Ποιος είναι, αλήθεια, ο κύριος λόγος για τον οποίο η επικείμενη συναυλία του Ρικάρντο Μούτι στο Ηρώδειο είναι πραγματικά σημαντική; Αυτό καθαυτό το γεγονός ότι πρόκειται για έναν μεγάλο μαέστρο, η φήμη του οποίου υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του κόσμου της κλασικής μουσικής ανάγοντάς τον σε έναν από τους τελευταίους σουπερστάρ του πόντιουμ; Το ότι έρχεται στην Αθήνα σε μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα περίοδο, λίγο μετά την εξαιρετικά ηχηρή ανακοίνωση της ανάληψης από τον ίδιο της θέσης του μουσικού διευθυντή της διάσημης Συμφωνικής Ορχήστρας του Σικάγου και λίγο προτού ταξιδέψει στο Σάλτσμπουργκ όπου εφέτος είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής του διάσημου φεστιβάλ, διευθύνοντας δύο παραγωγές όπερας αλλά και τις επετειακές συναυλίες της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης στη μνήμη του Χέρμπερτ φον Κάραγιαν; Μήπως το ότι, εν προκειμένω, διευθύνει τη φημισμένη Ορχήστρα και τη Χορωδία του Μουσικού Φλωρεντινού Μαΐου που το 2008 γιορτάζουν από κοινού τα 40 χρόνια από την πρώτη τους συνεργασία; Το ότι, τέλος, θα ηγηθεί ενός άκρως εντυπωσιακού αριθμού συντελεστών επί σκηνής σε ένα αμιγώς ιταλικό και κάθε άλλο παρά συνηθισμένο πρόγραμμα, αποτελούμενο από πραγματικά αριστουργήματα της θρησκευτικής μουσικής, τα οποία μάλιστα εξακολουθούν να συγκινούν το διεθνές κοινό όπως ακριβώς την εποχή όπου πρωτοπαρουσιάστηκαν; Οποια και αν είναι η απάντηση, η συναυλία της 8ης Ιουλίου στο Ηρώδειο κατέχει αναντίρρητα εξέχουσα θέση στο σύνολο του προγραμματισμού του εφετινού Φεστιβάλ Αθηνών.
Η βραδιά περιλαμβάνει δύο από τα Τέσσερα Ιερά Κομμάτια (Quatro pezzi sacri) του Βέρντι. Μικρά έργα για χορωδία και ορχήστρα, το Stabat Mater και το Te Deum που θα ακουστούν εν προκειμένω συγκαταλέγονται στις δημιουργίες της ύστερης περιόδου του συνθέτη και παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στις 7 Απριλίου 1898 – περίπου μία τριετία πριν από τον θάνατό του – στην Οπερα του Παρισιού. Ο Βέρντι ωστόσο δεν παρέστη: δύο χρόνια νωρίτερα είχε πεθάνει η σύντροφός του Τζιουζεπίνα Στρεπόνι και η ψυχολογική του κατάσταση σε συνδυασμό με το προχωρημένο της ηλικίας του δεν του επέτρεψαν να ταξιδέψει και να υποστεί όλη την πίεση των προβών και της πρεμιέρας.
To Stabat Mater του Ροσίνι που αποτελεί βασικό κορμό του προγράμματος – με τη συμμετοχή τεσσάρων διεθνώς διακεκριμένων σολίστ, της ρωσίδας μεσοφώνου Ολγας Μποροντινά, του συμπατριώτη μας τενόρου Μάριου Τσεφίρι, του βαθύφωνου Ιλντάρ Αμπντραζάκοφ και της υψιφώνου Ελέιν Αλβάρες – κατέχει αναμφίβολα ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις κατά καιρούς απόπειρες διαφόρων συνθετών (Παλεστρίνα, Περγκολέζι, Χάιντν κ.ά.) να μελοποιήσουν το ομότιτλο ποίημα για την Ολονυκτία της Παναγίας στον Σταυρό του Ιησού, η «πατρότητα» του οποίου αποδόθηκε στον Τζιάκοπο ντε Μπενεντέτι, γνωστό ως Τζιακοπόνε ντα Τόντι. Συνθέτης που έμεινε στην αιωνιότητα χάρη στις κωμικές του κατά κύριο λόγο όπερες, στην προκειμένη περίπτωση ο Ροσίνι (1792-1868) συνδυάζει με τρόπο αριστουργηματικό το υψηλόφρονο νόημα με το έντονο συναίσθημα και την κομψή και εύληπτη μελωδία. Εχοντας περάσει από διάφορες «περιπέτειες», το εν λόγω «οπερατικού» χαρακτήρα έργο έκανε πρεμιέρα τον Ιανουάριο του 1842 γνωρίζοντας εκπληκτική επιτυχία. Εν τούτοις δεν έλειψαν οι φωνές της αμφισβήτησης, αλλά ούτε οι ένθερμοι συμπαραστάτες του συνθέτη. Χαρακτηριστικό το παθιασμένο σχόλιο του ποιητή Χάινριχ Χάινε στην εφημερίδα «Frankfurter Allgemeine»: «Τόσο ανάμεσα στους ζωγράφους όσο και ανάμεσα στους μουσικούς υπάρχει μια εντελώς εσφαλμένη άποψη ως προς το πώς οφείλει να αντιμετωπίζει κανείς τα θρησκευτικά θέματα. Οι ζωγράφοι πιστεύουν ότι οι φιγούρες πρέπει να αναπαριστώνται εξαϋλωμένες και ισχνές… Ωστόσο ο αληθινός χαρακτήρας της χριστιανικής τέχνης δεν έγκειται στην αδυναμία και στη χλωμάδα, αλλά στην ίδια την έξαψη της ψυχής… Από αυτή την άποψη, αναγνωρίζω στο Stabat Mater του Ροσίνι εντονότερο χριστιανικό χαρακτήρα απ’ ό,τι στον “Παύλο” του Φέλιξ Μέντελσον Μπαρτόλντι, το οποίο οι εχθροί του Ροσίνι θεωρούν μοντέλο χριστιανικού ύφους».
