (3.9.1984) δεν την άντεχε καθόλου τη ζωή του αγρότη, ίσως επειδή την είχε γνωρίσει ήδη από κοντά. «Είναι µια δουλειά που όχι απλώς δεν σου επιτρέπει διαλείµµατα, αλλά δεν σε αφήνει να ασχοληθείς µε τίποτε άλλο» έλεγε. «Γιατί όταν τελειώσεις µε το άρµεγµα της αγελάδας θα πρέπει να καθαρίσεις τον στάβλο απ’ τα σκατά της, όταν σκάψεις µε το τρακτέρ θα πρέπει στη συνέχεια να το πλύνεις και πάει λέγοντας. Εγώ; Το µόνο που ήθελα ήταν να βρίσκοµαι στην πόλη…». Ο Χέντλαντ θυµάται ότι η προσπάθειά του να αποφύγει τη δουλειά ήταν σαφώς µεγαλύτερη από την προσπάθειά του να δουλέψει!
Δεν είναι δύσκολο, λοιπόν, να καταλάβει κανείς γιατί το «Στο δρόµο», η λογοτεχνική βίβλος όχι µόνο της γενιάς των µπίτνικ, αλλά και πολλών µεταγενέστερων, έπαιξε τόσο σηµαντικό ρόλο στην απόφαση του Γκάρετ Χέντλαντ να φύγει από τη Μινεσότα για να κυνηγήσει το όνειρό του. Να γίνει κάτι άλλο. Ηθοποιός από τότε; Οχι απαραιτήτως. Στην αρχή ήθελε να γίνει παίκτης του µπέιζµπολ. Πρώτον, επειδή από µικρός τού άρεσε το άθληµα και, δεύτερον, επειδή «όταν έχεις µεγαλώσει σε ένα χωριό στη µέση του πουθενά, ο δρόµος των σπορ είναι ο πιο εύκολος και ο πιο βατός. Ηθελα απλώς να φύγω και τίποτε δεν µε κρατούσε» επανέλαβε. «Και το ένιωθα βαθιά µέσα µου. Η επιθυµία µου να φύγω ήταν τόσο µεγάλη, που θα τα κατάφερνα ό,τι και αν αποφάσιζα να γίνω». Δεν λέει ψέµατα. Οταν επέλεξε την ηθοποιία, πρώτη ταινία του ήταν η «Τροία» του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν, το 2004. Διόλου αδιάφορο ντεµπούτο για έναν πρωτόβγαλτο 20χρονο. Καθόλου περίεργο, άρα, το ότι φέτος κατάφερε να βρεθεί στις Κάννες µε την τελευταία ταινία των αδελφών Κοέν, «Inside Llewyn Davis» ή το ότι είναι πλέον το νέο πρόσωπο της καµπάνιας του οίκου Yves Saint Laurent για το άρωµα La Nuit de l’Homme, διαδεχόµενος µάλιστα τον πολύ Βενσάν Κασέλ («ο Yves Saint Laurent αντιπροσωπεύει ένα πολύ ιδιαίτερο στυλ, ένα σοφιστικέ, εµβληµατικό brand που πάντοτε υπήρξε σύγχρονο, δηµιουργικό και, το πιο σηµαντικό, µε προσωπικό χαρακτήρα» δήλωνε πρόσφατα). Η σχέση µε την Κίρστεν Ντανστ, συµπρωταγωνίστριά του στην απόπειρα να αποδοθούν οι ήρωες του Κέρουακ στη µεγάλη οθόνη (στο πρώτο τους ραντεβού κατά τη διάρκεια των γυρισµάτων την πήγε βαρκάδα και το κανό τους ανατράπηκε), θα µπορούσε να λογίζεται ως το κερασάκι στην τούρτα µιας ιδιαίτερα επιτυχηµένης χρονιάς.
Αυτά, σήµερα. Στην περυσινή µας συνάντηση, όµως, ο Χέντλαντ ήταν στις Κάννες για το µεγαλύτερο ως τότε στοίχηµα της καριέρας του, την πολυαναµενόµενη κινηµατογραφική µεταφορά του «Στο δρόµο», που γυρίστηκε από τον βραζιλιάνο σκηνοθέτη Βάλτερ Σάλες, και το οποίο σήµερα, µε αρκετή καθυστέρηση, βλέπουµε και στην Ελλάδα. Εκεί ο Χέντλαντ υποδύεται τον Νιλ Κάσαντι, τον «κολλητό» φίλο του Κέρουακ, έναν άστατο χαρακτήρα, παθιασµένο µε την ιδέα της φυγής, ο οποίος συµµετείχε στα ταξίδια του Κέρουακ και εν συνεχεία, µε το όνοµα Ντιν Μόριαρτι, «πέρασε» µαζί του στο µυθικό βιβλίο.
Καπνίζοντας το ένα Marlboro Lights µετά το άλλο, ο Γκάρετ Χέντλαντ µιλούσε µε την έντονη προφορά του αµερικανικού Νότου και δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται να κρύψει την επαρχιώτικη καταγωγή του. Μου θυµίζει λίγο τον Μπραντ Πιτ (που είναι από την Οκλαχόµα και επίσης δεν το κρύβει). Τον ρώτησα για τις ρίζες του. «Λίγο Σουηδός, λίγο Νορβηγός, λίγο Γερµανός και λίγο ιθαγενής Αµερικανός». Για κάποιον λόγο νιώθει ιδιαίτερα υπερήφανος για τη σουηδική πλευρά του και πολύ λιγότερο για τη νορβηγική. «Οι Σουηδοί είναι πιο ευγενείς» συµπλήρωσε.
