Στις εκλογές του 2000 ο λαός έστειλε ένα μήνυμα. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα χρόνια για να ανακαλύψει το ΠαΣοΚ ότι όχι μόνο δεν το κατανόησε, αλλά δεν είχε καν ανοίξει τον φάκελο. Πριν από μία εβδομάδα οι πολίτες έστειλαν άλλο ένα μήνυμα. Θα καταφέρει άραγε αυτή τη φορά το ΠαΣοΚ να το αποκωδικοποιήσει; Στη θεωρία της πολιτικής επικοινωνίας υπάρχουν δύο σχολές σκέψης: αυτή που επιλέγει μια ήπια μακροχρόνια στρατηγική εκκινώντας από τη θέση του αδύναμου και αυτή της πόλωσης και των βίαιων διλημμάτων από τη θέση του ισχυρού. H Νέα Δημοκρατία ακολούθησε την πρώτη «συνταγή» και έγινε κυβέρνηση. Το ΠαΣοΚ θα καταφέρει να απαγκιστρωθεί από τη νοοτροπία της «αιώνιας κυβέρνησης»;
Τα κατά ΠαΣοΚ αίτια της ήττας χωρίζονται σε δύο περιόδους: στα λάθη που έγιναν από το 2000 και εντεύθεν, και σε αυτά της προεκλογικής περιόδου. Ως γενικότερα αίτια τα στελέχη του κόμματος εντοπίζουν τα εξής:
* Τη μακροχρόνια παραμονή στη διακυβέρνηση και τη φθορά που αυτή συνεπάγεται. Με μια τέταρτη εκλογική νίκη το ΠαΣοΚ θα κατέγραφε ρεκόρ που δεν θα είχε όμοιό του.
* Το ΠαΣοΚ, ενώ επένδυσε στα μεγάλα έργα και στην ανάπτυξη της οικονομίας, υστέρησε στο να δώσει λύσεις στα καθημερινά προβλήματα των πολιτών.
* Τα ζητήματα ύφους και ήθους όσων ασκούσαν εξουσία. Τα μεγαλοστελέχη του κόμματος αποκόπηκαν από τις κοινωνικές μάζες που παραδοσιακά στήριζαν το ΠαΣοΚ.
* Τους χειρισμούς σε υποθέσεις όπως το Χρηματιστήριο, οι ταυτότητες, η αντιμετώπιση της ανεργίας, το Ασφαλιστικό κ.ά.
* Τη γραφειοκρατία και τον «νεοπαλαιοκομματισμό», την αδυναμία του ΠαΣοΚ να προχωρήσει σε μεταρρύθμιση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, ακόμη και του ίδιου του κόμματος.
* «Ξεχάσαμε τον πολίτη»
H ήττα υπήρξε πριν από την ήττα. Τα τέσσερα τελευταία χρόνια διογκωνόταν το κύμα δυσαρέσκειας των πολιτών, αλλά το ΠαΣοΚ έδειχνε να προχωρά σαν υπνωτισμένο στο μονοπάτι των ισχυρών, χωρίς να αντιλαμβάνεται (ή να παραδέχεται) ότι έχει απολέσει την ισχύ του. «H δεκάχρονη παραμονή μας στην εξουσία κούρασε το εκλογικό σώμα και έτσι η “αλλαγή” και η “ανανέωση” αναδείχθηκαν μη αναστρέψιμη εξέλιξη» ομολογεί ο κ. A. Τσοχατζόπουλος. «Κύρια αιτία όμως ήταν ότι στη δεύτερη τετραετία με τον Κώστα Σημίτη είχαμε μεν μεγάλες επιτυχίες, που έκαναν ιδιαίτερα δυνατή την Ελλάδα, την οικονομία και τους θεσμούς, όμως αφήσαμε τελικά τον πολίτη αδύναμο, στο περιθώριο, να παλεύει “αβοήθητος” στην ατομική του πορεία προσαρμογής και σύγκλισης στα νέα δεδομένα. Πληρώσαμε την αδυναμία μας τα οφέλη της ανάπτυξης να διαχυθούν δίκαια σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες. Δημιουργήσαμε την ισχυρή Ελλάδα, όχι όμως ισχυρό και τον κάθε πολίτη. Επιπλέον, ο ισχυρά τεχνοκρατικός λόγος της διακυβέρνησης Σημίτη, μαζί με φαινόμενα αλαζονείας και αυταρέσκειας, κλόνισε ακόμη περισσότερο τη σχέση μας με τα λαϊκά στρώματα. Παρότι, από τις εκλογές του 2000, ισχυρές δυνάμεις στο ΠαΣοΚ ζητούσαμε τη στροφή στον άνθρωπο και στον πολίτη, και παρά και την αντίστοιχη πολιτική συμφωνία στο Συνέδριο του 2001, η αδυναμία μας να το κάνουμε τελικά αυτό πράξη οδήγησε μεγάλο τμήμα αυτών των δυσαρεστημένων και απογοητευμένων ψηφοφόρων μας προς τη ΝΔ, που την ίδια στιγμή χρησιμοποιούσε ένα φιλολαϊκό και κοινωνικά ευαίσθητο πρόσωπο αλλά και λόγο, χωρίς να υπάρχει αισθητό ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα υπεροχής και αποδοχής της».
