Στο ναδίρ αναμένεται να φθάσουν οι πωλήσεις της μουσικής βιομηχανίας εφέτος, καθώς το 2007 θα είναι η χειρότερη χρονιά για τον κλάδο, εδώ και περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα. Από αυτή την κρίση της μελωδικής βιομηχανίας δεν μπόρεσε να γλιτώσει και η αλυσίδα δισκοπωλείων Virgin Megastores στην Ελλάδα, η οποία από 14 καταστήματα που είχε πριν από δύο χρόνια, σήμερα αριθμεί μόνον έξι. Ο βασικός της μέτοχος κ. Κ. Πηλαδάκης πιστεύει ότι είναι δύσκολο το μέλλον της παγκόσμιας και εγχώριας μουσικής βιομηχανίας και αβέβαιη η τύχη των Virgin Megastores στη χώρα μας.


Οι μουσικές πωλήσεις παγκοσμίως εκτιμάται ότι θα παρουσιάσουν σημαντική μείωση της τάξεως του 11% εφέτος, ενώ στην Ελλάδα ήδη στο πρώτο πεντάμηνο του 2007 οι πωλήσεις κατέγραψαν μια μείωση της τάξεως του 12% σε αξία και πολλά δισκοπωλεία βάζουν λουκέτο. Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι η πτώση της μουσικής βιομηχανίας στη χώρα μας μπορεί να φθάσει σε 15%-20% εφέτος, αν και δεν καταγράφονται επισήμως αυτά τα νούμερα.


* Πειρατικά CD και Internet


Τα πειρατικά CD και το Internet έχουν οδηγήσει τον βιομηχανικό μουσικό κλάδο σε αυτή την άσχημη οικονομική κατάσταση σε όλον τον κόσμο, όπως και στην Ελλάδα, η οποία κατέχει την πρώτη θέση στις χώρες της ΕΕ όσον αφορά τη διάθεση και πώληση παράνομων CD. «Πρωταθλήτριες» χώρες στα πειρατικά CD θεωρούνται η Κίνα, η Ρωσία και το Πακιστάν, ενώ και η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ υψηλό ποσοστό παγκοσμίως. Επιπλέον, τα νεαρά άτομα κυρίως που «κατεβάζουν» δωρεάν τραγούδια από το Internet από sites, τα οποία λειτουργούν επίσης παράνομα, αλλά ακόμη και η νόμιμη διαδικτυακή υπηρεσία αγοράς τραγουδιών (iTunes) επηρεάζουν αρνητικά τις πωλήσεις των CD.


Μάλιστα η αναμενόμενη διείσδυση του γρήγορου Internet στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα πλήξει ακόμη περισσότερο τις πωλήσεις των δισκογραφικών εταιρειών αλλά και των δισκοπωλείων. Η μεγάλη αρνητική επιρροή των πειρατικών CD αλλά και του Internet φαίνεται ήδη στον ελληνικό μουσικό κλάδο, αφού το 1996 λειτουργούσαν περισσότερα από 3.000 δισκοπωλεία, ενώ σήμερα μόλις που ξεπερνούν τα 300. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, τα τελευταία έξι χρόνια οι πωλήσεις των ελληνικών δισκογραφικών εταιρειών έχουν υποστεί πτώση περίπου 30%. Αξίζει να αναφερθεί ότι στη χώρα μας σημειώθηκε μεγάλη πτώση στον κλάδο από το 2000 ως το 2005, ενώ το 2006 η πτώση ήταν μικρότερη (7,5%).


* Η αντίδραση των εταιρειών


Ο τρόπος αντιμετώπισης της πειρατείας και των παράνομων sites από τις δισκογραφικές εταιρείες είναι η δημιουργία νόμιμων sites (για downloads μουσικών κομματιών), μέσω των οποίων οι μουσικόφιλοι μπορούν να «κατεβάζουν» τραγούδια, με την τιμή περίπου του 1 ευρώ έκαστον, στην Ελλάδα. Οι εναλλακτικές λύσεις, όπως η προαναφερόμενη, αλλά και γενικότερα η χρήση νέων τεχνολογιών, δηλαδή η μεταμόρφωση των παραδοσιακών δισκοπωλείων σε ψηφιακά, θεωρείται ο καταλληλότερος τρόπος για την επιβίωσή τους. Τα ringtones για κινητά τηλέφωνα είναι ένα άλλο μέσο που χρησιμοποιούν οι δισκογραφικές εταιρείες πλέον για να αυξήσουν τα έσοδά τους. Η πώληση τραγουδιών μέσω κινητών τηλεφώνων (ringtones) παρουσιάζει διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, ενώ οι κάτοικοι της Αμερικής δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στην αγορά μουσικών κομματιών από το Internet. Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μεγάλες αλυσίδες δισκοπωλείων έχουν αρχίσει να στρέφουν τις δραστηριότητές τους και προς τις πωλήσεις ταινιών DVD και CD με προγράμματα λογισμικού, κυρίως παιχνίδια, αλλά και CD για κονσόλες παιχνιδιών. Με τον τρόπο αυτόν ευελπιστούν ότι θα διατηρήσουν ένα τμήμα του τζίρου τους.


Πώς η αλυσίδα έφθασε από το ζενίθ στο ναδίρ


Το 1996 δημιουργήθηκε το πρώτο δισκοπωλείο Virgin Megastores στο κέντρο της Αθήνας, στη Σταδίου, στη συνέχεια προστέθηκαν άλλα 13 καταστήματα σε όλη την Ελλάδα, ενώ σήμερα έχουν μείνει μόνον έξι και το ενδεχόμενο να λιγοστέψουν είναι ορατό. «Η πειρατεία και το Internet, σε συνδυασμό με την αποχή των εκάστοτε κυβερνήσεων, έχουν καταστρέψει τις δισκογραφικές εταιρείες και έχουν απαξιώσει το CD» αναφέρει ο κ. Κ. Πηλαδάκης, πρόεδρος και μεγαλομέτοχος της Vivere Entertainment Εμπορική & Συμμετοχών ΑΕ, η οποία έχει τα Virgin Megastores και είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών.


Τα δύο τελευταία χρόνια, παρ’ όλες τις προσπάθειες της διοίκησης της Vivere να επιβιώσει, μέσω περικοπής εξόδων, όπως μείωση προσωπικού, κλείσιμο καταστημάτων, αλλά και προβολή άλλων προϊόντων στα δισκοπωλεία, π.χ. DVD, η εταιρεία έχει εμφανίσει συνολικές ζημιές ύψους 6 εκατ. ευρώ. «Η κακή οικονομική πορεία της εταιρείας μάς επέβαλε να προβούμε σε πιο δραστικές αλλαγές, γι’ αυτό και αποφασίσαμε να στραφούμε στον ευρύτερο τομέα της ψυχαγωγίας, όπως η εκμετάλλευση του καζίνου της Ξάνθης, και να πουλήσουμε τη ζημιογόνο δραστηριότητα της εταιρείας, δηλαδή τον μουσικό κλάδο». Η πρόσφατη γενική συνέλευση των μετόχων της Vivere αποφάσισε να απορροφήσει το καζίνο της Ξάνθης και να πουλήσει τη σημερινή μουσική δραστηριότητά της, προς τον κ. Πηλαδάκη ή σε όποιον άλλον θέλει να την αγοράσει με το ίδιο τίμημα.


