Όταν ο Σταμάτης γνώρισε τη Λίνα

Φθινόπωρο, 1976. Δύο νεαρά παιδιά, φοιτητές Πολιτικής Επιστήμης, γνωρίζονται τυχαία στην Πάντειο. Ο Σταμάτης, 21 ετών, συνθέτει, παίζει πιάνο και τραγουδάει. Δουλεύει το πρωί στο ξυλεμπορικό του πατέρα του στη λεωφόρο Βουλιαγμένης και τα μεσημέρια παίζει και γεννάει μουσικές στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου. Από τότε ως και σήμερα οι μελωδίες ξεπηδούν αβίαστα.

Η Λίνα, 19 ετών, διαβάζει μετά μανίας ποίηση και λογοτεχνία, συχνάζει στο Στούντιο και στην Αλκυονίδα και παράλληλα δουλεύει στον κινηματογράφο. Ειδικεύεται στην ευαίσθητη τεχνική διαδικασία της κοπής του αρνητικού, ενώνει δηλαδή τα πλάνα μιας ταινίας από την κόπια εργασίας του σκηνοθέτη. Λάθη δεν επιτρέπονται. Γίνεται εξπέρ, αποκτά όνομα στον χώρο για την επιμέλειά της.

Παράλληλα με το σινεμά, η Λίνα πλέκει στίχους. Τους εμπιστεύεται στον Σταμάτη. Μοιράζονται το ίδιο τετράδιο-ημερολόγιο που αλλάζει χέρια κάθε δύο ημέρες. Ερωτεύονται και τα φτιάχνουν. Ζουν μαζί με πάθος έξι χρόνια.

Αυτό είναι το έναυσμα για μια καλλιτεχνική συνύπαρξη που είναι ακόμη ζωντανή. Από το 1985, μετά την πρώτη μεγάλη κοινή τους επιτυχία («Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ» με την Αλκηστη Πρωτοψάλτη), στήνουν ορισμένες από τις πιο πετυχημένες μουσικές παραστάσεις της Μεταπολίτευσης.

Εφέτος ξαναβρίσκονται στο Γκάζι, 18 χρόνια μετά τον χειμώνα του 1993-1994 και το μουσικό θέαμα «Ανθρώπων έργα» σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά. Τους συνάντησα το βράδυ της περασμένης Κυριακής στο σανιδένιο πάλκο της «Χελώνας» – έτσι λέγεται ο νέος χώρος που θα στεγάσει τη συνεργασία τους. Για πρώτη φορά μιλούν με λεπτομέρειες για την προσωπική τους σχέση και την κοινή τους διαδρομή.

Η συζήτηση τράβηξε ως τις πρώτες πρωινές ώρες. Κουβεντιάσαμε για τον ρόλο που έπαιξαν τα τραγούδια τους και οι ίδιοι στην απελευθέρωση αισθημάτων και στην απενοχοποίηση των προσωπικών σχέσεων. Τη δεκαετία του 1980, πριν από το μακιγιάζ, αλλά και τη σαβούρα του λάιφσταϊλ. «Ρίχναμε φως στα δωμάτια της εποχής μας με έναν τρόπο πολύ προσωπικό, έντονα ερωτικό» λέει ο Κραουνάκης. Tώρα που το ελληνικό λάιφσταϊλ ξεθωριάζει, τα τραγούδια τους μιλούν ακόμη άμεσα και αληθινά.

Πότε γνωριστήκατε; Σταμάτης Κραουνάκης: «Στην Πάντειο, το 1976. Ηρθε η Λίνα με μια φίλη της, την Πόπη, να γραφτούν στο Πολιτιστικό. Και γράφτηκαν. Αυτό που κατάλαβα από την πρώτη στιγμή και μπορώ να το θυμηθώ ήταν ότι θα είχα σύμμαχο».

Ενα λεπτό, πείτε μου πρώτα τι σπουδάζατε. Ησασταν στο ίδιο τμήμα; Σ.Κ.: «Δεν θυμάμαι τι είχα δηλώσει, ούτε πού κοίταξα. Νομίζω Πολιτικών Επιστημών, δεν το ήθελα το Δημόσιας Διοίκησης».

Και εγώ Πολιτικών Επιστημών. Πήρα πτυχίο. Εσείς; Σ.Κ.: «Οχι».

Λίνα Νικολακοπούλου: «Οχι. Η Πάντειος, όμως, ήταν μοιραία για τη συνάντησή μας και για να καταλάβω πόσο πολύ με ενδιέφεραν οι κοινωνικές επιστήμες».

