Στις 14 Σεπτεμβρίου ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος κήρυξε την έναρξη της συγκέντρωσης υπογραφών από τις εκκλησίες για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το ζήτημα των ταυτοτήτων. Η όλη στάση του θρησκευτικού ηγέτη στο μείζον θέμα της αντιπαράθεσης Πολιτείας – Εκκλησίας έχει προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις. Γιατί όμως η Ιεραρχία κατέληξε σε αυτή την απόφαση και πού θα μας οδηγήσει αυτός ο νέος διχασμός;



Μια από τις εντυπωσιακές και ιδιαιτέρως περίεργες αντιδράσεις στις αψιμαχίες για τις ταυτότητες τους τελευταίους μήνες υπήρξε η επίθεση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Χριστόδουλου και άλλων επισκόπων, όπως του κ. Καλλίνικου, εναντίον των διανοουμένων. Περίεργη αντίδραση επειδή οι έλληνες διανοούμενοι, οι ελάχιστοι που πήραν μέρος στις αψιμαχίες, δεν έκαναν τίποτε διαφορετικό από αυτό που έκανε ο Αρχιεπίσκοπος και η ομάδα των ιεραρχών του, δηλαδή υποστήριξαν τις απόψεις τους. Αντίδραση εντυπωσιακή της ηγεσίας της Εκκλησίας στην οποία θα ήταν άδικο να αποδώσουμε την πρόθεση ότι θέλει να περιστείλει την ελευθερία του λόγου. Αντίθετα, θα υποστήριζα ότι επρόκειτο για αδεξιότητα από αμηχανία έναντι του λόγου των διανοουμένων, παρ’ ότι νομίζω ότι ο αντικληρικαλιστικός λόγος των δεύτερων ήταν εκτός εξαιρέσεων γενικόλογος, θα έλεγα δέσμιος.


Στην ιστορία της ελληνικής διανόησης έχουν υπάρξει ρωμαλέοι αντικληρικαλιστές. Και δεν εννοώ μόνο εκείνους στους οποίους το δικό μου μυαλό πάει, δηλαδή τους μαρξιστές και τους κομμουνιστές του Μεσοπολέμου. Εννοώ τους κληρικούς αντικληρικαλιστές της Ελληνικής Επανάστασης, όπως ο Παπαφλέσσας, τον οποίο ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών επιδίωξε να μετατρέψει σε σύμβολο του αγώνα της ιεραρχίας. Σχεδόν αδύνατο, με κάθε σεβασμό, είναι μάταιος ο κόπος. Ο ένας διακινδύνεψε οικειοθελώς τη ζωή του για τις ιδέες του και την έχασε αφήνοντας παρακαταθήκη τη στάση ζωής αυτού που μάχεται για το ορθό και το δίκαιο, η άλλη είναι κρατικός μηχανισμός. Αν υποθέσουμε ότι η σημερινή ελληνική Εκκλησία είναι η Λάρισα, τότε ο Παπαφλέσσας είναι ο Υδραίος, και σύμφωνα με τον ποιητή η επικοινωνία τους αδύνατη. Παρά τον ορυμαγδό ονομάτων και συμβόλων του ελληνικού ’21 από τη μια πλευρά, και της επίκλησης των γάλλων και άγγλων διαφωτιστών οπαδών του κοσμικού κράτους από την άλλη, η δική μου σκέψη στριφογύριζε διαρκώς γύρω από το κατ’ εξοχήν διανοούμενο τέκνο του ελληνικού και ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Αν λοιπόν στις αψιμαχίες των ταυτοτήτων ήθελα να αντικρούσω τα λεγόμενα του Αρχιεπισκόπου και των ιεραρχών του, όπως οι σύγχρονοι αντικληρικαλιστές, θα μάθαινα από την κριτική τόλμη και την αυτοτέλεια της σκέψης αυτού του συριανού ­ έλληνα ­ Ευρωπαίου.


Πίστευε και μη ερεύνα


Η Ορθόδοξη Εκκλησία, σε αντίθεση με την περιδίνηση της Καθολικής μετά το σχίσμα, ήταν εξαιρετικά καλά προστατευμένη πάντοτε. Βρέθηκε τρεις αιώνες από την ίδρυσή της υπό την προστασία της κεντρικής εξουσίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και παρέμεινε εξουσία μέχρι τέλους. Εβδομήντα μόλις χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς μετατράπηκε σε υψηλό μηχανισμό συνδιοίκησης του οθωμανικού κράτους. Πολέμησε τον Διαφωτισμό, αφόρισε την Ελληνική Επανάσταση και λίγο μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ως ελληνική αυτοκέφαλη πλέον, κατέλαβε κατ’ αναλογία τη θέση που είχε το Πατριαρχείο στην οθωμανική αυτοκρατορική εξουσία. Αιώνες παρά την εξουσία, στήριγμα της εκάστοτε εξουσίας, αυτό είναι το κέντρο βάρους της παράδοσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και της ελληνικής, όπως τη διαμόρφωσαν οι επιλογές της κατά τη μακραίωνη ιστορία της. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η ελληνική Εκκλησία, με τις αναγκαίες εξαιρέσεις, βρέθηκε πάντοτε στο πλευρό των πλέον αντιδραστικών καθεστώτων που εγκαθιδρύθηκαν στη χώρα μας. Δεν είναι ακόμη περίεργος ο συντηρητισμός της, γνώρισμα όλων άλλωστε των εξουσιών, πόσο μάλλον των μακραίωνων. Συντηρητισμός ο οποίος στην ελληνική Εκκλησία δεν συγκροτείται ως συστηματική άποψη δημόσια εκφρασμένη, όπως στο Βατικανό, αλλά κυρίως ως αυθόρμητη αντίδραση απέναντι σε κάτι άγνωστο. Και το άγνωστο για την ελληνική Εκκλησία, τουλάχιστον για την πλειονότητα των επισκόπων της, είναι η ελληνική κοινωνία και η εξέλιξή της.


Σχηματικότατα, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους οι ιεράρχες ήταν ποιμένες μιας αγροτικής εν πολλοίς και αναλφάβητης κοινωνίας, διέθεταν καλές προσβάσεις στον αστικό κόσμο και λειτουργούσαν πιστά ως ιδεολογικά στηρίγματα όλων των αυταρχικών (των κοινοβουλευτικών περιλαμβανομένων) κυβερνήσεων ή και καθεστώτων. Ηταν κοντολογίς εξαιρετικά καλά τακτοποιημένοι σε έναν κοινωνικό σχηματισμό αρκετά κλειστό. Την τελευταία ιδίως δεκαετία έχουν βρεθεί ενώπιον μιας κοινωνίας της οποίας μεγάλα τμήματα των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων καταναλώνουν ακατάπαυστα lifestyle τηλεοπτικό και έντυπο, μιλάνε στα κινητά τους ως παρανοημένοι στη μέση του δρόμου ή οδηγώντας με 100 χιλιόμετρα, ανοίγουν ακατάσχετα κωδικούς στο Χρηματιστήριο και το κάνουν να καταρρεύσει, αγοράζουν τζιπ 4.000 κυβικών για να μετακινούνται λίγα χιλιόμετρα ως τον Βασιλόπουλο να αγοράσουν ψητά πατατάκια, διαιτώνται μεταξύ ανορεξίας και βουλιμίας, μπουκώνουν τα παιδιά τους με λεφτά για να τους αφήνουν ήσυχους, θέλουν να ηδονίζονται χωρίς καμία ψυχική επένδυση, κρύβουν την πολύ πρόσφατη ταπεινή τους καταγωγή σαν να ήταν λεκές, θέλουν να έχουν ιστορία αλλά είναι πλήρως ανιστόρητοι, θέλουν σαν τρελοί να μπούμε στην ΟΝΕ και μόλις μπούμε αδιαφορούν ή φοβούνται ότι θα χαλάσει η σούπα της ανομίας, θέλουν εκσυγχρονισμό αλλά για τους άλλους, θέλουν τόσα πολλά που το μόνο συμπέρασμα ενός ειδικού της κοινωνικής ψυχολογίας θα ήταν ότι μεγάλα τμήματα της άρχουσας κοινωνίας μας διάγουν σε ψυχικό καθεστώς φόβου και ενίοτε πανικού. Και αυτές οι συμπεριφορές έχουν πλέον διαδοθεί σε τμήματα των λαϊκών στρωμάτων εγκαθιδρύοντας εκεί τον τέλειο αποπροσανατολισμό.


Ρεπλίκες αυτού που νόμισαν ότι είναι μοντέρνο δίνουν τον πολιτισμικό τόνο στην ελληνική κοινωνία εκφράζοντας ένα πρωτόγονο ατομικισμό, με τη βοήθεια της τηλεόρασης καταδικάζουν στη σιωπή όλους τους άλλους έλληνες πολίτες που θέλουν να είναι στη νέα εποχή αλλά όχι να εκμαυλιστούν.


Τα κόμματα και η Ιεραρχία


Από όλα αυτά οι έλληνες ιεράρχες δεν καταλαβαίνουν σχεδόν τίποτε. Αντιλαμβάνονται όμως εμπειρικά κάτι φαινομενικά άσχετο. Οτι οι πυλώνες του πολιτικού μας συστήματος, δηλαδή τα πολιτικά κόμματα, είναι άκρως ευάλωτα. Πράγματι τα ελληνικά πολιτικά κόμματα ταλανίζονται από τη χειρότερη κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης που έχουν γνωρίσει στη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Ταλανίζονται επίσης από τη βραδεία αλλά σταθερά αυξανόμενη αυτονόμηση της ισχύος των πολιτικών και κρατικών θεσμών από αυτά, και ακόμη από την εξάρτηση της κοινωνικής τους επιρροής από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Τα κόμματα ως συλλογικά υποκείμενα αλλά και αρκετά από τα μεμονωμένα στελέχη τους είναι διατεθειμένα να πράξουν οτιδήποτε προκειμένου να βρεθούν εντός των νέων πεδίων ισχύος ή, όπως η Εκκλησία, διαφαινόμενης ισχύος. Ως την εμφάνιση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών ακολουθούσαν ατομικά (τα περισσότερα στελέχη) και ανέχονταν το κοινωνικό-πολιτιστικό πρότυπο που προσπάθησα να σκιαγραφήσω παραπάνω. Πίστευαν ότι εκεί βρίσκεται ο νέος κοινωνικός χώρος με επιρροή.