Ραβέλ από την Ορχήστρα του Παρισιού
Εξίσου αμιγές, αποκλειστικά αφιερωμένο στον Γάλλο Μορίς Ραβέλ (1875-1937), ένα συνθέτη γνωστό για την κομψότητα και την ομορφιά των μελωδιών του αλλά και για την αγάπη του προς τους χορευτικούς ρυθμούς, είναι το πρόγραμμα που παρουσιάζει στις 11 Ιουλίου στο Ηρώδειο η Ορχήστρα του Παρισιού υπό τον διάσημο μουσικό της διευθυντή, τον Γερμανό Κρίστοφ Εσενμπαχ. Σε ό,τι αφορά το δημοφιλέστατο «Bolero», τα λόγια είναι μάλλον περιττά αφού από την πρώτη του παρουσίαση το 1928 ως σήμερα εξακολουθεί να παραμένει εξαιρετικά δημοφιλές, έχοντας μάλιστα «περάσει» σε πολλές μορφές της «λαϊκής» κουλτούρας, όπως π.χ. ο κινηματογράφος και τα βιντεοπαιχνίδια. Η αλήθεια είναι ότι η τρομακτική επιτυχία που γνώρισε από την πρεμιέρα του κιόλας το έργο εξέπληξε και αυτόν ακόμη τον συνθέτη. Λέγεται ότι στη διάρκειά της μια γυναίκα φώναξε πως ο Ραβέλ ήταν τρελός. Πληροφορούμενος το περιστατικό, ο συνθέτης χαμογέλασε και είπε ότι στην πραγματικότητα ήταν αυτή που είχε καταλάβει το έργο…
Σε τροχιά αποχώρησης από την Ορχήστρα του Παρισιού – το 2010 τα «ηνία» αναλαμβάνει ο διάδοχός του Πάαβο Γιάρβι – ο Κρίστοφ Εσενμπαχ διευθύνει επίσης τη Σουίτα για Ορχήστρα αρ. 2 (1913) από το δημοφιλές μπαλέτο «Δάφνις και Χλόη», το χορογραφικό ποίημα για ορχήστρα «Το Βαλς» (1919-1920) – έργο που ολοκληρώθηκε μετά τη στρατιωτική θητεία του συνθέτη εν καιρώ πολέμου -, αλλά και την αγαπημένη σουίτα «Η μάνα μου η χήνα» (1911).
Προκόφιεφ από το Μπαλσόι
Νέος σε ηλικία, δραστήριος και ταλαντούχος, ο Ρώσος Αλεξάντρ Βεντέρνικοφ ανέλαβε το 2001 τη θέση του μουσικού διευθυντή του ιστορικού θεάτρου Μπαλσόι της Μόσχας συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ανανέωση και στην περαιτέρω ενδυνάμωση της διεθνούς απήχησής του, ύστερα από μια ενδιάμεση περίοδο ορισμένων «κλυδωνισμών». Την προηγουμένη των οπερατικών τους εμφανίσεων με τον εμβληματικό «Μπορίς Γκοντουνόφ» του Μουσόργκσκι στο Μέγαρο Μουσικής στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών η Συμφωνική Ορχήστρα και η Χορωδία Μπαλσόι υπό τον Βεντέρνικοφ δίνουν μια ενδιαφέρουσα συναυλία στο Ηρώδειο. Το πρόγραμμα για μία ακόμη φορά έχει χαρακτήρα «εθνικό» και είναι αποκλειστικά αφιερωμένο στον Σεργκέι Προκόφιεφ (1891-1953). Η βραδιά της 14ης Ιουλίου περιλαμβάνει έργα που γράφτηκαν μετά την επιστροφή του συνθέτη στην τότε Σοβιετική Ενωση το 1935.
Το τριμερές Δεύτερο Κοντσέρτο για βιολί σε σολ ελάσσονα, έργο 63 – σολίστ ο εκ Θεσσαλονίκης Σίμος Παπάνας – γράφτηκε την ίδια χρονιά και πρωτοπαρουσιάστηκε στη Μαδρίτη, όπου η επιτυχία του ήταν τέτοια ώστε μια αντιπροσωπεία μουσικών εστάλη ειδικά για να ευχαριστήσει τον συνθέτη. Τρία χρόνια αργότερα ο Προκόφιεφ έγραψε τη μουσική για την κινηματογραφική ταινία του Σεργκέι Αϊζενστάιν «Αλέξανδρος Νιέφσκι»· την επόμενη χρονιά τη μετέγραψε σε μορφή καντάτας για μεσόφωνο, χορωδία και ορχήστρα. Η καντάτα που θα ακουστεί στη συναυλία, με τη συμμετοχή της Ελένα Μανίστινα, θεωρείται μία από τις κορυφαίες του 20ού αιώνα από άποψη «ζωντανών» παρουσιάσεων και ηχογραφήσεων. Το πρόγραμμα κορυφώνεται με τη Σουίτα βαλς για Ορχήστρα, έργο 110 που γράφτηκε το 1946, ενώ η ζωή του συνθέτη έβαινε προς τη «δύση» της και η υγεία του επιδεινωνόταν συνεχώς.
Πληροφορίες-εισιτήρια: στο Φεστιβάλ Αθηνών, τηλ. 210-3272.000



