50 χρόνια μετά τον Εμφύλιο


Προς τους σεβαστούς μου γονείς, αδέλφια, αδελφές, γαμπρούς.


Σας απευθύνω αυτό το τελευταίο μου γράμμα. Αυτή τη στιγμή με φωνάζουνε δήθεν για μεταγωγή, όμως εγώ γνωρίζω πολύ καλά πού πάω μια και οι βασανιστές μου δεν έχουν το θάρρος να μου το πουν. Πάω για εκτέλεση…


(Από το τελευταίο γράμμα του Μ.Κ., που εκτελέστηκε στις 7 Μαΐου 1948 στην Αίγινα)



Η παρουσία του θανάτου ήταν διαρκής και πολύμορφη στη ζωή των πολιτικών κρατουμένων. Εδώ θα μας απασχολήσει μια συγκεκριμένη μορφή θανάτου, ο θάνατος-ποινή, μέσω του οποίου η εξουσία διακηρύσσει την τελεσίδικη ανωτερότητα και τη δύναμή της έναντι των πολιτικών αντιπάλων της, αποφασίζοντας ακόμη και για το έσχατο δικαίωμα της ύπαρξής τους.


Η εκτέλεση ως ποινή αποτελεί, όπως και το βασανιστήριο, μία από τις τελετές με τις οποίες δηλώνεται η εξουσία. Επιδείχνει, μπροστά σε όλους, μιαν αήττητη δύναμη… Πρέπει να δίνει την εντύπωση όχι του ορθού μέτρου αλλά της δυσαναλογίας και της υπερβολής· στην τελετουργία της ποινής πρέπει να υπάρχει μια εμφαντική επιβεβαίωση της ισχύος και της ουσιαστικής ανωτερότητάς της ώστε να ενισχύει την εξουσία. Αυτού του είδους ο θάνατος είναι ένας δημόσιος θάνατος· τον καθιστά τέτοιον αφενός το ότι επιβάλλεται από την εξουσία και ότι πραγματοποιείται ως δημόσιο γεγονός, αφετέρου το ότι, αν και προσωποποιείται σε συγκεκριμένους ανθρώπους, αφορά τελικά το σύνολο των πολιτικών κρατουμένων, επιδιώκει να λειτουργήσει πάνω τους ως στοιχείο παραδειγματισμού.


Απέναντι σε αυτό τον θάνατο οι πολιτικοί κρατούμενοι αναπτύσσουν ως κοινότητα συμπεριφορές που τους επιτρέπουν να τον ενσωματώσουν στη συνολική τους εμπειρία ώστε να μπορέσουν να τον διαχειριστούν. Αλλωστε ο θάνατος δεν είναι μόνο βιολογική κατάσταση. Αποτελεί ένα κοινωνικό πρόβλημα, του οποίου η διαχείριση ποικίλλει ανάλογα με τις ομάδες και τις εποχές. Η κοινωνική διάσταση του προβλήματος μας επιτρέπει να εντοπίσουμε και στο ζήτημα που μας απασχολεί εδώ τις διαφορετικές, πιο συγκεκριμένα τις αλληλοαποκλειόμενες οπτικές με βάση τις οποίες η εξουσία, από τη μία πλευρά, και οι κρατούμενοι, από την άλλη, θέτουν το ερώτημα του θανάτου και απαντούν ως προς αυτό.


Από την πλευρά τους, οι κρατούμενοι αντιτάσσουν στον επιβαλλόμενο ως τιμωρία θάνατο τον θάνατο ως επιλογή. Επιλογή όχι ρητορική αλλά με πλήρη συναίσθηση των συνεπειών της, αφού η υπογραφή μιας δήλωσης μετανοίας κατά κανόνα ακύρωνε τον κίνδυνο της εκτέλεσης. Επιπλέον το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται μόνο από αυτόν που θα πεθάνει την επομένη αλλά από το σύνολο της κοινότητας. Οπωσδήποτε ο δημόσιος χαρακτήρας που οι κρατούμενοι, αυτή τη φορά, δίνουν στο γεγονός του θανάτου φανερώνει πολιτισμικές στάσεις κοινοτικής και όχι ιδιωτικής αντιμετώπισής του. Ωστόσο έχει ενδιαφέρον να διευκρινίσουμε ότι η σύγκλιση διαφορετικών παραδόσεων παρέχει στα άτομα τρόπους έκφρασης και συμπεριφοράς ώστε να ικανοποιούν τα συναισθηματικά αιτήματα αυτής της κατάστασης. Τη σύγκλιση τέτοιων παραδόσεων διαπιστώνουμε στον τρόπο με τον οποίο οι μελλοθάνατοι χρησιμοποιούν, στα τελευταία τους μηνύματα, αφενός τη γλώσσα που προέρχεται από τη δημοτική παράδοση, αφετέρου τη γλώσσα που προέρχεται από τη σφαίρα της πολιτικής δράσης. Εν τούτοις η χρήση αυτών των διαφορετικών γλωσσών δεν εγγράφεται μόνο στην τροφοδότηση με λέξεις αλλά και στη συγκρότηση μιας διαφορετικής τελικά τελετουργίας γύρω από τον θάνατο και την αντιμετώπισή του, τελετουργίας αντίπαλης προς την κυρίαρχη, η οποία λειτουργεί ως τρόπος ενσωμάτωσης του γεγονότος στη ροή της καθημερινής ζωής της κοινότητας. Εκδηλώσεις αυτής της τελετουργίας αποτελούν οι συνηθισμένες αντιδράσεις με τα χωνιά με τα οποία φωνάζονται συνθήματα, οι χοροί πριν από τις εκτελέσεις, μια σειρά άλλες ανάλογες πράξεις που καταγράφονται στις αυτοβιογραφίες παλιών πολιτικών κρατουμένων, ακόμη και τα ίδια τα τελευταία μηνύματα των εκτελεσμένων και η συλλογική ανάγνωσή τους στη συνέχεια από τους υπόλοιπους κρατουμένους. Η ενσωμάτωση του θανάτου στην καθημερινότητα αντανακλάται ακόμη και σε όρους, όπως «θανατηφόροι», τους οποίους χρησιμοποιούν οι κρατούμενοι για να περιγράψουν τους εαυτούς τους ή στις συμβολικές αναπαραστάσεις, όπως ο συμβολικός «Γολγοθάς» για το κελί της τελευταίας νύχτας, με τις οποίες οι ίδιοι επενδύουν την τοποθέτησή τους ως μελλοθανάτων στον χώρο της φυλακής. Το σύνολο των παραπάνω στοιχείων μάς αποκαλύπτει όχι μόνο αρκετούς από τους όρους συγκρότησης της συλλογικότητας των πολιτικών κρατουμένων αλλά και το ότι μέσα σε ένα περιβάλλον βίας και οξύτατης κοινωνικής αντιπαράθεσης η συγκεκριμένη διαχείριση του θανάτου αποτελεί μέρος της στρατηγικής επιβίωσης της συλλογικότητας.


Σε μία μαρτυρία από τη ζωή στους θαλάμους των μελλοθανάτων ένας πρώην κρατούμενος περιγράφει την προσωπική αναμέτρηση με την ιδέα του θανάτου ως κονταροχτύπημα, στη διάρκεια του οποίου διαχειρίζεσαι τη ζωή σου, την υπόληψή σου και αισθάνεσαι χρεωμένος σ’ αυτούς που έφυγαν. Αυτό το διαχειρίζεσαι τη ζωή σου ­ και ταυτόχρονα τον θάνατό σου ­, στο οποίο επιμένουν τόσο τα κείμενα των εκτελεσμένων όσο και οι υπόλοιπες σχετικές μαρτυρίες, αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά σημεία με τα οποία δηλώνεται η παρουσία των υποκειμένων στην ιστορία τους. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η εξέταση της εμπειρίας του θανάτου φωτίζει ορισμένους από τους τρόπους με τους οποίους οι πολιτικοί κρατούμενοι βιώνουν την πραγματικότητα και τη θέση τους μέσα σε αυτήν. Τα νοήματα και οι συμπεριφορές βάσει των οποίων συλλαμβάνεται και ερμηνεύεται αυτή η εμπειρία μάς οδηγούν στην ανάδειξη της υποκειμενικότητας των συγκεκριμένων ανθρώπων, η οποία εμφανίζεται ως ικανότητα του ατόμου να αποφασίζει για τη ζωή του, έστω και αν η ικανότητα αυτή περιορίζεται από τις υλικές και πολιτισμικές συνθήκες (2).


1. Μισέλ Φουκό, Επιτήρηση και Τιμωρία. Η Γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα, Αθήνα, 1984, σσ. 67.


2. Λουίζα Πασερίνι, Υποκειμενικότητα και Ιστορία, Σπαράγματα του 20ού αιώνα. Η Ιστορία ως βιωμένη εμπειρία, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1998, σσ. 13-19.


Η κυρία Δήμητρα Λαμπροπούλου είναι ιστορικός.