Οι πολίτες όμως, ειδικά όσοι παραδοσιακά ψήφιζαν ΠαΣοΚ, βίωναν με έντονα συναισθήματα την αποξένωση του κόμματός τους από την κοινωνία. Λίγο καιρό πριν από τις εκλογές κορυφαίο στέλεχος της προηγούμενης κυβέρνησης δανείστηκε, σε μια πολιτική συνάντηση, τη φράση ενός γηραιού ψηφοφόρου για να σχολιάσει την τετραετία Σημίτη. «Μιλούσα σε μια συγκέντρωση πριν από την αλλαγή προέδρου στο κόμμα και αφού εξάντλησα όλα τα επιχειρήματα προκειμένου να τους πείσω να ξαναψηφίσουν ΠαΣοΚ, σηκώνεται ένας ηλικιωμένος και μου λέει: “Εμείς τον Ανδρέα Παπανδρέου τον ψηφίζαμε όχι γιατί μας πρόσφερε, αλλά γιατί μας αγάπαγε. Αυτός δεν μας αγαπάει!”».
Το αίτημα για αλλαγή διακυβέρνησης ήταν ισχυρό και πριν από τις εκλογές του 2000. Τότε όμως ανέκοψε το ρεύμα η προσωπικότητα του κ. K. Σημίτη. Το 2004, όπως έδειξε το εκλογικό αποτέλεσμα, κανένα εμπόδιο δεν ήταν ικανό να αποτρέψει τη νίκη της ΝΔ. «H αλλαγή ηγεσίας» επισημαίνει ο κ. Τσοχατζόπουλος «και η ανάδειξη του Γιώργου Παπανδρέου ως προέδρου, έστω και καθυστερημένα, δημιούργησε μια σημαντική ελπίδα ανάκαμψης, όπως φάνηκε και από την εντυπωσιακή συμμετοχή του κόσμου στην εκλογή του. Ο χρόνος όμως ήταν ελάχιστος για να μπορέσουμε να εκφράσουμε πειστικά το νέο όραμα που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία στη νέα εποχή. Στην πορεία, δε, το θέμα της Χαλκιδικής και η αμφισημία των αντιφατικών μηνυμάτων που δίναμε στους πολίτες, καθώς επιστρέφαμε στο σκληρό ροκ της αντιπαράθεσης με τη Δεξιά, τη στιγμή που συνεργαζόμασταν εκλογικά με συμβολικά στελέχη του νεοφιλελευθερισμού, ανέκοψαν πλέον κάθε ελπίδα ανατροπής της κατάστασης».
* «Το αίτημα της αλλαγής»
Είναι φανερό ότι ο διάλογος που τώρα ξεκινά στο εσωτερικό του ΠαΣοΚ δεν θα είναι εύκολος, ιδίως όταν και άλλα κορυφαία στελέχη κινούνται περίπου στο ίδιο μήκος κύματος. «Οι πολίτες έγιναν απλό “αντικείμενο” της πολιτικής» παρατηρεί ο κ. Γ. Φλωρίδης. «Πλάι σε αυτά, επιλέχθηκαν από πολλούς η γραφειοκρατία και ο νεοπαλαιοκομματισμός. Να απορρίψουμε οριστικά και τα δύο. Να συζητήσουμε ανοιχτά, αντιγραφειοκρατικά, σαν πολιτικό κίνημα που είμαστε, για το κοινωνικό νόημα της πολιτικής μας παρουσίας. Να ασκηθεί πολιτική ουσίας γύρω από αυτό. Ούτε απολίτικη φυγή προς τα εμπρός ούτε μουσειακή επιστροφή “στις ρίζες”. Να αποδείξουμε τη διαφορετική κοινωνική μας πρόταση, με μια σύγχρονη και ουσιαστική αντιπολίτευση, χωρίς παρωχημένους μετωπισμούς. H προοπτική μας θα κριθεί από την αμφίδρομη υποστήριξη, την πραγμάτωση της εντολής της 8ης Φεβρουαρίου, του ριζοσπαστικού αιτήματος αλλαγής και επαναπροσδιορισμού».