Τι ήταν αυτό το Πολιτιστικό, κύριε Κραουνάκη, και εσείς τι κάνατε εκεί; Σ.Κ.: «Ηταν η πρώτη μεταχουντική πολιτιστική πρωτοβουλία των φοιτητών στην οποία πρωτοστατούσα και “έτρεχα” το μουσικό τμήμα».

Λ.Ν.: «Εγώ προτού πάω εκεί να τον βρω είχα κρυφακούσει σε μια αίθουσα που είχε ένα πιάνο, την πρώτη ημέρα που πήγα στη σχολή, τον Σταμάτη να παίζει. Ανοιξα την πόρτα στον πρώτο όροφο του παλιού κτιρίου, είδα τη φιγούρα του – πλάτη με σγουρά μαλλιά –, άκουσα λίγο και έφυγα. Κατέβηκα στο μπαρ της σχολής να πιω έναν καφέ. Επειτα από λίγο πέρασε και ο Σταμάτης. Ρώτησα, λοιπόν, έναν φοιτητή άγνωστο σε μένα μήπως ξέρει ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος. Και μου είπε ότι λέγεται Κραουνάκης».

Πόσων χρόνων ήσασταν τότε; Σ.Κ.: «Είκοσι ενός».

Λ.Ν.: «Και εγώ δεκαεννέα».

Αληθεύει ότι ερωτευτήκατε και ότι ήσασταν ζευγάρι; Λ.Ν.: «Συ είπας».

Σ.Κ.: «Ναι».

Πώς προέκυψε; Πόσο κράτησε αυτή η σχέση; Λ.Ν.: «Νομίζω ότι τα τραγούδια που θα φτιάχναμε ήξεραν καλύτερα από εμάς γιατί. Πρέπει να κράτησε καμιά πενταετία-εξαετία, δεν θυμάμαι».

Σ.Κ.: «Κανείς δεν θυμάται πια».

Θυμάστε πότε φτιάξατε το πρώτο κοινό σας τραγούδι; Λ.Ν.: «Εγώ θυμάμαι ότι το πρώτο τραγούδι που μελοποίησε ήταν το “Να σου λερώνω το φιλί”, το 1980 (σ.σ.: μπήκε στον δίσκο «Σκουριασμένα χείλη», 1981, τον πρώτο δίσκο του Σταμάτη Κραουνάκη με ερμηνεύτρια τη Βίκυ Μοσχολιού)».

Σ.Κ.: «Μου έδινε συνέχεια στίχους που τους μελοποιούσα αμέσως».

Λ.Ν.: «Κρατούσαμε κοινό ημερολόγιο. Το έπαιρνα εγώ δυο-τρεις ημέρες, έγραφα και του το ’δινα».

Δεν συζούσατε; Λ.Ν.: «Οχι, μέναμε στα πατρικά μας, εγώ στην πλατεία Αττικής και ο Σταμάτης στην Ανω Βούλα. Με βόλευε η πλατεία Αττικής, γιατί είχε αφετηρία το τρόλεϊ το οποίο τερμάτιζε στην πλατεία Κουκακίου κοντά στην Πάντειο. Δίναμε ραντεβού».

Γράφατε στο τρόλεϊ; Λ.Ν.: «Ναι, βέβαια. Θυμάμαι μια φορά, γιατί τότε είχαν εισπράκτορα τα τρόλεϊ, που άνοιξα το πορτοφόλι για να δείξω τη φοιτητική μου ταυτότητα και αυτός δεν μου έκοβε εισιτήριο, με κοιτούσε αμήχανα. Γιατί, όπως άνοιξα το πορτοφόλι, πάνω από τη φοιτητική ταυτότητα, στη ζελατίνα, είχα βάλει τη φωτογραφία του Σταμάτη. Αυτή έβλεπε ο άνθρωπος, τι να μου κόψει… Μια φορά, στην αφετηρία του Κουκακίου, όπως είχα πάρει τη θέση μου εγώ δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και περίμενα να ξεκινήσει το τρόλεϊ, ήρθε ο Σταμάτης και μου πέταξε πασχαλιές στα χέρια μου».

Σ.Κ.: «Εγώ δούλευα στον μπαμπά μου, στην Ανω Δάφνη, στο ξυλάδικο, και τα μεσημέρια, στην παύση, μίλαγα με τη Λίνα στο τηλέφωνο με τις ώρες. Και από ’κεί με τα πόδια στην Πάντειο. Για τις πρόβες του μουσικού, για τίποτε άλλο, μη φανταστείς για μάθημα».

