ΑΒΑΝΑ, Αύγουστος.
υτό το νησί είναι μια παγίδα. Είναι πολύ μικρό και είμαστε πολύ φτωχοί. Το να κρατήσουμε την αξιοπρέπειά μας έχει πολύ υψηλό τίμημα». Τα λόγια αυτά ανήκουν σε έναν από τους πρωταγωνιστές μιας παλαιότερης ταινίας του χαμένου πρόσφατα Τόμας Γκουτιέρες Αλέα, του επιφανέστερου ίσως από τους κουβανούς σκηνοθέτες, η οποία είχε τον τίτλο «Αναμνήσεις υπανάπτυξης». Αν καταγράφουν με (προφητική σχεδόν) ακρίβεια την κατάσταση στην Κούβα, αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο. Οπως είναι γνωστό, ο «δραστικός λόγος» της τέχνης αποτελεί εδώ και 37 χρόνια ένα από τα δυναμικότερα στοιχεία της κοινωνίας που δημιούργησε η επανάσταση του Φιντέλ Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα.
Βεβαίως, όπως και οι κολόνες των σπιτιών της παλιάς Αβάνας, τα οικοδομήματα της κουβανικής καλλιτεχνικής ζωής τρίζουν. Η οικονομική ύφεση που μαστίζει το νησί της Καραϊβικής εδώ και μια επταετία έχει ορατές συνέπειες και στον πνευματικό τομέα. Η κρίση έχει αγγίξει περισσότερο τον κινηματογράφο ίσως γιατί η έβδομη τέχνη ήταν η πλέον ευνοημένη στην Κούβα. Το Instituto Cubano de Arte y Industria Cinematograficos, γνωστότερο ως ICAIC, ιδρύθηκε τρεις μόλις μήνες μετά την είσοδο των ανταρτών του Κάστρο στην Αβάνα το 1959Ω ήταν η πρώτη πολιτιστικού χαρακτήρα πράξη της επανάστασης.
* «Φράουλα
και σοκολάτα»
Αξίζει να σημειωθεί ότι από όλους τους καλλιτέχνες, οι κινηματογραφιστές απολάμβαναν (και συνεχίζουν να απολαμβάνουν) ξεχωριστά προνόμια στην Κούβα. Κατά παράδοση, το ICAIC έχει επικεφαλής ανθρώπους του κινηματογράφου και όχι γραφειοκράτεςΩ οι περιορισμοί στο περιεχόμενο των ταινιών είναι χαλαρότεροι από ό,τι σε κάθε άλλη μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης. Οι μαύρες κωμωδίες (όπως η ταινία «Γκουανταναμέρα», η οποία προβλήθηκε πρόσφατα στους αθηναϊκούς κινηματογράφους), που σατιρίζουν με πλάγιο τρόπο τα προβλήματα της χώρας, είναι θεσμός. Χιλιάδες Κουβανοί έκαναν ουρές για να παρακολουθήσουν τη «Φράουλα και σοκολάτα»Ω αρκετοί την είδαν δύο και τρεις φορές.
Ο κουβανικός κινηματογράφος, με εμφανείς τις επιρροές από τον ιταλικό νεορεαλισμό, υπήρξε πρότυπο για τη Λατινική Αμερική. Πριν από την κατάρρευση του 1989, όπως εξηγεί ο υπεύθυνος διεθνών σχέσεων του ICAIC, στα γραφεία του οργανισμού στην οδό 23 στο Βεδάδο η κουβανική κινηματογραφική βιομηχανία παρήγε κατά μέσο όρο 10 ταινίες και 30 ντοκιμαντέρ τον χρόνο. Τώρα οι αριθμοί είναι αποκαρδιωτικοί: μία ή δύο ταινίες ετησίως, πέντε ή έξι ντοκιμαντέρ. Η «Ειδική Περίοδος», η «Estapa Especial», προκαλεί ασφυξία στους κινηματογραφιστές. Αντίστοιχα, υπολογίζεται ότι οι μισές περίπου από τις αίθουσες προβολής της Αβάνας έχουν κλείσει εξαιτίας της ανεπαρκούς ηλεκτροδότησης, των βλαβών και της έλλειψης ανταλλακτικών.
* Τα ζυμαρικά
του Κόπολα
Εν τούτοις, η κινηματογραφική δραστηριότητα δεν έχει απολύτως τελματωθεί. Η Διεθνής Κινηματογραφική Σχολή των Τριών Ηπείρων, που ιδρύθηκε το 1986 χάρη σε δωρεά 1 εκατ. δολαρίων του κολομβιανού νομπελίστα συγγραφέα και προσωπικού φίλου του Κάστρο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, λειτουργεί πάντα στο γραφικό Σαν Αντόνιο ντε λος Μπάνιος, μερικά χιλιόμετρα έξω από την Αβάνα, έχοντας περίπου 100 μαθητές. Συνεχίζεται επίσης στην Αβάνα το ετήσιο κινηματογραφικό φεστιβάλ νέου λατινοαμερικανικού κινηματογράφου, που εγκαινιάστηκε το 1989.
