Συνοδικότητα και Πρώτος

Μ ε την έναρξη του νέου εκκλησιαστικού έτους, την 1η Σεπτεμβρίου, άλλαξε και η σύνθεση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, του οργάνου εκείνου που ουσιαστικώς διοικεί την Εκκλησία της Ελλάδος. Η Διαρκής Σύνοδος συγκροτείται από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος ως μόνιμο μέλος και Πρόεδρό της και από δώδεκα Μητροπολίτες, οι οποίοι, κατά τη σειρά των πρεσβείων της αρχιερωσύνης και εκ περιτροπής, λαμβάνονται ανά έξι από τα δύο κλίματα που συγκροτούν την Εκκλησία της Ελλάδος, έξι δηλ.

Μ ε την έναρξη του νέου εκκλησιαστικού έτους, την 1η Σεπτεμβρίου, άλλαξε και η σύνθεση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, του οργάνου εκείνου που ουσιαστικώς διοικεί την Εκκλησία της Ελλάδος.

Η Διαρκής Σύνοδος συγκροτείται από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος ως μόνιμο μέλος και Πρόεδρό της και από δώδεκα Μητροπολίτες, οι οποίοι, κατά τη σειρά των πρεσβείων της αρχιερωσύνης και εκ περιτροπής, λαμβάνονται ανά έξι από τα δύο κλίματα που συγκροτούν την Εκκλησία της Ελλάδος, έξι δηλ. από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και έξι από τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γνωστές και ως Μητροπόλεις «των Νέων Χωρών».

Βεβαίως, το όργανο αυτό υπάγεται και ελέγχεται από την «ανώτατη εκκλησιαστική αρχή», που είναι η Σύνοδος της Ιεραρχίας, η Σύνοδος δηλ. όλων των εν ενεργεία Μητροπολιτών υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου, η οποία, όμως, συνέρχεται σε τακτική συνεδρία μία μόνο φορά τον χρόνο, τις πρώτες ημέρες του Οκτωβρίου. Στο διάστημα που μεσολαβεί έως τη σύγκληση της Ιεραρχίας, η Διαρκής Σύνοδος ασκεί κάθε εκκλησιαστική- διοικητική εξουσία σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες, τις ιερές παραδόσεις και τους νόμους, εκτός ελαχίστων που ανατίθενται αποκλειστικώς στη Σύνοδο της Ιεραρχίας.

Η αλλαγή των μελών της Συνόδου συνεπάγεται, όμως, και σειρά άλλων μεταβολών, αφού τα μέλη της Συνόδου αφενός συγκροτούν, με ετήσια πάλι θητεία, τα πλείστα εκκλησιαστικά δικαστήρια που δικάζουν τους μοναχούς και τους κληρικούς όλων των βαθμών και αφετέρου αναλαμβάνουν καθήκοντα μελών – συνδέσμων με τις δώδεκα Συνοδικές Επιτροπές που υποβοηθούν το έργο των κεντρικών διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας.

Η αδρομερής παρουσίαση του συνοδικού πολιτεύματος, το οποίο συνιστά θεμελιώδη εκκλησιολογική αρχή για την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως υλοποιείται στην Εκκλησία της Ελλάδος, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε σκέψεις και για τις αδυναμίες και τις δυσλειτουργίες που παρουσιάζει στην πράξη, οι οποίες και αναδεικνύουν την καθοριστική σημασία που έχει στο σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας μας ο Πρόεδρος και των δύο Συνόδων, ο Αρχιεπίσκοπος δηλ. Αθηνών. Πράγματι, είναι προφανές ότι την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους τη διοίκηση της Εκκλησίας αναλαμβάνουν δώδεκα Μητροπολίτες, οι οποίοι έρχονται από τις επαρχίες τους και επιβαρύνονται για ένα μόνο έτος με σειρά διοικητικών και δικαστικών καθηκόντων, παραλλήλως με τα κύρια ποιμαντορικά καθήκοντά τους, χωρίς να έχουν πρόγευση καν των θεμάτων που βρίσκονται ανοικτά ενώπιον της κεντρικής διοικήσεως της Εκκλησίας, της οποίας, όχι σπανίως, μπορεί να καθίστανται και για πρώτη φορά μέλη.

