• Αναζήτηση
  • Πώς γεννιέται ένα γενόσημο;

    Οι περισσότεροι από εμάς χρησιμοποιούμε, έστω και σπάνια, κάποιο παυσίπονο όπως το Depon ή το Panadol. Εάν βρεθούμε όμως στη Γαλλία ή στις ΗΠΑ και ζητήσουμε κάποιο από αυτά τα φάρμακα, δεν θα το βρούμε.

    Οι περισσότεροι από εμάς χρησιμοποιούμε, έστω και σπάνια, κάποιο παυσίπονο όπως το Depon ή το Panadol. Εάν βρεθούμε όμως στη Γαλλία ή στις ΗΠΑ και ζητήσουμε κάποιο από αυτά τα φάρμακα, δεν θα το βρούμε. Στη Γαλλία πρέπει να ζητήσουμε Efferalgan, ενώ στις ΗΠΑ Tylenol. Αλλά, αφού δεν είναι πρακτικό να κυκλοφορούμε με μια λίστα ονομασιών όταν ταξιδεύουμε, καλό είναι να γνωρίζουμε ότι η δραστική ουσία, τόσο του Depon όσο και του Panadol, είναι η παρακεταμόλη. Το πώς καταλήγουν φάρμακα με την ίδια δραστική ουσία να κυκλοφορούν με διαφορετικά ονόματα, καθώς και το ποια είναι η διαφορά μεταξύ των πρωτότυπων και των γενόσημων φαρμάκων, είναι μια ενδιαφέρουσα υπόθεση.
    Δραστική ουσία και έκδοχα


    Στη φαρμακευτική επιστήμη δραστική ουσία ονομάζεται η χημική ένωση ενός φαρμακευτικού σκευάσματος, η οποία έχει βιολογική δράση. Στην περίπτωση του Depon και του Panadol, η βιολογική δράση της παρακεταμόλης έχει ως αποτέλεσμα την ανακούφιση από τον πόνο και τον πυρετό. Γιατί όμως υπάρχουν περισσότερα του ενός φαρμακευτικά σκευάσματα με την ίδια δραστική ουσία, την ίδια βιολογική λειτουργία, αλλά διαφορετικά ονόματα; Η απάντηση είναι ότι πρόκειται για εμπορικά προϊόντα, τα οποία πρέπει να έχουν μια εμπορική ονομασία, για να μπορούμε να διακρίνουμε το προϊόν της εταιρείας Glaxo-Smith-Kline (Panadol) από αυτό της εταιρείας Bristol-Myers-Squibb (Depon).
    Η παρακεταμόλη είναι μια συγκεκριμένη χημική ουσία αλλά δεν συνιστά από μόνη της ένα φάρμακο. Τα φάρμακα, είτε είναι χάπια, είτε είναι ενέσιμα διαλύματα, είτε είναι υπόθετα, είναι σχεδόν πάντοτε μείγματα αρκετών συστατικών. Η δραστική ουσία είναι ένα από αυτά και πάντοτε στη συσκευασία του φαρμάκου αναγράφεται η ποσότητα αυτής της ουσίας ανά μονάδα φαρμάκου. Στις συσκευασίες του Depon και του Panadol, για παράδειγμα, αναγράφεται η περιεκτικότητα σε παρακεταμόλη: 500 mg ανά δισκίο. Αυτό ισχύει για όλα τα φάρμακα που έχετε στο ντουλάπι σας. Και το υπόλοιπο χάπι από τι αποτελείται; Από τα λεγόμενα έκδοχα. Τα έκδοχα είναι φαρμακευτικά αδρανή συστατικά που μπορεί να έχουν διάφορες ιδιότητες, ανάλογα με την κατηγορία τους: δίνουν «μορφή» στο φάρμακο, υποβοηθούν τη μηχανική του κατεργασία στη φάση της παρασκευής του, συμμετέχουν στη σωστή απορρόφηση της δραστικής ουσίας από τον οργανισμό, επηρεάζουν τη διαλυτότητά του, μπορεί ακόμα και να δίνουν γεύση, χρώμα ή άρωμα στο τελικό σκεύασμα. Το μείγμα λοιπόν της δραστικής ουσίας και των εκδόχων, καθώς και η τεχνική με την οποία αυτά αναμειγνύονται και κατεργάζονται, έχουν ως αποτέλεσμα ένα φάρμακο. Και ακριβώς επειδή η διαδικασία παρασκευής ενός φαρμάκου είναι αποτέλεσμα υψηλού επιπέδου τεχνογνωσίας, οι εταιρείες προστατεύουν τα προϊόντα τους με διπλώματα ευρεσιτεχνίας, ή αλλιώς πατέντες.
    Πότε λήγουν οι πατέντες;


    Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας παρέχουν στον κάτοχό τους το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της τεχνογνωσίας, την οποία προστατεύουν, για ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα. Σε αντάλλαγμα, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας δημοσιεύονται και γίνονται προσβάσιμα από το κοινό. Στις περισσότερες χώρες η διάρκεια μιας πατέντας είναι 20 χρόνια. Το αντικείμενο μιας πατέντας, ή αλλιώς το πεδίο προστασίας της, μπορεί να είναι η ίδια η δραστική ουσία, η μέθοδος παρασκευής της, ο συνδυασμός των εκδόχων ενός φαρμάκου ή κάποια ιδιαίτερη τεχνική λεπτομέρεια στον τρόπο παρασκευής του, η  οποία το καθιστά πιο ωφέλιμο στον ασθενή. Η ιδιαιτερότητα στην περίπτωση των φαρμάκων έγκειται στο ότι το σημαντικότερο στοιχείο τους είναι η δραστική ουσία. Εάν αυτή προστατεύεται από μια πατέντα, μόνο ο κάτοχός της έχει το δικαίωμα να εκμεταλλευθεί τη δραστική ουσία εμπορικά.
    Η πατέντα της παρακεταμόλης, για παράδειγμα, είχε εκδοθεί πριν από το 1955, οπότε κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το Tylenol στις ΗΠΑ. Εδώ και πολύ καιρό όμως η ισχύς της πατέντας έχει λήξει και έτσι, εκτός από την εταιρεία που κατείχε την πατέντα για τη δραστική ουσία της παρακεταμόλης και εμπορευόταν το πρωτότυπο φάρμακο, υπάρχουν σήμερα και άλλες εταιρείες που εμπορεύονται το αντίστοιχο γενόσημο. Το ενδιαφέρον είναι ότι ενώ το πρωτότυπο φάρμακο Tylenol ήταν σιρόπι για παιδιά, σήμερα κυκλοφορούν διαφοροποιημένα και, πολλές φορές, βελτιωμένα φαρμακευτικά σκευάσματα παρακεταμόλης. Αλλα έχουν διαφορετική μορφοποίηση, όπως τα αναβράζοντα δισκία, και άλλα έχουν συνδυασμούς δραστικών ουσιών, όπως το Vicodin που έχει πάντοτε ο Dr. House της γνωστής τηλεοπτικής σειράς στην τσέπη του (παρακεταμόλη και υδροκωδόνη) ή το Lonarid-N (παρακεταμόλη και κωδεΐνη).
    Φυσικά, καθετί καινούργιο και αποτελεσματικό έχει διεκδικήσει και έχει λάβει το μερίδιό του στις πατέντες. Για παράδειγμα, στην Ευρώπη τα αναβράζοντα δισκία παρακεταμόλης προστατεύονταν από πατέντα που είχε στην κατοχή της η γαλλική εταιρεία UPSA την περίοδο 1993-2003. Το προϊόν αυτό είχε μεγάλη επιτυχία, χάρη στη γρήγορη απορρόφησή του από τον οργανισμό. Στη Γαλλία κυκλοφορεί ακόμα με την επωνυμία Efferalgan, ενώ στην Ελλάδα ως Depon. Αξίζει να αναφερθεί, για την ιστορία, ότι την πατέντα του αναβράζοντος δισκίου κατείχε ο Jean Bru, ιδιοκτήτης της γαλλικής UPSA, η οποία το 1994 απορροφήθηκε από την Bristol-Myers-Squibb. Από την άλλη πλευρά τα δικαιώματα του Panadol κατέληξαν, πάλι το 1994, στην εταιρεία Glaxo-Smith-Kline.
    Πώς μπαίνει στην παραγωγή ένα γενόσημο;



    Η κυκλοφορία ενός γενόσημου φαρμάκου στην αγορά απαιτεί συχνά εξίσου χρονοβόρα ερευνητική δουλειά όσο και η ανάπτυξη ενός πρωτότυπου

    Οι εταιρείες που ασχολούνται με γενόσημα φάρμακα παρακολουθούν τα νέα προϊόντα (δηλαδή τις νέες δραστικές ουσίες) που διατίθενται στην αγορά και επιλέγουν με ποια από αυτά θα ασχοληθούν. Στη συνέχεια αποφασίζεται ο τρόπος με τον οποίο θα αποκτήσει η εταιρεία τη δραστική ουσία. Μπορεί είτε να την αγοράσει από άλλη εταιρεία είτε να την παρασκευάσει μόνη της. Στη δεύτερη περίπτωση γίνεται μελέτη της επιστημονικής βιβλιογραφίας αλλά και των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Αυτό είναι απαραίτητο, επειδή μια δραστική ουσία προστατεύεται «ως έχει» (per se) από μια πατέντα, αλλά, πιθανότατα, το ίδιο ισχύει και για πολλές από τις δυνατές μεθόδους παρασκευής της. Είναι συνήθης πρακτική η εταιρεία που έχει αναπτύξει τη δραστική ουσία να υποβάλλει, σε δεύτερο χρόνο, αιτήσεις πατεντών που προστατεύουν μεθόδους χημικής σύνθεσης, κατά προτίμηση τις απλούστερες και οικονομικότερες. Ετσι ο επίδοξος ανταγωνιστής πρέπει να μελετήσει τις διαθέσιμες (και όχι τις προφανείς) συνθετικές πορείες, για να καταλήξει στην παρασκευή της δραστικής ουσίας.

    Το χημικό εργαστήριο, το οποίο αναλαμβάνει τη χημική σύνθεση, ξεκινάει από την εκτέλεση πειραμάτων μικρής κλίμακας. Μόλις διαπιστώσει ότι η συνθετική πορεία οδηγεί στην επιθυμητή χημική δομή, προχωρεί σε βελτιστοποίηση της μεθόδου. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί το ποιοτικό προφίλ της τελικής χημικής ένωσης, όπως προβλέπεται από τους οργανισμούς ελέγχου, να προσαρμοστεί η τεχνική που αναπτύχθηκε σε μικρή κλίμακα στις δυνατότητες μιας βιομηχανικής εγκατάστασης και να βελτιωθεί, όσο γίνεται, η απόδοση των χημικών αντιδράσεων. Οταν ρυθμιστούν όλες οι τεχνικές παράμετροι και εξακριβωθεί η επαναληψιμότητα της συνθετικής μεθόδου ως προς το ποιοτικό της προφίλ και την απόδοσή της, αυξάνεται η κλίμακα εφαρμογής της. Από τα πειράματα των μερικών εκατοντάδων γραμμαρίων που πραγματοποιούνται στο λεγόμενο τμήμα Ερευνας και Ανάπτυξης (R&D) της εταιρείας, γίνονται προκαταρκτικές δοκιμές σε κλίμακα λίγων κιλών και στο τέλος η παραγωγή περιλαμβάνει παρτίδες της τάξεως των εκατοντάδων κιλών.
    Στη συνέχεια πρέπει να γίνει η ανάμειξη της δραστικής ουσίας με τα έκδοχα. Αλλά και αυτό απαιτεί προσεκτική μελέτη των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και, στη συνέχεια, περαιτέρω έρευνα στο εργαστήριο. Για παράδειγμα, η απλή παρακεταμόλη δεν προστατεύεται από πατέντα εδώ και πολύ καιρό, αλλά η πατέντα για τη μορφή των αναβραζόντων δισκίων ίσχυε ως το 2003. Στη φάση αυτής της έρευνας, το τμήμα R&D πρέπει να αναπτύξει μια αξιόπιστη τεχνική παραγωγής του φαρμακευτικού σκευάσματος, κατά την οποία η χημική ένωση να παραμένει σταθερή. Θα πρέπει επίσης το τελικό φαρμακευτικό σκεύασμα να είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικό με το πρωτότυπο. Διεξάγεται λοιπόν μια μελέτη βιοϊσοδυναμίας, όπου μετρείται η ποσότητα της δραστικής ουσίας στο πλάσμα του αίματος σε ορισμένο χρονικό διάστημα από τη λήψη του σκευάσματος.
    Τελικό στάδιο: η έγκριση