Ο κινηματογράφος αποδεικνύει άλλη μια φορά πόσο απατηλό είναι το εμπάργκο που επιβάλλουν από το 1962 στην Κούβα οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ξεχάστε τη νομοθεσία που απαγορεύει σε αμερικανούς πολίτες να ταξιδεύουν στην Κούβα. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα μαγείρεψε ζυμαρικά για τους μαθητές της Σχολής των Τριών Ηπείρων, δεσμούς με την οποία, μας υπενθυμίζει ο υπεύθυνος του ICAIC, έχει και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Ο Ρόμπερτ Ντυβάλ επισκέπτεται κάθε τόσο την Κούβα για να αγοράσει πούρα, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο, ο Κρίστοφερ Γουόκεν και ο Τριτ Γουίλιαμς ήρθαν με το προσωπικό αεροπλάνο του τελευταίου για το φεστιβάλ λατινοαμερικανικού κινηματογράφου, ενώ ο Τζακ Λέμον στάθηκε τυχερότερος από όλους: είχε τρίωρη προσωπική συνάντηση με τον Κάστρο.
«Οι φίλοι μας στις Ηνωμένες Πολιτείες», λέει ο υπεύθυνος του ICAIC, «δεν έρχονται μόνο στην Κούβα, αλλά φέρνουν και αμερικανικές ταινίες. Εμείς κάνουμε παράνομες κόπιες και τις προβάλλουμε στους κινηματογράφους». Οι Κουβανοί απολαμβάνουν επίσης τις τελευταίες αμερικανικές ταινίες στην τηλεόρασηΩ οι ιθύνοντες των καναλιών της Αβάνας τις υποκλέπτουν παράνομα από τις δορυφορικές εκπομπές και τις προβάλλουν χωρίς να καταβάλλουν δικαιώματα (κάτι που, σημειωτέον, έγινε πρόσφατα και με τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα).
* Στο Teatro
Lorca
Οι τριγμοί στο (επ)οικοδόμημα είναι εμφανείς και στους διαδρόμους του Gran Teatro Lorca στο κέντρο της παλιάς Αβάνας. Το θέατρο, διάσημο για την αρχιτεκτονική του κομψότητα και την ακουστική του, χτισμένο το 1838 έχει δει μεγάλα ονόματα της τέχνης, όπως η μπαλαρίνα Αννα Παύλοβα, η ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ, ο τενόρος Ενρίκο Καρούζο, οι μουσικοί Σεργκέι Ραχμάνινοφ και Αρθουρ Ρουμπινστάιν. Το Gran Teatro de la Habana στεγάζει σήμερα την Εθνική Οπερα και το Εθνικό Μπαλέτο της Κούβας (διευθύντρια του τελευταίου η «prima ballerina assoluta» Αλίσια Αλόνσο) και πληθώρα άλλων καλλιτεχνικών σχημάτων.
Ο γενικός διευθυντής του Ραφαέλ Γκουτιέρες Τόρες απαριθμεί τις δυσκολίες που έχει προκαλέσει η κρίση, από τη μισθοδοσία του προσωπικού ως τα ανταλλακτικά του ηχητικού συστήματος που, ενώ είναι αμερικανικό, έρχονται από τη Βρετανία. Παρ’ όλα αυτά η καλλιτεχνική δραστηριότητα παραμένει αμείωτη με τέσσερις ή πέντε παραγωγές τον χρόνο. Ομολογουμένως, οι διάδρομοι του θεάτρου, με τους σκονισμένους πολυελαίους, σφύζουν από ζωή. Εναν όροφο κάτω από το γραφείο του διευθυντή οι μαθήτριες μαζεύονται για το μάθημα χορού: ντυμένες ακόμη με τα κανονικά τους ρούχα κοιτάζονται στους καθρέφτες. Μερικά μέτρα πιο πέρα, το Εθνικό Μπαλέτο της Κούβας κάνει πρόβα ισπανικούς χορούς: η αίθουσα έχει μια πατίνα καφέΩ ο καθρέφτης είναι θαμπόςΩ οι μπαλαρίνες έχουν κλειστά εξωτικά πρόσωπα, κόκκινα ή μαύρα μαλλιά τραβηγμένα πίσω, αρμονικό παράστημα για μια στιγμή ο Ντεγκά συναντάει τον Γκογκέν.
