Οι όροι «κίτρινη κάρτα» και «κόκκινη κάρτα» μπορεί να χρησιμοποιούνται πλέον σε κάθε τομέα της καθημερινότητας, αλλά θυμίζουν σε όσους τους ακούνε ποδοσφαιρικό αγώνα. Για την ακρίβεια κανένας δεν μπορεί να φανταστεί ένα ποδοσφαιρικό ματς χωρίς αυτές τις δύο έγχρωμες κάρτες που παραμένουν καταχωνιασμένες στις τσέπες του διαιτητή και βγαίνουν μόνο για να «σημαδέψουν» κάποιον παίκτη που αποκλίνει από τους κανόνες του παιχνιδιού. Ο άνθρωπος που εφηύρε την κίτρινη και την κόκκινη κάρτα, τη χρηστική λειτουργία τους και τις εισήγαγε στο ποδόσφαιρο ήταν ο Βρετανός Κεν Αστον, ο οποίος έπειτα από την 28χρονη πορεία του στα γήπεδα ως διαιτητή προήδρευσε της επιτροπής διαιτησίας της FIFA (1970-1972). Τις πρώτες σκέψεις τις έκανε έπειτα από το επεισοδιακό παιχνίδι του Μουντιάλ 1962 ανάμεσα στη Χιλή και στην Ιταλία, ενώ την τελική απόφαση την πήρε το 1966 έπειτα από το παιχνίδι της Αγγλίας με την Αργεντινή.


Προλογίζοντας τα επίκαιρα του BBC1 της εποχής του Μουντιάλ 1962 που διεξαγόταν στη Χιλή, ο δημοσιογράφος του βρετανικού τηλεοπτικού σταθμού Ντέιβιντ Κόλεμαν είχε πει χαρακτηριστικά: «Αυτό που πρόκειται να δείτε είναι το πιο ηλίθιο, αηδιαστικό, απαίσιο και ντροπιαστικό ποδοσφαιρικό ματς στην ιστορία του αθλήματος». Η ατυχία του κορυφαίου – ίσως – βρετανού διαιτητή όλων των εποχών, του Κεν Αστον, ήταν ότι είχε συνδέσει το όνομά του με αυτό το παιχνίδι. Τη σφαγή του Σαντιάγκο, όπως χαρακτηρίστηκε ο ημιτελικός εκείνου του Μουντιάλ ανάμεσα στη διοργανώτρια Χιλή και στην Ιταλία.


Ο Κένεθ Τζορτζ Αστον γεννήθηκε στο Κόλτσεστερ και έγινε διαιτητής σε ηλικία μόλις 20 ετών. Το 1935, σπουδάζοντας ακόμη στο Κολέγιο του Σεντ Λέικς του Εξετερ, θεώρησε ότι το να διαιτητεύει ποδοσφαιρικούς αγώνες θα ήταν ό,τι καλύτερο για το βιογραφικό του. Οπως παραδέχτηκε σε μια συνέντευξή του στους «Times» του Λονδίνου, «δεν φανταζόμουν ότι ένας χρόνος στα γήπεδα θα ήταν υπεραρκετός για να με κερδίσει το ποδόσφαιρο. Μπήκα αμέσως στα βαθιά. Εκείνη την εποχή η χώρα έβγαινε από μια βαθιά οικονομική κρίση και στο Ανατολικό Λονδίνο όπου ήμουν οι αγώνες ήταν κυρίως μεταξύ εργατών. Ετσι βρήκα από νωρίς τα όριά μου. Δεν υπήρχαν ούτε επόπτες ούτε τίποτα. Επαιρνες ένα νούμερο από το 1 ως το 146 και πήγαινες στο αντίστοιχο γήπεδο, όπου ήσουν μόνος εναντίον όλων».


Ξαναβρέθηκε στην ίδια θέση το 1962. Επειτα από την αρχοντική διαιτησία του στο εναρκτήριο ματς του Μουντιάλ ανάμεσα στη Χιλή και στην Ελβετία, όπου μια φράση του χαράχτηκε στις σελίδες της ποδοσφαιρικής ιστορίας (παρατηρώντας έναν ελβετό αμυντικό του είχε πει «έξι σημάδια από τάπες στον μηρό ενός ποδοσφαιριστή είναι αρκετά για να σε προειδοποιήσω»), η FIFA τον όρισε να διευθύνει τον ημιτελικό που προδιαγραφόταν «καυτός». Το 1936 πήρε το επίσημο χρίσμα από την αγγλική ομοσπονδία και άρχισε να ανεβαίνει σταδιακά στην κλίμακα των διαιτητών. Μεσολάβησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, όπου ο Κεν Αστον βρέθηκε να πολεμάει ως λοχαγός πυροβολικού στην Ασία και την περίοδο 1949-1950 βρέθηκε να σφυρίζει αγώνες της πρώτης κατηγορίας του αγγλικού πρωταθλήματος και να αποκτά τη φήμη του αδέκαστου.


* Παρατηρητής πολεμικής σύρραξης


Στο Μουντιάλ του 1962 οι ιταλοί ανταποκριτές που είχαν ταξιδέψει στη Χιλή δύο μήνες πριν από την έναρξη της διοργάνωσης ανέφεραν στα κείμενά τους ότι «είναι αδύνατον να φιλοξενηθούν αγώνες σε αυτή τη χώρα», ενώ στην προσπάθειά τους να γίνουν περισσότερο γλαφυροί αμφισβητούσαν την ομορφιά και την ηθική των γυναικών της λατινοαμερικανικής χώρας.


