Αυτό που θίγεται και διακυβεύεται ευθέως από την παρανομία στον πανεπιστημιακό χώρο είναι η αυτοτέλειά του και γι’ αυτό είναι αυξημένη η ευθύνη των πανεπιστημιακών να σέβονται τους νόμους, αντίθετα με την αντίληψη που φαίνεται να αναδεικνύεται συχνά, ότι το άσυλο και το γόητρο του πανεπιστημιακού δασκάλου λειτουργούν ως ασπίδα ασυδοσίας. […] Είναι σύμπτωμα προχωρημένης «διάβρωσης» το ότι εκλέγονται σήμερα σε καθοριστικά αξιώματα, όπως αυτό του Πρύτανη, μέσα από τους θεσμούς που έχουν καθήκον να προστατεύσουν, άτομα που έχουν ανοικτά και έμπρακτα τοποθετηθεί κατά των θεσμών αυτών.


Πρόσφατα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και τα οποία έζησα ως «κεντρικός χαρακτήρας» αποτελούν εμπειρική επαλήθευση των παραπάνω σκέψεων, με ισορροπία καλών και κακών οιωνών. […] Ως πρόεδρος του Τμήματος Μαθηματικών, που για πρώτη φορά «εκτόπισε» ένα μέχρι τώρα δεδομένο δίδυμο εξουσίας, έθεσα σε εφαρμογή τους ανέκαθεν καταπατημένους θεσμούς δομής και λειτουργίας του Τμήματος (με κύριο στοιχείο τη μη λειτουργία των τομέων ως αυτόνομων μονάδων) και τους νόμους γενικότερα, που μέχρι τώρα φαίνονταν να εφαρμόζονται μόνο αν ήταν «σκόπιμοι». Εγινε γρήγορα σαφές ότι μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες άνοιγαν προοπτικές διεύρυνσης του πυρήνα ικανών στελεχών και της συνεργασίας μεταξύ τους στην έρευνα και τη διδασκαλία. Είναι εντυπωσιακό ότι έσπευσε να παρέμβει κατασταλτικά η πρυτανική αρχή, η Πρύτανις κυρία Χριστίνα Σπυράκη και οι Αντιπρυτάνεις κκ. Χρίστος Νικολάου και Ιωάννης Πυργιωτάκης, με μεμονωμένες προσωπικές πράξεις υπονόμευσης και τελικά ως πλειοψηφία στο Πρυτανικό Συμβούλιο, με μια αιφνιδιαστική κίνηση πανικού: λιγότερο από πέντε μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων μου, ανέθεσαν τις αρμοδιότητες του Προέδρου στον Καθηγητή του Τμήματος Χημείας και Κοσμήτορα της Σχολής Θετικών Επιστημών κ. Ευριπίδη Στεφάνου, ο οποίος συνεργάστηκε στην έκδοση της σχετικής πράξης και δέχθηκε να την υλοποιήσει. Πρόκειται βέβαια στην ουσία για καθαίρεση του εκλεγμένου Προέδρου και άνευ προηγουμένου πραξικόπημα στον ελληνικό πανεπιστημιακό χώρο. Δεκατέσσερις μήνες αργότερα, το Γ’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τη 1033/1.4.1999 απόφασή του, ακύρωσε την πράξη του Πρυτανικού Συμβουλίου. Στο διάστημα αυτό, όπως αναμενόταν από τη βαρύτητα και μόνο της αρχικής πράξης του Πρυτανικού Συμβουλίου, ελλείψει δικαστικού ελέγχου, βασίλευσαν η αυθαιρεσία και η παρανομία, ώστε το Τμήμα να παρουσιάζει τώρα εικόνα συνολικής διάλυσης, με τάσεις φυγής ικανών μελών του.


Η πρυτανική αρχή στην ουσία δεν έχει αποδεχθεί την απόφαση του ΣτΕ. Ακόμη αντιμετωπίζω καθημερινές απόπειρες ανατροπής και αντικατάστασής μου, πέρα από τη δεδομένη υπονόμευσή μου. Η κυρία Σπυράκη δηλώνει ότι, παρά την απόφαση του ΣτΕ, καλώς έπραξε η πρυτανική αρχή. Ο κ. Πυργιωτάκης νουθετεί ότι «οι ακαδημαϊκοί άνδρες δεν αναδεικνύονται στα δικαστήρια» (δηλαδή στο ΣτΕ). Και αυτά λέγονται ενώπιον της Συγκλήτου και παρουσία φοιτητών και στοιχειοθετούν, βέβαια, το παράπτωμα της «διαγωγής απάδουσας εις την αξιοπρέπειαν του πανεπιστημιακού λειτουργού» κατά τη διατύπωση του άρθρου 326 Ν. 5343/32. Με τέτοιες πράξεις και τοποθετήσεις της πρυτανικής αρχής είναι εύλογη συνέπεια τα φαινόμενα κοινών εγκλημάτων που παρατηρούνται στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπως η παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ, η έργω και λόγω εξύβριση και η συκοφαντική δυσφήμηση, ως καθημερινά δεδομένα, η παράνομη βία, η ψευδής καταμήνυση, η υπεξαγωγή εγγράφων, η παραβίαση του απορρήτου της αλληλογραφίας, απειλές κατά τη σωματικής ακεραιότητας προσώπων και ακόμη και της ζωής, πάντα με την ανοχή και συχνά με την παρότρυνση, αν όχι άμεση συμμετοχή, της πρυτανικής τριάδας και του Κοσμήτορα. Εκτός από τις αμέτρητες απειλές, έχω δεχθεί δύο σωματικές επιθέσεις κατά τη διάρκεια της θητείας μου, την τελευταία μόλις πρόσφατα, στις 7.7.1999. Η κατάσταση ήταν από την αρχή γνωστή στο υπουργείο Παιδείας, που όχι μόνο δεν ενήργησε, αλλά επιβράβευσε τους υπαιτίους με τη χρηματοδότηση μέσω του ΕΠΕΑΕΚ της ίδρυσης ενός δεύτερου Τμήματος Μαθηματικών υπό την ηγεσία τους (με κάπως διαφορετική ονομασία), με έμπρακτη υποστήριξη δηλαδή της διάλυσης κυριολεκτικά πλέον του υπάρχοντος Τμήματος. Η διάπραξη οποιουδήποτε κακουργήματος εύλογα πρέπει να αναμένεται και πάλι σε ένα πανεπιστήμιο που έχει στιγματισθεί από τις δολοφονίες δύο καθηγητών του τον Νοέμβριο του 1990, αφού δεν έχει υπάρξει κανένας έλεγχος της κατάχρησης εξουσίας της πρυτανικής αρχής, που διώκει αθώους (π.χ. με την άσκηση πειθαρχικής δίωξης εναντίον μου για μη συμμόρφωση, κατά την κρίση τους, προς την παράνομη πράξη του Πρυτανικού Συμβουλίου), ενώ προστατεύει και ενισχύει άτομα που εμφανώς ενέχονται σε εγκλήματα. Είναι ενδεικτικό του βάθους της διάβρωσης το γεγονός ότι μοναδικοί υποψήφιοι στις πρυτανικές και κοσμητορικές εκλογές τον Μάιο ήταν, αντίστοιχα, ο κ. Νικολάου και ο κ. Στεφάνου (που αναγκαστικά εκλέγονται, σύμφωνα με το νόμο, εφόσον ψηφίσουν τους εαυτούς τους), δύο από τους κυρίως εμπλεκομένους στη συρροή αδικημάτων και πειθαρχικών παραπτωμάτων.


Η εμπλοκή όχι μόνο μιας πρυτανικής αρχής αλλά και του ΥΠΕΠΘ, με παράνομες παραλείψεις και πράξεις, όπως οι άστοχες χρηματοδοτήσεις, στην επίθεση εναντίον ενός τμήματος είναι ισχυρή ένδειξη της απώλειας της αυτοτέλειας όχι μόνο του θιγόμενου τμήματος και του Πανεπιστημίου Κρήτης, αλλά της ανώτατης παιδείας γενικότερα, με προφανείς και ήδη εμφανείς καταστροφικές συνέπειες στο ουσιαστικό περιεχόμενό της. Πραγματικά, κύριε Πρωθυπουργέ, χρειάζεται ένας υπουργός Παιδείας που να είναι έτοιμος να ματώσει για να περισώσει το κύρος των ικανών στελεχών των πανεπιστημίων και των θεσμών αντί να παρατηρεί με εφησυχασμό τις τραγικές συνέπειες της γρήγορης απορρόφησης κοινοτικών πόρων.


Ο κ. Κωνσταντίνος Καλλίας είναι πρόεδρος του Τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Κρήτης.