Τι ρόλο έπαιξε ο νεανικός έρωτας στην καλλιτεχνική σας σχέση; Σ.Κ.: «Για μένα όλα ήταν αυτονόητα. Γι’ αυτό και πάντα οι συγκρούσεις μας τα πρώτα χρόνια με πλήγωναν πάρα πολύ. Δεν μπορούσα να μας φανταστώ ξεκομμένους».

Λ.Ν.: «Για μένα, το ότι είδα πως αυτά που γράφω μπορούν να γίνονται με τις μελωδίες του τραγούδια, ήταν το πιο μεγάλο δώρο στη ζωή μου. Με ησύχαζε το γεγονός ότι μπορούσαμε να καβγαδίσουμε και μετά, την άλλη ημέρα, να είναι όλα πάλι όρθια. Επίσης, με έκανε να γελάω πάρα πολύ, και αυτό ήταν λυτρωτικό».

Περιμένατε τη μεγάλη επιτυχία που ήρθε μετά, στα μέσα της δεκαετίας του 1980; Λ.Ν.: «Εγώ είχα μεγάλη αγωνία με αυτά που έγραφα, αν αφορούν κανέναν».

Σ.Κ.: «Κι εγώ καταλάβαινα, με τη φόρα που είχα, ότι επαναπροσδιορίζουμε έναν μύθο».

Δεν το κατάλαβα αυτό, μου το εξηγείτε; Σ.Κ.: «Δηλαδή, ως παιδιά μεγαλωμένα με την προγενέστερη τέχνη του τραγουδιού, του θεάτρου και του σινεμά, και αγαπώντας το τραγούδι πολύ, αισθανόμουν ότι ρίχναμε φως στα δωμάτια της εποχής μας με έναν τρόπο πολύ προσωπικό, έντονα ερωτικό, ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόταν η γενιά μας έναν καινούργιο κώδικα ζωής μετά τη Μεταπολίτευση».

Πιστεύω ότι μιλήσατε για αυτό που λέμε απελευθέρωση των ανθρωπίνων σχέσεων πριν από το λάιφσταϊλ. Λ.Ν.: «Υπήρχε η αντίστοιχη αθωότητα. Εγινε με μια εμπιστοσύνη ότι τα γραπτά τα δικά μου πήγαιναν στα χέρια του, δεν αισθανόμουν ότι αυτός που τα διαβάζει δεν καταλαβαίνει τι γράφω. Υπήρχε εμπιστοσύνη ότι αυτά τα αισθήματα ήταν κοινά και ήταν σαν να μην υπήρχε στο μυαλό μας η συνειδητοποίηση ότι μετά, αυτά που φτιάχναμε, θα μπορούσε να τα ακούσει όλος ο κόσμος στο ραδιόφωνο. Νομίζω ότι επειδή ήμασταν πολύ μικροί στην ηλικία, είχαμε θάρρος και πιστεύαμε ότι και οι άλλοι νιώθουν όπως εμείς. Δεν λογοκρίνεσαι ότι είσαι νέος».

Η επιτυχία και τα χρήματα σας άλλαξαν μετά το 1985; Λ.Ν.: «Οταν κανείς καταλαβαίνει ότι κάτι πέτυχε, η χαρά είναι απερίγραπτη. Η αναγνώριση του κόσμου είναι σαν ένα έπαθλο. Γιατί μόνο ο κόσμος την ορίζει την επιτυχία. Αν μας δεις σε φωτογραφία στην απονομή του χρυσού δίσκου “Κυκλοφορώ”, είμαστε τρία μωρά».

Σ.Κ.: «Δεν βγάλαμε ποτέ πολλά λεφτά. Γιατί, την ώρα της επιτυχίας, που ο κόσμος ερχόταν στα κέντρα και αγόραζε τους δίσκους, μας έπιανε και τους δύο μια επιθυμία για ένα σκαλί πιο πάνω. Μας έβαζε και προσθέταμε έξοδα και αμοιβές ανθρώπων που μέχρι τότε δεν τους χρησιμοποιούσε η συνθήκη της δουλειάς. Δηλαδή, ήρθε σκηνοθέτης, ήρθε σκηνογράφος, διευθυντής φωτισμού, ήρθαν πολύ δυναμικά, μεγάλα, ανσάμπλ μουσικών. Το ίδιο και στους δίσκους και στα CDs, εξώφυλλα, παραγωγή, ταξίδια για να βρεις έναν μουσικό που σου χρειάζεται, παραπάνω ώρες προετοιμασίας, αυτά τις περισσότερες φορές ήταν μείον από το εν δυνάμει δικό μας κέρδος. Γιατί είχε πάντα σημασία το επόμενο βήμα να ανεβάζει τον πήχη απέναντι στον εαυτό μας, στην τέχνη μας, και να δικαιώνει την εμπιστοσύνη του κόσμου».

