Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 η Οντρεϊ Χέπμπορν ήταν πλέον καταξιωμένη σταρ. Βραβευμένη με Οσκαρ α´ ρόλου για τις «Διακοπές στη Ρώμη» και υποψήφια για το ίδιο βραβείο στις ταινίες «Η ιστορία μιας μοναχής» και «Σαμπρίνα», η βρετανο-ολλανδή ηθοποιός είχε καθιερωθεί, προβάλλοντας μια αίσθηση αριστοκρατικής αθωότητας ευπαθών αλλά γοητευτικών γυναικών. Η Χέπμπορν, ωστόσο, γνώριζε ότι τα χρόνια περνούσαν και ανάλογοι ρόλοι δεν θα βρίσκονταν πλέον με ευκολία. Πολύ σοφά είχε αρχίσει να αναζητεί διαφορετικούς διαδρόμους. Στις αρχές του ’60 η Χέπμπορν χρειαζόταν ένα «όχημα» μέσω του οποίου θα έκανε μια ήρεμη μετάβαση σε πιο ώριμες, πνευματώδεις ηρωίδες, χωρίς όμως να στρέψει την πλάτη της στην ως τότε κινηματογραφική περσόνα που με κόπο είχε καταφέρει να επιβάλει.
Η Χόλι Γκολάιτλι, ηρωίδα του «Προγεύματος στο Τίφφανυς» στην παραγωγής 1961 κινηματογραφική εκδοχή του μυθιστορήματος του Τρούμαν Καπότε, απεδείχθη αυτό ακριβώς που η ηθοποιός αναζητούσε (στην Ελλάδα η ταινία πρωτοπροβλήθηκε με τον τίτλο «Τίποτε δεν είναι πιο ωραίο απ’ την αγάπη»). Ως Χόλι, η Οντρεϊ Χέπμπορν όχι μόνον υπήρξε μία από τις πιο φίνες γυναικείες παρουσίες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, αλλά εισήγαγε και το νέο πρότυπο της φιλελεύθερης γυναίκας το οποίο επρόκειτο να ωριμάσει περί τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Ρόλος ζωής για τη Χέπμπορν, αλλά και μια θαυμάσια στιγμή στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη Μπλέικ Εντουαρντς, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα επρόκειτο να γυρίσει τον «Ροζ Πάνθηρα» (που θα τον ακολουθούσε σε όλη τη μετέπειτα καριέρα του). Ο Εντουαρντς «συνέλαβε» στην «τρίχα» το κοσμοπολίτικο κλίμα του East Side Μανχάταν της Νέας Υόρκης με τα τρελά πάρτι, τις αβανγκάρντ καλλιτεχνικές αναζητήσεις και τους εκκεντρικούς εκπροσώπους τους. Ολο το καστ είναι προσεκτικά διαλεγμένο: ο Τζορτζ Πέπαρντ υποδύεται τον συγγραφέα που ελκύεται από τη Χόλι και αποσυντονίζεται από τις αντιφάσεις της, ο σπουδαίος καρατερίστας Μάρτιν Μπάλσαμ δίνει μια νότα κυνισμού στον ρόλο του ατζέντη της, η Πατρίσια Νιλ είναι η ελκυστική γυναίκα που φιλοξενεί τον συγγραφέα και ο Μίκι Ρούνεϊ συνδράμει στο χιούμορ της ταινίας, παίζοντας τον εκνευριστικό φωτογράφο κ. Γιουνιόσι που γκρινιάζει διαρκώς, απαιτώντας την ησυχία του.
Η μόνη αντίρρηση των κριτικών της εποχής ήταν στην αλλοίωση του φινάλε του κινηματογραφικού έργου που «πρόδωσε» το βιβλίο, γιατί ο Εντουαρντς αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με ένα τέλος πολύ πιο «happy» απ’ όσο του Καπότε. Η ταινία ωστόσο προτάθηκε για το Οσκαρ διασκευασμένου σεναρίου (Τζορτζ Αξελροντ), ενώ η Χέπμπορν βρέθηκε για ακόμη μία φορά στην πεντάδα των υποψηφίων για το βραβείο α´ γυναικείου ρόλου (το έχασε από την Σοφία Λόρεν των «Δύο γυναικών»).
Ειδική μνεία, τέλος, θα πρέπει να γίνει και στο περίφημο «Moon River», το τραγούδι του Χένρι Μαντσίνι που έγινε σήμα κατατεθέν της ταινίας και που ακόμη και σήμερα σιγοτραγουδιέται. Απέσπασε Οσκαρ, όπως και η μουσική της ταινίας.



