Στο χωριό Τραγανό, σε μια ακτίνα δέκα χιλιομέτρων γύρω από αυτό, καλλιεργείται η περίφημη πιπεριά της Ηλείας που κάνει θραύση στο εξωτερικό και πρώτα πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα στη χώρα αυτή. Στο Τραγανό βρίσκονται και τα γνωστά «τουρσάδικα» του νομού, οι μεγαλύτερες βιομηχανίες τουρσιού της χώρας και βεβαίως η πρώτη σε μέγεθος μεταξύ αυτών, η εταιρεία Κωζάτ της οικογένειας Κωστόπουλου.


Το μόνιμο προσωπικό της εταιρείας πλησιάζει τα 90 άτομα, ενώ το καλοκαίρι ο αριθμός αυτός διπλασιάζεται. Το 65% των πωλήσεων της Κωζάτ, που το 2000 είχαν φθάσει τα 2,05 δισ. δρχ. και είχαν αποφέρει σημαντικά κέρδη, προέρχεται από την αγορά των ΗΠΑ. Συνολικά, το 85% προέρχεται από τις εξαγωγές.


Η τοπική πιπεριά αποδίδει πάνω από το 70% του συνολικού τζίρου, αλλά εδώ και καιρό η εταιρεία έχει διευρύνει την γκάμα των προϊόντων της, παράγοντας μια ευρεία ποικιλία τουρσιών σε διάφορες συσκευασίες ώστε να διαφοροποιείται από τον ανταγωνισμό που εκδηλώνεται έντονα από τούρκους παραγωγούς και να ανταποκρίνεται πληρέστερα στις ανάγκες της ζήτησης. Για να το πετύχει αυτό και να εκσυγχρονίσει την παραγωγική διαδικασία επένδυσε 0,7 δισ. δρχ. την τελευταία τετραετία και με «όπλο» την πιστοποίησή της με ISO 9001 επεκτείνει συνεχώς τους εξαγωγικούς της ορίζοντες, οι οποίοι πέραν της αμερικανικής αγοράς καλύπτουν τη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, τον Καναδά, την Αυστραλία, καθώς και αραβικές χώρες όπως η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ.


Ενώ όμως το 2000 ήταν μια πολύ καλή χρονιά για την Κωζάτ και άλλους παραγωγούς τουρσιών του Τραγανού Ηλείας, το 2001 θα κλείσει, από κάθε άποψη, με σημαντικές απώλειες. Λόγω υπερπροσφοράς, που εντάθηκε από μεγάλη παραγωγή στην Τουρκία, οι τιμές πώλησης του ελληνικού τουρσιού στη διεθνή αγορά υποχώρησαν κατά 18%-20%, σχεδόν με κοινή απόφαση των τοπικών παραγωγών, ώστε το προϊόν να παραμείνει ανταγωνιστικό. Ο συνολικός όγκος παραγωγής της Κωζάτ, ενώ έφθασε τους 9.000 τόνους πέρυσι, εφέτος θα κυμανθεί γύρω στους 8.000 τόνους. «Αντέχουμε και αισιοδοξούμε όμως επειδή τις καλές χρονιές επενδύσαμε, αναβαθμίσαμε ποιοτικά τα προϊόντα μας και μπορέσαμε να συμπιέσουμε το κόστος παραγωγής» σημειώνει ο κ. Ν. Κωστόπουλος της οικογένειας των ιδιοκτητών.