Τα πολιτικά κόμματα και η Εκκλησία έχουν μεταξύ τους κάτι κοινό: συγκροτήθηκαν στη θαλπωρή του κράτους πλέκοντας μεταξύ τους αμοιβαία συμφέροντα ιδεολογικού και εκλογικού ελέγχου των πολιτών, όπως αυτό της διοικητικής επιβολής του θρησκεύματος και του προσανατολισμού του σταυρού προτίμησης στις βουλευτικές εκλογές αντιστοίχως. Εχουν καθιερώσει αμοιβαίες απαλλαγές από κοινές σε όλους υποχρεώσεις. Και τέλος έχουν κοινά θεσμικά χαρακτηριστικά λειτουργίας, όπως αυτό της ανεξάρτητης προς το πολίτευμα εσωτερικής τους οργάνωσης, με ακραία βέβαια περίπτωση την Εκκλησία.


Οι μεγάλοι χαμένοι


Οι καιροί όμως αλλάζουν, ευτυχώς. Μετά το άνοιγμα της ελληνικής οικονομίας στη διεθνή αγορά και ιδίως τη συστηματική ένταξη της πολιτικής τα τελευταία χρόνια στους ενωσιακούς θεσμούς εκπίπτει σιγά σιγά ο ως πρόσφατα κλειστός, αυταρχικός και πατριαρχικός χαρακτήρας της πολιτικής εξουσίας, ενώ ταυτοχρόνως αυτή η ίδια διαμορφώνει νομιμοποιητικά σύμβολα εγκόσμια. Από αυτή την εκσυγχρονιστική διαδικασία, όσο αποσπασματική και αν είναι, οι μεγάλοι χαμένοι είναι τα πολιτικά κόμματα και η Εκκλησία. Αν όμως τα πολιτικά κόμματα μπορούν να προσβλέπουν στην εξουσία ­ κάτι το οποίο από το παράδειγμα της ΝΔ στις πρόσφατες εκλογές και μετά τείνει να γίνει αμφίβολο ­ η Εκκλησία δεν έχει διέξοδο παρά σε κάτι το οποίο της είναι απολύτως αδύνατο: να εκσυγχρονιστεί. Και τούτο της είναι αδύνατο ακριβώς λόγω της ιστορίας της. Ετσι, η μόνη λύση που της απέμενε ήταν η αύξηση της πραγματικής κοινωνικής επιρροής, η συγκέντρωση δύναμης εκτός της θαλπωρής του κράτους και της εξουσίας. Και αυτό επεδίωξε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Χριστόδουλος. Μόνο που στην τρέχουσα κοινωνική και πολιτική συγκυρία το ποίμνιο που είναι διαθέσιμο να τον ακολουθήσει (πέραν του ολιγάριθμου παραδοσιακού των οργανώσεων) θέλει ενδεχομένως να σώσει την ψυχή του από τη Δύση, αλλά ταυτοχρόνως να σώσει και τις μετοχές του από την πτώση. Ποίμνιο άκρως αντιφατικό, επιρροή απολύτως αμφίβολη.


Τώρα ξεκίνησε το δημοψήφισμα, πράξη επίδειξης κοινωνικής επιρροής. Και είναι δικαίωμα της ιεραρχίας να το πράξει. Ωστόσο, για όσους θέλουν υπάρχουν πάντοτε πολιτικά μέτρα. Για παράδειγμα, η κατάργηση του σταυρού προτίμησης στις βουλευτικές εκλογές μπορεί και πρέπει να γίνει στο όνομα της εξυγίανσης του πολιτικού συστήματος. Επίσης η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας στο όνομα της φορολογικής ισότητας, και φυσικά η κατάργηση της πρωινής προσευχής στα σχολεία στο όνομα της ανεξιθρησκίας. Και αυτά εκσυγχρονιστικές επιταγές είναι. Και πιθανότατα να διευκολύνουν την ιεραρχία να διεκδικήσει την κοινωνική της επιρροή με κριτήριο την πίστη, αλλά και να απαλλάξουν την πολιτική από εξαρτήσεις που τη στρεβλώνουν.


Ο κ. Πέτρος Πιζάνιας είναι ιστορικός, καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.