* «H παραμονή στην εξουσία»
«H ανάλυση ενός εκλογικού αποτελέσματος είναι σύνθετη, γι’ αυτό δεν επιτρέπεται μονοδιάστατη και αποσπασματική συμπερασματολογία» πιστεύει ο κ. Δ. Ρέππας. «Θεωρώ πως η πολύχρονη παραμονή στη διακυβέρνηση της χώρας έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο. H δημιουργία ενός σύγχρονου δημοκρατικού, κοινωνικού, οικονομικού και θεσμικού κεκτημένου πιστώνεται στα θετικά μας, όμως αυτομάτως δίνει τη δυνατότητα στον πολίτη να κάνει τις επιλογές του με εμπροσθοβαρή κριτήρια. Δηλαδή αυτό που του λείπει και προσδοκά να αποκτήσει. Πολλά επί μέρους θέματα έπαιξαν θετικό ή αρνητικό ρόλο, αλλά κατά κύριο λόγο οι πολίτες μας έκριναν και τοποθετήθηκαν υπέρ της ΝΔ λόγω της έμφυτης ανάγκης για αλλαγή, όπως σε όλους τους τομείς, και στην πολιτική. Το ΠαΣοΚ ίσως έπρεπε να προχωρήσει σε ουσιαστικότερες αλλαγές το ίδιο, για να μπορεί να πείσει ότι εκφράζει το αίτημα της αλλαγής που είναι χαρακτηριστικό και σύμφυτο της κοινωνικής εξέλιξης».
Τώρα, που έχει φθάσει η ώρα της περισυλλογής, τα στελέχη του ΠαΣοΚ περιγράφουν με ειλικρίνεια τη ζοφερή κατάσταση προτού αναλάβει ο κ. Γ. Παπανδρέου το τιμόνι του ΠαΣοΚ. «Πώς να μας εμπιστευθεί ο κόσμος, όταν ο κ. Σημίτης κατάλαβε μετά τη δική μας αντίδραση και των συνδικάτων ότι το νομοσχέδιο Γιαννίτση για το Ασφαλιστικό, το οποίο το μάθαμε από τις εφημερίδες, ήταν άνισο και απαράδεκτο και ότι είχαμε απέναντι την κοινωνία;» επισημαίνει κορυφαίο στέλεχος του ΠαΣοΚ, το οποίο επιθυμεί επί της παρούσης να διατηρήσει την ανωνυμία του. «Ή όταν προχωρήσαμε σε αυτή την άσκοπη σύγκρουση με την Εκκλησία για τις ταυτότητες; Ή όταν μετά την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου, αντί να παραδεχθούμε το λάθος μας, λέγαμε ας πρόσεχαν οι πολίτες; Με την έλευση του ευρώ γιατί δεν ελέγξαμε την ακρίβεια; Την ανεργία μπορεί να την πήγαμε από το 11% στο 9% αλλά αυτοί που περιλαμβάνονταν σε αυτό το ποσοστό παρέμεναν άνεργοι. Στο ΠαΣοΚ πάντα φταίει η τελευταία συνέντευξη, το τελευταίο ντιμπέιτ, η τελευταία αφίσα. Αν δεν ήταν τώρα πρόεδρος ο Παπανδρέου, με τον Σημίτη το ΠαΣοΚ θα είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης» επισημαίνει.
* «H αποχή δεν δικαιώνεται»
Με αυτά τα δεδομένα, προκύπτει εύλογα το ερώτημα γιατί δέχθηκε ο κ. Παπανδρέου να γευθεί αυτός το πικρό ποτήρι της ήττας. «Δεν ξέρω τι μέτρησε ο ίδιος» λέει ο κ. N. Σηφουνάκης. «Θα σας πω τι απάντησε σ’ εμένα ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν μου πρότεινε να με κατεβάσει βουλευτή και του είπα ότι δεν είμαι έτοιμος: “H αποχή ποτέ δεν δικαιώνεται”. Και είχε δίκιο. Δεν μπορείς να αποφεύγεις τη μάχη φοβούμενος για την έκβασή της. Αν η αλλαγή στην ηγεσία είχε γίνει τον Ιούνιο, μετά την προεδρία, και πηγαίναμε σε εκλογές τον Οκτώβριο, πιστεύω ότι θα είχαμε κερδίσει τις εκλογές. Το ποσοστό που πήραμε άλλωστε και ο αριθμός των αναποφασίστων δείχνουν ότι η πλειοψηφία αντιστεκόταν μέχρι την τελευταία στιγμή σε μια συντηρητική επιλογή διακυβέρνησης».