Είναι γεγονός ότι αξιόλογη πρόταση για τη διόρθωση της σοβαρής αυτής αδυναμίας του συστήματος είχε καταθέσει ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ο οποίος είχε προτείνει την εναλλαγή του ημίσεος των μελών της Συνόδου κάθε εξάμηνο, έτσι ώστε διαρκώς στη σύνθεση της Συνόδου να μετέχουν έξι παλαιότερα και έξι νέα μέλη για να υπάρχει συνέχεια στην παρακολούθηση των τρεχόντων κυρίως ζητημάτων. Η πρόταση αυτή δυστυχώς δεν υλοποιήθηκε ποτέ…

Κατά συνέπεια, το μόνο μέλος της Συνόδου κάθε συνοδικής περιόδου που έχει γνώση των ανοικτών ζητημάτων που απασχολούν τη διοίκηση της Εκκλησίας είναι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, μόνιμο, όπως ελέχθη, μέλος και Πρόεδρός της. Είναι βεβαίως γεγονός ότι ο Αθηνών τιτλοφορείται Πρόεδρος της Συνόδου, επειδή κατ΄ ακρίβεια και κατά ένα κανονικό curiosum δεν είναι ο Πρώτος της Ελλαδικής Εκκλησίας. Τούτο δε, επειδή ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850, ο οποίος, μετά από την πραξικοπηματική «Διακήρυξιν περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας» του 1833, ανακήρυξε το πρώτον κανονικώς Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος το 1850, όρισε ως «υπερτάτην εκκλησιαστικήν αρχήν Σύνοδον διαρκή… Πρόεδρον έχουσα τον κατά καιρόν Ιερώτατον Μητροπολίτην Αθηνών…».

Η εκκλησιαστική όμως πρακτική και η συναφής νομοθεσία εξόπλισαν τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, χωρίς ασφαλώς τούτο να θίγει την κανονική ακρίβεια, με σειρά αρμοδιοτήτων και ευχερειών που κατ΄ ουσίαν τον καθιστά οιονεί Πρώτον της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η διακονία αυτή συνεπάγεται προφανώς συμπεριφορές και πρωτοβουλίες που και η διοίκηση της Εκκλησίας απαιτεί, αλλά και το ποίμνιό της αναμένει.

Προκειμένου να διαζωγραφίσω, όλως επιγραμματικώς, τις υπεροχικές αυτές αρμοδιότητες, θα εξάρω δύο ιδιαιτέρως σημαντικές προνομίες: η πρώτη, ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κατά το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των συνεδριάσεων της Διαρκούς Συνόδου ενεργεί κατ΄ εξουσιοδότησή της όλες τις πράξεις διοικήσεως και απλώς ανακοινώνει τις ενέργειές του στην πρώτη επόμενη συνεδρίαση του σώματος· η δεύτερη, που έχει και αύρα επικαιρότητας, ότι ορίζει τον Τοποτηρητή στις χηρεύουσες Μητροπόλεις (και συνεπώς μπορεί να αποδεχθεί και την τυχόν παραίτηση αυτού και να ορίσει άλλον Τοποτηρητή…).

Εξ όλων αυτών συνάγεται ότι ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας δεν δικαιούται απλώς, αλλά οφείλει να εκδιπλώσει πρωτοβουλίες, ικανό χρόνο ήδη μετά από την ανάληψη των καθηκόντων του. Και πιο συγκεκριμένα, πέρα από τα χρονίζοντα προβλήματα περί την εκκλησιαστική εκπαίδευση και την εκκλησιαστική δικαιοσύνη, θα πρέπει να προχωρήσει τόσο στην υλοποίηση των υποσχέσεων που ανέλαβε απέναντι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, όσο και στην τροποποίηση του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας και ιδίως του τρόπου εκλογής Μητροπολιτών, πράγματα που υπεσχέθη ήδη κατά τον επιβατήριο λόγο του. Σε αντίθετη περίπτωση, η στάση του μπορεί να εκπέμψει λάθος μηνύματα προς πολλές κατευθύνσεις.

Ο κ. Ι. Μ. Κονιδάρης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk