Φαίνεται πως τον γυρεύει πια η απροσανατόλιστη εποχή μας: έναν μπούσουλα ζωής, μια τέχνη βίου λιγότερο τυχάρπαστη από αυτήν που αφειδώς προσφέρουν η πληθωριστική βιβλιαγορά και τα καταναλωτικά Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια ανταποκρίθηκαν σε τούτο το αίτημα, καθένας με τον τρόπο του, σημαντικοί στοχαστές του καιρού μας: ο όψιμος Φουκώ στη Γαλλία, ο Νεχαμάς στην Αμερική, ο Καραποστόλης τώρα στην Ελλάδα. Ο οποίος πρόσφατα δημοσίευσε στις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» ΤΑ ΕΝΑΝΤΙΑ· πόνημα οικονομικό (183 σελίδες), καλογραμμένο και αφιερωμένο στην «τέχνη της παραμυθίας» – λαϊκότερα: της παρηγοριάς.


Δεν πρόκειται για συμπονετικό κατάπλασμα, αλλά για στοχαστικό και ευανάγνωστο κείμενο (θα έλεγα: συναρπαστικό), καθώς η υποκείμενη επιστημοσύνη του δεν διαφημίζεται με περιττές σημειώσεις και επιδειξιακές παραπομπές. Με απλούστερα λόγια: έχουμε να κάνουμε με αξιόλογο δοκίμιο ασυνήθιστης σαφήνειας, ακριβολογίας και καλαισθησίας, η αξία και η ωφέλεια του οποίου προσαυξάνουν, αν συνυπολογιστεί και η ακαδημαϊκή ιδιότητα του Βασίλη Καραποστόλη· καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με πλούσια διδακτική και συγγραφική δράση. Οσο για ΤΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ριψοκινδυνεύουν στο μάτι του κυκλώνα της απαρηγόρητης εποχής μας, που για να παρηγορηθεί καταφεύγει σε διάφορα γιατροσόφια, υπόγεια και αστρολογικά.


Ο προκείμενος τόμος πάντως παρακολουθεί, κριτικά και συγκριτικά, τη θεωρία και την πρακτική της παραμυθίας στην ιστορική της εξέλιξη, από την ελληνική αρχαιότητα έως τις μέρες μας. Μετά τον προγραμματικό του Πρόλογο, μοιράζεται σε οκτώ κεφάλαια, που επονομάζονται με ευρηματικούς και ερεθιστικούς τίτλους: Οι κλασικές υποδείξεις· Η στωική άμυνα· Χριστιανικό πάθος και απάθεια· Η τακτική του Μονταίνιου· Τα βιοσυνταγολόγια – ερωτική ατυχία· Τεχνάσματα της πράυνσης· Θεατές με επιφύλαξη· Η προσήλωση.


Η καμπύλη της ανθρωπιστικής, ενίοτε ειρωνικής, παραμυθίας φτάνει, σύμφωνα με τις περιγραφές και τις αξιολογήσεις του Καραποστόλη, στην κορύφωσή της με τον Μονταίνιο· μετά αρχίζει η εκφυλιστική κατολίσθησή της, στην οποία επιμένουν τα τρία τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, όπου διατυπώνονται διακριτικές υποδείξεις, προσωπικής και συλλογικής αντίδρασης στον συνεχιζόμενο κατήφορο.


Στη ρίζα του προβλήματος ο συγγραφέας του παραμυθικού τόμου αναγνωρίζει ένα θεμελιακό δίλημμα: η ατυχία, η δυστυχία, η αποτυχία (οι τρεις παθητικές όψεις του κακού) συνανήκουν στη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, συστήνοντας μάλιστα την αλληλέγγυα ανθρωπιά μας; ή μήπως δικαιολογείται να εξορίζονται παντί τρόπω από την ανθρώπινη ζωή και συμβίωση ως αποτρόπαια δαιμονικά φαντάσματα; Κατ’ επέκταση: νομιμοποιείται (ανθρωπολογικά, φιλοσοφικά, θεολογικά) η αγεφύρωτη αποσύνδεση του κακού από το καλό; εντέλει προσδιορίζει το καλό το κακό ή αντιστρόφως; μήπως το καλό είναι πιο απροσδιόριστο από το κακό, οπότε προσβάλλεται η κατάχρησή του ως μέτρου καταστολής ή και εξόντωσης του κακού και των κακών;


Γύρω από τα παραπληρωματικά αυτά διλήμματα περιστρέφονται οι διαδοχικές θεωρίες και πρακτικές της παραμυθίας και της τέχνης του βίου, σύμφωνα με την εύστοχη ανάγνωση του Καραποστόλη. Από την οποία προκύπτει και το επόμενο ωφέλιμο εύρημα: όλες οι αρχαιοελληνικές υποδείξεις περί παραμυθίας συναινούν ως προς την αναγκαία μείξη του κακού με το καλό, θεωρώντας αναπόφευκτη την εναλλαγή ευτυχίας και δυστυχίας, πόνου και ηδονής. Αυτή εξάλλου η παρηγορητική συμφωνία ευνοεί την αμοιβαία ανθρώπινη κατανόηση και τελικώς τη συμφιλίωση. Οπως παραδειγματικά την προβάλλει ο ποιητής της Ιλιάδας στην εταιρική ομιλία Αχιλλέα και Πριάμου, ως σφραγίδα μάλιστα του έπους του.