Για τους καλλιτέχνες της Κούβας υπάρχει βεβαίως και η διέξοδος της περιοδείας. Παραδείγματος χάριν, το μπαλέτο της Λιστ Αλφόνσο, που συνεργάζεται με το Teatro Lorca, θα βρίσκεται από τον Σεπτέμβριο για έναν ολόκληρο χρόνο στη γειτονική Ιταλία. Η Αλφόνσο, μπαλαρίνα και χορεύτρια, μιλάει για την ίδρυση του μπαλέτου της πριν από πέντε χρόνια, τη δυσκολία εξεύρεσης πόρων και τις μοντέρνες χορογραφίες της που ανανεώνουν την παράδοση του ισπανικού χορού. Θα την ενδιέφερε να έρθει και στην Ελλάδα. Αλλωστε, το ενδιαφέρον των κουβανών καλλιτεχνών για όσα συμβαίνουν έξω από την Κούβα είναι μεγάλο. Τελειώνοντας τη συζήτηση, ο Γκουτιέρες Τόρες από τη δική του πλευρά ζητά πληροφορίες για το θέατρο στην Ελλάδα και αναφέρεται στη συνεργασία του με τον Μίκη Θεοδωράκη.
Εν τούτοις, παρά το ενδιαφέρον τους για τα ξένα καλλιτεχνικά ρεύματα, οι κουβανοί συνομιλητές μας είναι προσηλωμένοι στη χώρα τους. Λίγο σαν τον ήρωα της ταινίας του Αλέα από τη δεκαετία του ’60, που αναφέραμε στην αρχή: ένας μεσοαστός Κουβανός που αρνείται να φύγει για το Μαϊάμι, έστω και αν δυσκολεύεται κάπως να βρει τη θέση του μέσα στην επαναστατική κοινωνία της Κούβας. Η Κούβα στις σελίδες της λογοτεχνίας
ισχυρή έλξη που ασκεί η Κούβα στους επισκέπτες της είναι ιδιαίτερα εμφανής στη λογοτεχνία. Ο αμερικανός μυθιστοριογράφος Ερνεστ Χέμινγκγουεϊ («Ερνέστο» για τους Κουβανούς) είναι έντονα συνδεδεμένος με το νησί: πέρασε, άλλωστε, εκεί περισσότερο από μια εικοσαετία από το 1938 ως το 1960. Η Κούβα αποτέλεσε το σκηνικό για τα ύστερα γραψίματα του Χέμινγκγουεϊ, όπως ο «Γέρος και η θάλασσα». Αντιστοίχως, λέγεται πως ο Κάστρο διάβαζε το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» στη Σιέρα Μαέστρα, προκειμένου να μελετήσει την τεχνική του ανταρτοπόλεμου. Από την πλευρά του ο Χέμινγκγουεϊ δεν συμπαθούσε τον Μπατίστα («Sic transit hijo de puta» φέρεται ότι είπε όταν κατέρρευσε το καθεστώς του). Η φωτογραφία του με τον Φιντέλ από τον διαγωνισμό αλιείας του 1960 είναι, βεβαίως, διάσημη στη σημερινή Αβάνα υπάρχει και σε μπλουζάκι!
Αν ως Αμερικανός ο Χέμινγκγουεϊ έγινε κομμάτι της ιστορίας του νησιού, ο ψυχρός Βρετανός Γκράχαμ Γκριν έδωσε στο κωμικοτραγικό μυθιστόρημα «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα» μια αποστασιοποιημένη ματιά της Κούβας και των αντιφάσεων στη σχέση της με τις μεγάλες δυνάμειςΩ δημοσιευμένο το 1958, το βιβλίο δεν έχει, ακόμη και σήμερα, απολέσει τίποτε από την επικαιρότητά του. Από ‘κεί και πέρα, βέβαια, υπάρχει η πλούσια σε συγγραφείς κουβανική λογοτεχνική παράδοση. Μεγαλύτερο όνομα αυτό του Αλέχο Καρπεντιέρ, εκ των εισηγητών του λεγόμενου «μαγικού ρεαλισμού», μείζονος ρεύματος της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας.
Το πρόβλημα είναι ότι, μετά το 1959, οι σχέσεις της λογοτεχνικής κοινότητας με το καθεστώς δεν ήταν πάντα εύκολες. Αλλωστε, ο Κάστρο έχει, όπως πάντα, συνοψίσει καίρια την κατάσταση: «Μέσα στην επανάσταση, όλαΩ έξω από την επανάσταση, τίποτε». Σήμερα για να δει ένας συγγραφέας το έργο του να εκδίδεται θα πρέπει να έχει αρμονικές σχέσεις με τα αρμόδια συνδικαλιστικά όργανα των καλλιτεχνών, να είναι, παραδείγματος χάριν, μέλος της Union de Escritores y Artistas de Cuba, γνωστότερης ως UNEAC. Η UNEAC, όπως μας εξηγεί το στέλεχός της Εστρέλα Μορεχόν, φροντίζει για την έκδοση των βιβλίων των συγγραφέων που είναι μέλη αλλά και για την προβολή τους στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. «Είναι», επισημαίνει, «μια οργάνωση ιδιαίτερα επιλεκτική», ιδίως δε αν ληφθούν υπόψη οι δυσκολίες από την έλλειψη χαρτιού.