Οπως ήταν λογικό, μόλις έγιναν γνωστά αυτά τα δημοσιεύματα οι Ιταλοί μετατράπηκαν σε εχθρό για τη Χιλή. «Δεν ήμουν διαιτητής σε ένα ποδοσφαιρικό ματς» θυμήθηκε πολλά χρόνια αργότερα ο Αστον και εξήγησε ότι «περισσότερο έμοιαζα με παρατηρητή πολεμικής σύρραξης». Δεν είχε άδικο. Μόλις στο 22ο δευτερόλεπτο του ματς παρατηρήθηκε ο πρώτος παίκτης, ενώ στο δωδέκατο λεπτό αποβλήθηκε ο πρώτος Ιταλός (Τζόρτζιο Φερίνι) και έγινε η πρώτη σύρραξη. Από τις συμπλοκές «γλίτωσε» την αποβολή ο Χιλιανός Λεονέλ Σάντσεζ που έσπασε τη μύτη του αρχηγού της «Σκουάντρα Ατζούρα» Ουμπέρτο Μάσκιο.


«Είχα την πλάτη γυρισμένη. Δεν το είδα» εξομολογήθηκε ο Αστον, ο οποίος ξαφνικά είδε στον διεθνή Τύπο δίπλα από το όνομά του να βρίσκονται επίθετα όπως «τυφλός» και «ανίκανος». «Είχα ζητήσει από τη FIFA τους δικούς μου επόπτες, αλλά όρισαν έναν μικροκαμωμένο πιτσιρικά Νεοϋορκέζο και έναν Μεξικανό. Οταν τους ζήτησα να μου πουν τι είδαν δεν απάντησαν. Η είσοδος των ένοπλων αστυνομικών και στρατιωτών τους είχε τρομάξει» είπε αργότερα ο βρετανός διαιτητής, ο οποίος αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 1963. Σχεδόν αμέσως ανέλαβε τη θέση του προέδρου της επιτροπής διαιτησίας της FIFA.


* «Μια νέα διεθνής γλώσσα»


Το πιο δύσκολο παιχνίδι του επόμενου Μουντιάλ, το οποίο διεξήχθη στην Αγγλία το 1966, ήταν το ντέρμπι της Αγγλίας με την Αργεντινή. Ο γερμανός διαιτητής Ρούντολφ Κλάιτλαϊν δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με κανέναν από τους 22 ποδοσφαιριστές καθώς μιλούσε μόνο τη μητρική του γλώσσα και έτσι κανένας δεν κατάλαβε ότι οι αδερφοί Τσάρλτον, ο Μπόμπι και ο Τζακ, είχαν παρατηρηθεί. Παράλληλα ο θηριώδης Αργεντινός Αντόνιο Ρατίν που αποβλήθηκε δεν δεχόταν να φύγει από τον αγωνιστικό χώρο. Τότε ο Κεν Αστον, που εκτελούσε χρέη επίσημου παρατηρητή του αγώνα, κατάλαβε ότι κάτι έπρεπε να αλλάξει στο ποδόσφαιρο. Φεύγοντας από το γραφείο του την επόμενη ημέρα και σταματώντας σε ένα πορτοκαλί φανάρι της οδού Χάι Στριτ στο Κένσινγκτον, του ήρθε η έμπνευση. Το πορτοκαλί φανάρι σημαίνει πρόσεχε, το κόκκινο σταμάτα. «Τόσο απλό ήταν» σκέφθηκε και το ερέθεισμα αυτό αποτέλεσε το πράσινο φως για τη γέννηση της ιδέας θέσπισης της κίτρινης και της κόκκινης κάρτας στο ποδόσφαιρο. «Με την κίτρινη κάρτα, όσοι βλέπουν το ματς καταλαβαίνουν τι θέλει να πει ο διαιτητής. Το ίδιο και με την κόκκινη κάρτα. Μια νέα διεθνής γλώσσα».


Η φιλοσοφία του Αστον, ο οποίος απεβίωσε τον Οκτώβριο του 2001, για το ποδόσφαιρο και τη διαιτησία ήταν εξαιρετικά απλή: «Ξέρω ότι είμαι ένας γερο-ηλίθιος. Το ποδόσφαιρο ήταν και είναι η ζωή μου και το θεωρώ πολύ απλό. Είναι σαν ένα θεατρικό έργο με 22 πρωταγωνιστές. Ο διαιτητής είναι κάτι σαν τον σκηνοθέτη. Με τη μοναδική διαφορά ότι δεν ξέρει το σενάριο, δεν γνωρίζει ποτέ το τέλος και το όλο έργο έχει μόνο έναν στόχο· να διασκεδάζει τον θεατή».


Η ιδέα του Αστον για θεσμοθέτηση των κίτρινων και κόκκινων καρτών γεννήθηκε το 1966. Εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στο Μουντιάλ του 1970 στο Μεξικό, όπου παραδόξως δεν αποβλήθηκε ούτε ένας ποδοσφαιριστής. Στη συντηρητική Αγγλία ο κανονισμός εφαρμόστηκε πολύ αργά, το 1976, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι η «εφεύρεση» του Κεν Αστον θα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του ποδοσφαίρου και θα φροντίζει να στιγματίζει τους «κακούς» κάθε ποδοσφαιρικού αγώνα.