{{{ moto }}}
Φυσικά, η κατάκτηση του ονείρου είχε τις δυσκολίες της. Υπήρξαν στιγµές που ο Χέντλαντ ήταν αναγκασµένος να ζητήσει από τη µητέρα του λεφτά για το νοίκι στο διαµέρισµα του Λος Αντζελες, αλλά σήµερα δεν θα άλλαζε τη ζωή του µε τίποτε. Μιλά πλέον µε πάθος για τις εµπειρίες του, αναφέρει ονόµατα όπως του Τζεφ Μπρίτζες (έπαιξαν µαζί στο «TRON: Legacy») ή του Πίτερ Ο’ Τουλ (συναντήθηκαν στην «Τροία») και µνηµονεύει τις συζητήσεις που είχε µαζί τους: «Τι ωραίο να κάθεσαι δίπλα στον Τζεφ Μπρίτζες και να σου λέει “Yeah man!”» περιγράφει µιµούµενος τον Μπρίτζες στον «Μεγάλο Λεµπόφσκι».
«Οταν εγκαταλείπεις το σπίτι των γονιών σου, πρέπει να είσαι αποφασισµένος» είπε επανερχόµενος στην εποχή του τέλους των εφηβικών του χρόνων. Ο Χέντλαντ δεν πήγε ποτέ στο κολέγιο, αλλά δεν ζηλεύει και όσους πήγαν. «Εγώ ήθελα να τα αφήσω όλα πίσω µου και να ορµήσω στο δρόµο. Ενιωθα ότι εκεί θα έβρισκα τον δικό µου. Αλλοι τον βρίσκουν καθισµένοι σε όλη τους τη ζωή πίσω από ένα γραφείο. Οχι ότι έχω κάτι µε αυτό. Απλώς δεν ταιριάζει σε µένα».
Η συµµετοχή του «Στο δρόµο» του Βάλτερ Σάλες έχει τη δική της ενδιαφέρουσα ιστορία. Το φθινόπωρο του 2006, οκτώ χρόνια από τότε που άκουσε για πρώτη φορά ότι ο Φράνσις Κόπολα είχε σκοπό να κάνει την παραγωγή της ταινίας, έπεσε στα χέρια του µία από τις πολλές σεναριακές εκδοχές του µυθιστορήµατος. Χρόνος υπήρχε, τίποτε δεν επρόκειτο να γίνει άµεσα. Αποφάσισε, λοιπόν, να επιστρέψει για λίγο στη φάρµα του πατέρα του και να τον βοηθήσει. Με το που προσγειώθηκε στο Φάργκο της Μινεσότα δέχθηκε ένα τηλεφώνηµα από τον ατζέντη του. Ο Βάλτερ Σάλες ήθελε να τον δει! «Ηταν Κυριακή και το ραντεβού για την Τετάρτη» θυµήθηκε γελώντας. «Αυτό σήµαινε ότι είχα µόλις µία ηµέρα στη διάθεσή µου στη φάρµα και βρισκόµουν µίλια µακριά, µε πολύ άγχος».
Πήγε στο ραντεβού και τελικά κέρδισε τον ρόλο. Αλλά αυτό που επίσης είχε κάνει, αυθόρµητα, έτσι όπως τότε που έφυγε από το σπίτι του, ήταν να καταγράψει, α λα Κέρουακ, όλη αυτή την κατάσταση. Εγραφε παντού, αρχίζοντας από το αεροπλάνο και γεµίζοντας τελικά κάπου 20 σελίδες. Δεν το είπε στον Σάλες, ντρεπόταν. Ο Βραζιλιάνος, όµως, το έµαθε αργότερα και του ζήτησε να τις διαβάσει – παρ’ ότι τον είχε ήδη επιλέξει.
Καθώς η συνέντευξη πλησίαζε προς το τέλος της, θέλησα να επανέλθω για λίγο στη φάρµα. Τον ρώτησα, λοιπόν, αν στο πίσω µέρος του µυαλού του υπάρχει ακόµη ο γενέθλιος τόπος. Αν κάποια στιγµή στο µέλλον θα έβλεπε τον εαυτό του ξανά στο αγρόκτηµα, µακριά από την πόλη. Ο Χέντλαντ τράβηξε µια τζούρα από το τρίτο Marlboro που είχε ανάψει σε µισή ώρα. «Ειλικρινά, δεν ξέρω» είπε. «Εχω την αίσθηση, όµως, ότι όλα όσα σε ωθούν να φύγεις από κάπου είναι εκείνα που κάποια στιγµή σε τραβούν πίσω. Αποµένει να το δούµε…».
*Η ταινία βρίσκεται ήδη στις ελληνικές αίθουσες από την Odeon
**Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιουλίου 2013



![Ποια σχολεία θα είναι κλειστά λόγω του καιρού; [Λίστα]](https://www.tovima.gr/wp-content/uploads/2024/01/28/sxoleia-90x90.jpg)