Λ.Ν.: «Κατ’ αρχάς, ότι εγώ μπορούσα να ζήσω καλά από τα δικαιώματα των δίσκων, το έβλεπα σαν μια επιβράβευση η οποία μου ’δινε θάρρος να κάνω το επόμενο βήμα. Ημασταν ταυτόχρονα και υπεύθυνοι του καλλιτεχνικού αποτελέσματος από το 1986 στην “Πρώτη λεωφόρο” στη Συγγρού, με την Αλκηστη Πρωτοψάλτη, την Ελευθερία Αρβανιτάκη και τον Χρήστο Στέργιογλου, ως και το 1994 στο “Γκάζι”, στο “Ανθρώπων έργα”, πάλι με την
Αλκηστη, τη Λίτσα Διαμάντη, τον Κώστα Μακεδόνα και τον Δημήτρη Μπάση. Σε σκηνοθεσία όλα αυτά τα χρόνια του Ανδρέα Βουτσινά και σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη».

Πώς προέκυψε η επιστροφή και των δυο σας κάτω από την ίδια στέγη, 18 χρόνια μετά, πάλι στο Γκάζι; Λ.Ν.: «Αυτά τα πρώτα θεμέλια, που μπήκαν εδώ το 1993 και μετέφεραν την όλη δραστηριότητα από την τότε Πλάκα σε αυτή την καινούργια περιοχή, ήταν καλότυχα, γιατί αναπτύχθηκε η γειτονιά με πολλές χρήσεις. Και αν θυμηθεί κανείς ότι και ο Σταμάτης δέκα χρόνια ήταν στην Αθηναΐδα, εγώ δύο χρόνια κάθε Κυριακή είχα συναντήσεις-συζητήσεις στο gazARTE με λογοτέχνες και επιστήμονες, όλη μας η δραστηριότητα είναι εδώ γύρω».

Σ.Κ.: «Καμιά φορά, την ώρα που ξεκινάς κάτι δεν ξέρεις τι εκτόπισμα θα έχει. Το τότε “Γκάζι” ήταν ένα συνεργείο της Mercedes. Το σημερινό, η “Χελώνα”, γεννήθηκε το ίδιο απλά και ήσυχα όπως τα πρώτα μας τραγούδια».

Τι θα παρουσιάσετε; Να περιμένουμε κοινό δίσκο και κοινή μουσική παράσταση; Σ.Κ.: «Θα ξεκινήσουμε από το κοινό μας εγχείρημα, που είναι η παιδική σκηνή. Το πρώτο μας παιδικό, το “Ενα σπίτι παραμύθια”, παίχτηκε τρία χρόνια με μεγάλη προσέλευση και μας σύστησε με εμπιστοσύνη στον παιδόκοσμο και στους γονείς του. Τώρα θα παίξουμε τέσσερα καινούργια παραμύθια σε μια σύνθεση με τίτλο “Σπείρα Σπείρα με σπιρούνια”. Κάνουμε πρεμιέρα με το “Δε μασάμε” με νέα νούμερα, στα οποία έχει βάλει το χεράκι της και η Λίνα. Δευτέρα και Τρίτη η Γιώτα Νέγκα “Με τα μάτια κλειστά” θα ερμηνεύσει ωραία λαϊκά τραγούδια που διάλεξα μαζί με τον Δημήτρη Μανιάτη».

Λ.Ν.: «Εγώ κρατάω για αρχή την ημέρα Τετάρτη, το κέντρο της εβδομάδας, όπου θα επιμεληθώ ένα δίωρο μουσικό πρόγραμμα με ερμηνεύτρια την Αργυρώ Καπαρού για να συστήσω ζωντανά στο κοινό τα καινούργια τραγούδια με τον γενικό τίτλο “Χειρολαβές” που θα κυκλοφορήσουν όπου να ’ναι, σε μουσική Δάφνης Αλεξανδρή. Ο τίτλος είναι ενδεικτικός, γιατί σε αυτό το πρόγραμμα θα υπάρχουν τραγούδια-σταθμοί από τα οποία έχουμε κρατηθεί σε πολλές δύσκολες στιγμές. Μαζί με τα δικά μου, το κοινό θα ακούσει μια μουσική πλοκή με παράλληλο οπτικό υλικό, που σκοπό έχω να δίνει ένα βάθος πεδίου στο αίσθημα των τραγουδιών».

Δεν θα κάνετε κοινό πρόγραμμα; Λ.Ν.: «Τρώγοντας έρχεται η όρεξη».

Πολλοί από το κοινό που σας παρακολουθεί θα αναρωτηθούν γιατί σε αυτή την επανένωση δεν συμμετέχει η Αλκηστις Πρωτοψάλτη. Πείτε μου, γιατί χωρίσατε τότε και γιατί δεν ξανασμίγετε σήμερα; Λ.Ν.: «Είναι πολλά χρόνια που δρούμε ανεξάρτητα και αυτό το χρειαζόμαστε και οι τρεις».

Σ.Κ.: «Και που όταν η Αλκηστις μας χρειάζεται, μας φωνάζει και όταν τη χρειαζόμαστε τη φωνάζουμε. Εγώ, επειδή αποχώρησα πρώτος τότε, το 1996, ήταν γιατί ένιωθα ότι η κλίμακα ενός μεγάλου σταρ, που ήταν αποδεδειγμένα πια η Αλκηστις, μου στερούσε το δικαίωμα του πειραματισμού».

Λ.Ν.: «Εγώ συνέχισα με πολύ καλά αποτελέσματα και αρκετό διάστημα μετά την αποχώρηση του Σταμάτη, και δεν θα κουραστώ ποτέ να λέω ναι σε κάθε καλή ευκαιρία να γεννιούνται ωραία τραγούδια».

Η τέχνη σας, της τραγουδοποιίας εννοώ, δεν περνάει και τις καλύτερες στιγμές. Τι συμβαίνει; Λ.Ν.: «Πιστεύω ότι έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης οι δισκογραφικές εταιρείες και γενικά οι παραγωγοί γύρω από το ελληνικό τραγούδι. Πολλοί νέοι άνθρωποι δεν έχουν πια πού να απευθυνθούν και πού να εκδώσουν τις δουλειές τους».

Θέλω να κλείσουμε την κουβέντα μας με αυτό που ζούμε. Περιμένατε τη χρεοκοπία, ότι θα έρθει ο κόσμος ανάποδα σε αυτόν τον τόπο; Λ.Ν.: «Των αξιών ήταν εμφανής εδώ και πολλά χρόνια, της οικονομίας και του πολιτικού συστήματος έγινε ακαριαία και ταυτόχρονα. Αλλά ο ψεύτης και ο κλέφτης, όπως λέει και ο λαός, τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Πρώτα άρχισε να αυτοκτονεί ο κόσμος και τώρα τελευταία βλέπουμε ο κραδασμός να κλυδωνίζει και επώνυμους πολιτικούς».

Σ.Κ.: «Μοίρασαν μια “ευτυχία” χωρίς χαρά, με βαριά επιτόκια, και άφησαν έναν λαό στο έλεος του Θεού πλουτίζοντας οι ίδιοι – και εδώ συμπεριλαμβάνω και τα δύο κόμματα».

Λ.Ν.: «Ο κόσμος θα αρρωστήσει και θα πεθάνει αν συνεχίσουν έτσι, άλλο είναι η λογιστική θεωρία και άλλο η ζωή. Εμείς αγαπάμε την Ελλάδα και της είμαστε υποχρεωμένοι που μιλάμε αυτή τη γλώσσα, γιατί με τον πλούτο της μας επέτρεψε να καταλαβαίνουμε όλον τον κόσμο».

* Η «Χελώνα» (Δεκελέων 26, Γκάζι) ανοίγει τις πόρτες της στις 17 Οκτωβρίου με την παράσταση «Δε Μάσαμε» Bizz.

Πληροφορίες, τηλ. 216 9002 000, 216 9002 001.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
  • Ο γρίφος της Μποτσουάνα Οι αγορές είναι προεξοφλητικοί μηχανισμοί, στην περίπτωση της νέας μετάλλαξης , προεξόφλησαν ξανά το χειρότερο, δηλαδή νέους περιορισμούς στις... ΒΗΜΑτοδότης |
Σίβυλλα
Helios Kiosk