H προσπάθεια που έκανε ο κ. Παπανδρέου να βάλει νέους εταίρους στο ΠαΣοΚ από τα δεξιά και από τα αριστερά, κατά τον κ. Σηφουνάκη, δεν απέδωσε καρπούς γιατί δεν ήταν κατάλληλος ούτε ο χρόνος ούτε ο τρόπος που έγινε. Για να στηρίξει το επιχείρημά του δανείζεται το παράδειγμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος αρχικά είχε απέναντί του το Παλάτι και όλη την αστική τάξη της Ελλάδας, όταν όμως έκανε τη ρήξη με το Παλάτι οι ιδέες του είχαν ωριμάσει και τάχθηκαν στο πλευρό του οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι των αστών. Αλλα στελέχη του ΠαΣοΚ υποστηρίζουν ότι δεν έφταιξε ο χρόνος αλλά το γεγονός ότι η συνεργασία με τον κ. A. Ανδριανόπουλο εξελήφθη ως προϊόν συναλλαγής μετά την άρνηση της ΝΔ να τον εντάξει στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, ενώ τα θέματα στα οποία θα συνέβαλλαν με τις απόψεις τους αυτός και ο κ. Στ. Μάνος (ναρκωτικά, μετανάστες κ.ά.) ήταν ήσσονος σημασίας για τους πολίτες.
* «Ο πήχυς του Ιουνίου»
Εμφαση στις ευρωεκλογές της 13ης Ιουνίου πιστεύει ότι απαιτείται να δοθεί και ο κ. Χρ. Βερελής. «Αυτή η εκλογική αναμέτρηση θα πρέπει να είναι ο πήχης του ΠαΣοΚ. Προϋπόθεση καλής πορείας είναι η σκληρή δουλειά 90 ημερών χωρίς παραφωνίες» τονίζει. Ο κ. Βερελής υπενθυμίζει τη ρήση ότι «οι νίκες έχουν πολλούς πατέρες και οι ήττες κανέναν» και προτρέπει τους συντρόφους του «να έχουν όλοι το θάρρος να γίνουν ανάδοχοι αυτής της ήττας. Δεν μας ταιριάζει η εσωστρέφεια, η οποία, αν επικρατήσει, θα πλήξει το δημοκρατικό κίνημά μας». Σημειώνει δε ότι το 40% που συγκέντρωσε το ΠαΣοΚ είναι το υψηλότερο ποσοστό που έχει λάβει αξιωματική αντιπολίτευση σε όλη την Ευρώπη. Δεν συμφωνούν όλα τα στελέχη με αυτή την προσέγγιση για τις ευρωεκλογές. «Τα ποσοστά μας θα πρέπει να συγκριθούν με αυτά του 1999. Πάντα στις ευρωεκλογές η ψήφος είναι πιο χαλαρή και τα ποσοστά των δύο μεγάλων κομμάτων πέφτουν» λένε.
* «Νικηφόρα προοπτική»
Πώς διαμορφώνεται η επόμενη ημέρα στο ΠαΣοΚ; Από πού πρέπει να «ξαναπιάσει το νήμα» που θα το συνδέσει με τα παραδοσιακά στρώματα των ψηφοφόρων του και πώς θα διευρύνει την «ψήφο εμπιστοσύνης» του 40,5%; «Αν θέλουμε να συζητούμε για τις αιτίες, αυτό μπορεί να γίνεται επί μία δεκαετία» τονίζει ο κ. N. Χριστοδουλάκης. «Το ΠαΣοΚ θα πρέπει να κοιτάξει μπροστά για μια νικηφόρα προοπτική. Πρέπει να πείσουμε για μια προοδευτική διακυβέρνηση, καθώς και ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα των πολιτών» λέει. «Για τα άλλα θα φροντίσει η ιστορία» συμπληρώνει με νόημα.
* «Γενναίες αποφάσεις»
«Σημαντικότερο από την κατανόηση των αιτιών της ήττας» επισημαίνει ο κ. X. Καστανίδης «είναι να δείξουμε ειλικρινή διάθεση στην αποτίμηση της κατάστασης και να λάβουμε γενναίες αποφάσεις που θα αλλάζουν εκ βάθρων την ανθρωπογεωγραφία στο ΠαΣοΚ, οργανωτικά μοντέλα και προγραμματικές ιδέες όπου χρειάζονται. Κυρίως απαιτείται να μείνουμε σταθερά δίπλα στον δημοκρατικό πολίτη που τόσο ανάγκη το έχει».