    Στην τελική φάση το σύνολο των αποτελεσμάτων κατατίθεται στον αρμόδιο οργανισμό προς έγκριση. Η διαδικασία αυτή, στην Ευρώπη, ξεκινάει το νωρίτερο οκτώ χρόνια από την ημερομηνία λήψης της πρώτης άδειας κυκλοφορίας του πρωτότυπου φαρμάκου. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός συγκρίνει προσεκτικά τα χαρακτηριστικά του γενόσημου σκευάσματος με αυτά του πρωτότυπου και, εάν κρίνει ότι τα στοιχεία που κατατέθηκαν είναι ικανοποιητικά, έτσι ώστε το νέο γενόσημο φάρμακο να είναι τουλάχιστον τόσο αποτελεσματικό όσο και το πρωτότυπο, δίνει την πολυπόθητη άδεια κυκλοφορίας. Ο παραγωγός όμως πρέπει τώρα να περιμένει την ημερομηνία λήξης της πατέντας της δραστικής ουσίας αλλά και την ημερομηνία λήξης του συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας, το οποίο εκδίδεται στην Ευρώπη και δίνει συνήθως πέντε-οκτώ χρόνια επιπλέον στα δικαιώματα αποκλειστικής πώλησης στην εταιρεία του πρωτότυπου.
    Ερευνα και στην Ελλάδα


    Η πορεία ενός γενόσημου φαρμάκου από το χαρτί ως το ράφι του φαρμακείου είναι το αποτέλεσμα εφαρμοσμένης έρευνας και εξειδικευμένης τεχνογνωσίας, που δεν είναι κάτι συνηθισμένο στη χώρα μας. Αποτελεί λοιπόν ευχάριστη έκπληξη το γεγονός ότι στην Ελλάδα πραγματοποιείται έρευνα και ανάπτυξη σε αυτόν τον τομέα, και μάλιστα με επιτυχία.  Πολύ καλό παράδειγμα αποτελεί η ελληνική εταιρεία Pharmathen, η οποία διαθέτει δύο ερευνητικά εργαστήρια, ένα στη Θεσσαλονίκη και ένα στην Αθήνα. Στα εργαστήρια αυτά απασχολούνται 120 ερευνητές, το ένα τρίτο των οποίων είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος. Το εργαστήριο της Θεσσαλονίκης ασχολείται με τη σύνθεση δραστικών ουσιών και είναι το μοναδικό στην Ελλάδα σε αυτόν τον τομέα, ενώ αυτό των Αθηνών με τον συνδυασμό των δραστικών ουσιών με τα κατάλληλα έκδοχα για την παρασκευή του τελικού προϊόντος.
    Ο κ. Χάρης Βάρβογλης είναι καθηγητής του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ.


    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Science