«Πιστεύω ότι ως το τέλος του έτους θα έχει ολοκληρωθεί η πώληση των Virgin Megastores, αν και δεν νομίζω ότι θα βρεθεί κάποιος αγοραστής, λόγω των γνωστών προβλημάτων του μουσικού κλάδου και του αβέβαιου μέλλοντός του, οπότε μάλλον θα καταλήξει σε εμένα». Ο βασικός λόγος που θέλω να αγοράσω προσωπικά τα Virgin Megastores, συνεχίζει ο κ. Πηλαδάκης, είναι συναισθηματικός. «Για μένα αποτελεί προσωπικό στοίχημα, αν όχι η κερδοφορία των δισκοπωλείων, τουλάχιστον να μη χάνουν λεφτά. Οσον αφορά τη Vivere, εκτιμώ ότι μετά την απορρόφηση του καζίνου της Ξάνθης και την πώληση των Virgin Megastores θα γυρίσει στην κερδοφορία». Σημειώνεται ότι η Vivere θα επιδιώξει να διεκδικήσει το καζίνο της Κέρκυρας, ενώ ακόμη δεν έχει αποφασιστεί τι θα γίνει με το καζίνο του Ρίου, στο οποίο ο κ. Πηλαδάκης ελέγχει το 73%. Μετά τη συγχώνευση με το καζίνο Ξάνθης ο κ. Πηλαδάκης θα ελέγχει το 10% της Vivere, ενώ άλλοι μέτοχοι θα είναι οι Αφοί Χατζηιωάννου, η οικογένεια Κανελάκη, ο κ. Κορθάλης κ.ά.


Πάντως, παρ’ όλη τη σημερινή πορεία των Virgin Megastores και το δύσκολο μέλλον τους, δύο μεγαλοεπενδυτές, ένας ξένος και ένας εγχώριος, εμπλέκονται ή είχαν συμμετοχή σε αυτά. Ο πρώτος είναι ο πολυεκατομμυριούχος και ιδιοκτήτης του ομίλου Virgin σερ Ρίτσαρντ Μπράνσον, ο οποίος μάλιστα προέτρεψε τον κ. Πηλαδάκη να φέρει τα Virgin Megastores στην Ελλάδα. Σήμερα βέβαια ο επιτυχημένος επιχειρηματίας Μπράνσον πιστεύει ότι το τοπίο του μουσικού κλάδου είναι θολό και δεν γνωρίζει ακόμη ποιοι θα επιβιώσουν από τη συνεχή συρρίκνωσή του. Ο άλλος επιχειρηματίας που συμμετείχε στα Virgin Megastores ήταν ο κ. Α. Βγενόπουλος, ο οποίος το 1998 επένδυσε ένα ποσό μέσω της Marfin και απέκτησε το 15% των καταστημάτων, αλλά στη συνέχεια το πούλησε. Ποια θα είναι η κατάληξη των Virgin Megastores στη χώρα μας, κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει με ακρίβεια. Το σίγουρο είναι ότι θα ακολουθήσει τα βήματα και τις εξελίξεις της ευρωπαϊκής και αμερικανικής μουσικής βιομηχανίας.


Από τα VideoClub στην ΠΑΕ Λάρισα και τα καζίνα


Ο κ. Κ. Πηλαδάκης (φωτογραφία) θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτοδημιούργητου επιχειρηματία. Σε νεανική ηλικία ήταν αθλητής του μπάσκετ στην ΑΕΚ, είχε παίξει σε παιχνίδια της Εθνικής, ενώ είχε πάρει υποτροφία για να σπουδάσει Φυσική Αγωγή στην Αμερική, κάτι που δεν εκμεταλλεύθηκε γιατί μετά την προτροπή ενός φίλου αποφάσισε να μπει στον επιχειρηματικό στίβο. Το 1986, τις χρυσές εποχές του βίντεο, άνοιξε ένα βιντεοκλάμπ στη Ν. Φιλοθέη, ενώ αργότερα ίδρυσε την αεροπορική εταιρεία SEEA (South East European Airways), η οποία το 1992 έγινε θυγατρική της Virgin Atlantic στην Ελλάδα. Σε αυτή την εταιρεία ήταν διευθύνων σύμβουλος ως το 1999. Μέσω της Virgin Atlantic γνώρισε τον Ρίτσαρντ Μπράνσον.


Σήμερα είναι πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και βασικός μέτοχος της εταιρείας Vivere Entertainment που έχει τα Virgin Megastores και το καζίνο Ξάνθης και πρόεδρος και ιδιοκτήτης της ποδοσφαιρικής ομάδας της Λάρισας (ΠΑΕ ΑΕΛ). Είναι νυμφευμένος με την ηθοποιό Ντορέττα Παπαδημητρίου, με την οποία έχει αποκτήσει δύο παιδιά, ενώ έχει ακόμη ένα από τον πρώτο του γάμο.