H αλλαγή ηγεσίας και η τροχοπέδη
Στην προεκλογική στρατηγική χρεώνουν την υπόθεση Πάχτα, την αντιφατικότητα του λόγου, τη σύγχυση που επέφεραν στους ψηφοφόρους οι αμφίπλευρες διευρύνσεις, η πόλωση που επιδιώχθηκε την τελευταία εβδομάδα και που ήταν αντίθετη με το ύφος του κ. Γ. Παπανδρέου. Φάνηκε δηλαδή σαν το κόμμα, τρεις εβδομάδες μετά την απευθείας εκλογή από τη βάση του προέδρου του, να επανήλθε στον παλαιό εαυτό του και να ανέκτησε το πάνω χέρι. «H αλλαγή ηγεσίας στο ΠαΣοΚ έδειξε ότι υπήρχε μια δυναμική. Οι πολίτες δεν είχαν αποφασίσει ακόμη ποιος θα ήταν ο νικητής των εκλογών. Εκείνη τη στιγμή ήρθε ο Πάχτας και εκτόξευσε τη διαφορά στις 20 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η πρόθεση ψήφου έφθασε στις 4 μονάδες. H υπόθεση αυτή θύμισε στους πολίτες τον πυρήνα της κριτικής της Νέας Δημοκρατίας. Ο,τι επακολούθησε αφορούσε τη διαφορά με την οποία θα κέρδιζε η ΝΔ και όχι την έκβαση της αναμέτρησης» επισημαίνει ο κ. Στ. Φαναράς, διευθύνων σύμβουλος της Metron Analysis.
ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ «Πολλαπλά ελλείμματα»
H απώλεια της πολιτικής ηγεμονίας από το ΠαΣοΚ, πιστεύει και ο κ. N. Κριθαρίδης, γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής Θεσσαλονίκης όπου το ΠαΣοΚ είδε τα ποσοστά του να υποχωρούν σημαντικά, «ήταν φυσικό επακόλουθο της διάρρηξης του πυρήνα των κοινωνικών του συμμαχιών και της συνεπαγόμενης αποξένωσής του από τις κοινωνικές ομάδες που η διαδικασία του οικονομικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού τείνει να περιθωριοποιεί (άνεργοι, νεόπτωχοι, αγρότες, συνταξιούχοι κ.λπ.). Το ΠαΣοΚ των μεγάλων εθνικών επιτυχιών σημείωσε πολλαπλά ελλείμματα σε κρίσιμους τομείς άσκησης της εξουσίας».
ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ «Ολοι μας… φταίτε»
Ο λαός λέει ότι το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι, στην προκειμένη περίπτωση όμως το
ΠαΣοΚ βρωμούσε από την… ουρά. «H οργάνωση ήταν κλινικά νεκρή» λέει ο κ. B. Κούφης, γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής B6. «Μας ξεπέρασε η κοινωνία, το λεγόμενο “κοινωνικό ΠαΣοΚ”, η εποχή. Στην ήττα όλοι έχουμε το μερίδιο της ευθύνης που μας αναλογεί. Φοβάμαι όμως ότι στον απολογισμό θα κυριαρχήσει η νοοτροπία του “όλοι μας… φταίτε”. Πιστεύω ότι τον πάτο του βαρελιού δεν τον είδαμε ακόμα. Πρέπει να σαλπίσουμε άμεση ανασύνταξη δυνάμεων και να παλέψουμε για τις ευρωεκλογές».
ΖΑΚΥΝΘΟΣ «Δείχνει τον δρόμο»
Τον δρόμο ίσως δείχνει η Ζάκυνθος, η μοναδική μονοεδρική όπου όχι μόνο κέρδισε την έδρα το ΠαΣοΚ αλλά αύξησε ελαφρώς το ποσοστό του κατά 0,03%. «Εμείς ζήσαμε ήδη στο πετσί μας τη νοοτροπία της ΝΔ λόγω του δημάρχου και του νομάρχη. Οι αιρετοί μας δυστυχώς αποδείχθηκαν ανίκανοι, δεν έκαναν τίποτα για τον τόπο. Σκεφθείτε ότι είχαν εγκριθεί για το νησί 31 δισ. και δεν κατάφεραν να τα απορροφήσουν. Εγώ ήμουν σίγουρη ότι θα κερδίζαμε την έδρα» λέει η κυρία Μαρλέν Μαρίνου-Ξάνθου, γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής Ζακύνθου.



